Ξυπνήματα (μια φανταστική ιστορία)

Αυτή βρίσκεται μέσα σε ένα εκκλησάκι. Δεν υπάρχει ταβάνι, υπάρχει μια καλαμωτή που καλύπτει ολόκληρο το επάνω μέρος. Παρότι φτιαγμένη από καλάμια, είναι στέρεη. Δεν υπάρχουν εικόνες, είναι λιτό εκκλησάκι από εκείνα τα απομονωμένα όπου κάποιος δύστυχος ή ευτυχής, αν και συνήθως ο δύστυχος έχει την πρωτιά, έχτισε απλά και αργά για να αλαφρώσει την ψυχή του και να εξομαλύνει τις τύψεις, τον πόνο, την αγάπη, μα πρώτα απ’ όλα την αδυναμία του.

«Απ’ ό,τι κι αν κρατηθεί ο άνθρωπος, δεν είναι για κατηγόρια» σκεφτόταν.

Αργότερα, θα μετάνιωνε αυτή της τη σκέψη.

Γύρω, στα πλαϊνά του τοίχου, υπήρχαν μόνο τα στασίδια.

«Οι ατομικοί τάφοι των πιστών. Από αυτούς θα ανασταίνονταν οι πιστοί κατά τη Δευτέρα παρουσία. Πολύ μακάβριο να κάθεσαι σε ένα συμβολικό τάφο εν ζωή.»

Από πάνω, στην καλαμωτή ακούγονται βήματα, βήματα χορού, κάτι σαν κλακέτες. Οι κλακέτες πάντα της έφερναν στο μυαλό, κάποιον που παίρνουν φωτιά τα πόδια του ή προσπαθεί να περπατήσει πάνω σε αναμμένα κάρβουνα αλλά δεν είναι ινδός φακίρης, ούτε θεάνθρωπος για να το κάνει με απατηλή άνεση.

Περισσότερο της θύμιζε το τέλος στο παραμύθι της Χιονάτης, όπου η μητριά τιμωρήθηκε φορώντας ατσάλινα κι όχι ξύλινα παραδοσιακά ολλανδικά παπούτσια, μα τέτοιας κοπής, και «χόρευε» για να μειώσει όσο το δυνατόν το κάψιμο.

Ακούγοντας τα βήματα σε χορευτικό κλακέτας, σύντομα κατάλαβε πως κάποιος εκεί πάνω χαιρόταν με το χορό του και συνάμα με το φόβο της. Γιατί κάρβουνα δεν υπήρχαν.

Εκείνος είναι σχετικά ψηλός, αδύνατος. Θα έλεγε κανείς πως μοιάζει σε εκείνον τον διάσημο αμερικανό κλακετίστα, έχει αυγουλωτό πρόσωπο, μακρύ σαγόνι, λευκό δέρμα και σκούρα μαλλιά.

Ίσως ταχυδακτυλουργός; Ω, ναι. Μπορεί και μάγος.

Είναι καθαρός, περιποιημένος μα μοιάζει χαιρέκακος.

Θέλει να την πειράξει, αλλά είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τις προθέσεις του.

Μοιάζει παιχνίδι, μα συνάμα δεν ήταν βέβαιη πως πρόκειται γι’ αυτό ή ποιο θα είναι το τέλος.

Εκείνος περνά μέσα από την καλαμωτή ένα στρογγυλεμένο ατσάλινο καλάμι.

Δεν τον βλέπει καθαρά κι αυτό γεμίζει την καρδιά της με φόβο μα και με οργή.

Προσπαθεί να την πονέσει και εκείνος γελά, φαίνεται να το χαίρεται, αν και δεν φαίνεται να προσέχει ιδιαίτερα που την ακουμπά το όπλο του.

Το γέλιο του την αλαφρώνει κι από την άλλη την ανησυχεί.

Αρχίζει και εκνευρίζεται, βρίσκεται με ένα δόρυ στο χέρι.

Τον χτυπά από κάτω, τρυπάει την καλαμωτή, να τον πετύχει.

Εκεινού τα βήματα είναι άπιαστα, αιθέρια σαν ενός χορευτή, ενός κλακετίστα.

Ξέρει να γλυτώνει τα κάρβουνα, εκείνος μπορεί να την κοιτάζει, εκείνη μπορεί να τον ακούει, ακούει τα βήματα του.

Δεν θέλει να τον πετύχει, μα το παιχνίδι γίνεται πιο έντονο.

Η εκείνος ή αυτή, αφού δεν σταματά.

Αρχίζει να χτυπά χωρίς να σκέφτεται πια, θέλει να σταματήσει το μαρτύριο της, θέλει να τον πετύχει πάση θυσία.

Διακοπή.

Ιδρωμένη από το φόβο και την προσπάθεια, βρίσκει ένα κυκλικό φεγγίτη να ανέβει πάνω να τον βρει.

Σώμα με σώμα.

Τι έκπληξη όμως. Τα αστέρια καλύπτουν όλη τη μαυρισμένη σφαίρα του ουρανού, το αγαπημένο της θέαμα.

Στραφταλίζουν σε έναν έρημο μα πλούσιο χωροχρόνο. Παντού επικρατεί η φύση.

Εκείνος μοιάζει με καρτούν, γελά με τα κατορθώματα του και συνεχίζει να χορεύει στου μυαλού της τα αναμμένα κάρβουνα.

Δίπλα καθισμένη μια χλωμή γυναίκα, με γκριζόμαυρα μαλλιά, κάθεται οκλαδόν και μοιάζει να ταξιδεύει παρότι η φυσική της παρουσία είναι εκεί, είναι Ινδιάνα με μακριές κοτσίδες.

Την κοιτά στα μάτια, μα τα μάτια τους παρότι συναντιούνται δεν κοιτιούνται.

Εκείνη την κοιτά επίμονα, σαν να προσπαθεί να αντιληφθεί την παρουσία της, να την βοηθήσει ίσως;

Η γυναίκα -που το πρόσωπό της είναι νέο μα κουρασμένο- μοιάζει υπνωτισμένη.

Κι ο άλλος τις κλακέτες του. Είναι η μάνα του «σκέφτεται». Αυτός είναι ο γιός της. Μα γιατί δεν του λέει κάτι να σταματήσει;

Μοιάζει να ξέρουν κάτι που εκείνη δεν καταλαβαίνει. Μια μυστική ή μάλλον μια απλή συμφωνία. Μια αρχαία συμφωνία.

Εκείνη φοβάται μα διακρίνει κάτι γνώριμο στην ιστορία.

Το ξύπνημα στο κρεβάτι ήταν βάλσαμο. Τι αγωνία ήταν κι αυτή!

Και δεν ήταν δύσκολο -και ταυτόχρονα ήταν- να καταλάβω το όνειρο.

Όταν τη ζωή την παίρνει ο ύπνος, ο θάνατος χορεύει κλακέτες. Ή και το αντίστροφο.

Πραγματικά, τίποτα δεν μου έχει κάνει περισσότερο εντύπωση από αυτήν την ίδια τη ζωή.

Στην πρώτη δημοτικού, υπήρξε μια περίοδος που σχεδόν σε όλες τις φωτογραφίες έχω βγει με ανοιχτό το στόμα. Πρέπει να μου έκανε πολύ εντύπωση αυτή η ζωή.

Και για να επιστρέψω στην πραγματικότητα, τις προάλλες, με ρώτησε κάποια γνωστή κατά πολλά χρόνια νεότερη μου, «αν πιστεύω σε αυτές τις εναλλακτικές θεραπείες».

Της απάντησα πως κάποιες, ένα-δύο, μου έχουν κινήσει το ενδιαφέρον, χωρίς όμως να γνωρίζω περισσότερα είναι δύσκολο να έχω ολοκληρωμένη άποψη.

Επέμεινε, ρωτώντας με «αν πιστεύω στις ενέργειες και τέτοια».

Της απάντησα πως η ύλη μετατρέπεται σε ενέργεια κι ότι κάπως όλοι παράγουμε ενέργεια και ναι, κατά κάποιο τρόπο πιστεύω.

Όχι όμως, ούτε αυτό εννοούσε όπως μου είπε. Εννοούσε αν πιστεύω σε προηγούμενες ζωές κι ότι έχουμε έρθει για να λύσουμε κάποια ζητήματα της προηγούμενης ζωής.

Παλιά, θα γελούσα πολύ. Είχα πιο πολύ κέφι να ταρακουνήσω αυτή τη σοβαρότητα με την οποία με ρώτησε. Πια μου είναι δύσκολο να γελάσω.

Της είπα πως «μπα μωρέ, εδώ δεν μπορώ να λύσω τα ζητήματα που προκύπτουν σε αυτή τη ζωή, θα λύσω και της προηγούμενης που δεν γνωρίζω και τι έγινε;».

Ούτε ξινή γεννιέσαι, γίνεσαι.

Ούτε πρώτη, ούτε δεύτερη ζωή έχει.

Μία είναι κι ίσως να αποτελείται από πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη μπλα, μπλα. Είναι κάπως πολυδιάστατη.

Με εκτίμηση & αγάπη, Α.

(Αγαπητή φίλη, όμορφο το όνειρό σας. Κινηματογραφικό. Υπερπαραγωγή. Τις προάλλες σκεφτόμουν πως έχω πολύ καιρό να δω όνειρο. Τουλάχιστον κάποιο που να το θυμάμαι όταν ξυπνήσω, ή να ξυπνήσω εξαιτίας του. Μου αρέσουν τα όνειρα. Ειδικά, αυτά που κάνω ξύπνιος. Είμαι εντελώς ονειροπαρμένος. Ζω στον κόσμο μου. Τι όμορφο που είναι αυτό. Είναι υπέροχο να ονειρεύεσαι και αυτό δεν μπορεί να σου το πάρει κανείς. Να είστε καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.