Εντυπώσεις από την Ευρώπη (Η επιστροφή του Βασίλη)

Αγαπημένε μου Πιτσιρίκο, να ‘μαι και πάλι!
Σώος και αβλαβής, έχοντας διασχίσει κάτι παραπάνω από 3.350 χιλιόμετρα μαζί με τη γυναίκα μου. Μέσα από τα χιονισμένα, ομιχλώδη και αφιλόξενα μέρη της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης, καθώς και των Βαλκανίων, ένα ταξίδι που μερικές φορές έδειχνε να μην τελειώνει ποτέ.

Στην πορεία, μου δημιουργήθηκαν διάφορες σκέψεις, τις οποίες δεν κατέγραψα επί τόπου με αποτέλεσμα να εξαφανιστούν σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Καλά, όχι πως χάσατε και τίποτα μεγάλα νοήματα.

Πολλή κούραση.

Λέω λοιπόν να πάρω τη διαδρομή νοερά μήπως και συνειρμικά καταφέρω να θυμηθώ τίποτα που να είναι άξιο αναφοράς.

Σουηδία: Τι να πω που δεν έχω ήδη πει, ας την περάσω γρήγορα. Το μόνο που ήταν άξιο λόγου ήταν η αίσθηση πως στο μυαλό μου είχε μια ταινία που γυρίστηκε πριν λίγο περισσότερο από έξι χρόνια, η οποία όμως έπαιζε ανάποδα.

Τα τοπία κύλαγαν αντίστροφα, όπως και τα περισσότερα από τα συναισθήματα που τα συνόδευαν.

Όταν πήγαμε στην Σουηδία, ήταν μέσα Σεπτεμβρίου, οπότε είχε ακόμα φως και τα πάντα ήταν ακόμα πράσινα και ανθισμένα. Είχε ανθίσει και η ελπίδα πως πάμε κάπου καλύτερα. Τώρα ήταν τα πάντα γκρίζα, ξερά και μουντά, αντανακλώντας την εικόνα που μας άφησε τελικά αυτή η χώρα.

Δεν έχουμε βέβαια παράπονο, κάναμε τη δουλειά μας και ανταμειφθήκαμε πολύ πιο δίκαια και απλόχερα από ό,τι αν είχαμε μείνει στην Ελλάδα.

Παραμείναμε όμως οι ξένοι που θα βγάλουν τη δουλειά, την ώρα που οι ντόπιοι και οι εγκλιματισμένοι στη σουηδική εργασιακή νοοτροπία ξένοι θα βγάζουν την ουρά τους απ΄ έξω και θα μας πουλάνε και εξυπνάδα.

Τα υπόλοιπα τα έχω ήδη πει, οπότε περνάμε στη Δανία η οποία μας φάνηκε πιο επίπεδη ακόμα και από τη Σουηδία, και αυτές είναι οι εντυπώσεις μας από αυτή τη χώρα.

Γερμανία: Στάση στον πρώτο σταθμό του αυτοκινητοδρόμου για βενζίνη και φαγητό. Τους μιλάμε αγγλικά, μας απαντάνε γερμανικά. Μόνο στο ξενοδοχείο στο Βερολίνο μας μίλησε η κοπέλα αγγλικά και ήταν ευγενέστατη. Πάλι καλά…

Την επόμενη ημέρα σταματήσαμε στην εθνική, βγαίνοντας από το Βερολίνο για να πιούμε έναν καφέ και να φάμε κάτι. «Φίλτερ κόφι» λέω στην κυρία στο ταμείο. Κάτι σε «φλατσφλούχτεν» μου απαντάει αυτή. «Γουάτ;» της λέω εγώ, κάτι σε «φλουφενμπαχ» μου λέει αυτή.

Αναστενάζω, την κοιτάω βαθειά μέσα στα μάτια και την ρωτάω με ηρεμία και συνάμα απελπισία στα ελληνικά «τι λες γ@μώ τον Χρ***ό σου;».

Μου δείχνει την μηχανή του καφέ λίγο πίσω μου. Δούλεψε το μπινελίκι! Πάω, γεμίζω καφέ και κάθομαι κάτω να περιμένω τη γυναίκα μου. Συνειδητοποιώ πως έριξα Χριστό σε κάποιον που δεν το καταλάβαινε και κλαίω από τα γέλια. Ο κόσμος γύρω με κοιτάζει σαν τρελό.

Δεν έχουν και άδικο.

Σύνορα με την Τσεχία: Βρωμόκρυο, αέρας και χιόνι. Σταματάω να πάρω την απόδειξη πληρωμής διοδίων, τις λεγόμενες βινιέτες. Η τύπισσα με ρωτάει κάτι που δεν καταλαβαίνω αφού της έχω μιλήσει αγγλικά και την έχω πληρώσει, το οποίο αποδεικνύεται πως ήταν «τα ρέστα σε ευρώ ή κορώνες Τσεχίας;» με την τρίτη-τέταρτη προσπάθεια.

Δεν είναι Οξφόρδης τα αγγλικά μου πλέον, ιεραρχικά είναι η τέταρτη γλώσσα στο μυαλό μου γι αυτό και την μιλάω όσο πιο αργά μπορώ, όταν χρειάζεται. Εδώ νομίζουν πως θα τους πάρουν να κάνουν τις αφηγήσεις στα ντοκιμαντέρ του BBC και τα πάνε ροδάνι.

Την γλίτωσε την Παναγία στο τσακ αυτή, αρκούσε η φάση στην Γερμανία για μια μέρα.

Περνάμε την Τσεχία χωρίς πολλά πολλά, εκτός από μια υπερβολικά καλή χοιρινή μπριζόλα στην στάση μας. Γενικά, το ίδιο αδιάφορα όπως και η Δανία.

Μπαίνουμε στην Ουγγαρία.

Όλοι οι βαλκάνιοι που κατεβαίνουν στις χώρες τους καθώς και πολλοί Τούρκοι συναντιούνται εκεί. Οδήγηση σαν να μην υπάρχει αύριο, τεράστιες ουρές λόγω δυστυχημάτων.

Όποιος έχει δει έστω μια ταινία της εποποιίας του Μαντ Μαξ μπορεί να καταλάβει.

Σύστημα στα βενζινάδικα της Ουγγαρίας, όπου συναντήσαμε γενικά και τον μεγαλύτερο όγκο οχημάτων: Σταματάς για τις αντλίες και οι ουρές είναι τεράστιες. Στο πρώτο βενζινάδικο σκέφτηκα πως τελείωσαν τα καύσιμα και περιμένουν τα βυτιοφόρα για ανεφοδιασμό.

Συνεχίζουμε και βγαίνουμε στο επόμενο, τα ίδια και χειρότερα. Αντί να έχουν πληρωμή με κάρτα ώστε να γεμίζεις και να παίρνεις το όχημά σου πιο πέρα, το παρκάρεις μπροστά στην αντλία, πας για φαγητό, τουαλέτα και πληρωμή και μετά φεύγεις.

Αποτέλεσμα: μέσος χρόνος ανεφοδιασμού περί τα είκοσι λεπτά ανά όχημα, ανάλογα και με τον αριθμό επιβατών. Είχαμε τρία οχήματα μπροστά, πάει μια ώρα για δουλειά πέντε λεπτών.

Τα νεύρα μας κρόσια φυσικά. Πάει και αυτό, φτάνουμε το βράδυ στο ξενοδοχείο. Νοηματική με τον μπάρμπα αλλά είχαμε μιλήσει με την κόρη του στο τηλέφωνο.

Πρωί, πάμε να πληρώσουμε, ο γιός του στο ταμείο. Τι το ‘θελε; Είχε όρεξη για κουβέντα, δώσ’του και το google-translate για να μας πει πως είχε πολλές μέλισσες φέτος στην Ελλάδα. Τα έχω γράψει στον Πιτσιρίκο μεγάλε, ήθελα να του πω.

Με τα πολλά, ξεκολλάμε και φτάνουμε σύνορα με την Σερβία.

Τέσσερις ώρες αναμονή, διαλύθηκε το είναι μας. Οι βαλκάνιοι κάνουν παρεάκια και γυροφέρνουν. Κάποιοι πιάστηκαν από τα χέρια και χόρευαν στην μουσική που ερχόταν από ένα αυτοκίνητο.

Μας μιλάνε σλάβικα από το ανοιχτό παράθυρο, τους απαντάμε στα αγγλικά, δεν πτοούνται. Συνεχίζουν στα σλάβικα και εμείς γελάμε και λέμε απλά «ΟΚ». Μπορεί να τρώω τον χριστό που έριξα στην Γερμανίδα και να μην το καταλαβαίνω.

Βλέπω κάτι φάτσες και προσπαθώ να τους δώσω όνομα κάνοντας τη γυναίκα μου να γελάει. «Σλόμπονταν τον κόβω, αν και από κοντά τον κάνεις περισσότερο για Ράντοβαν».

Κλασικό βαλκανικό swag: Ένα ατσούμπαλο περπάτημα που μοιραζόμαστε με όλους τους βαλκάνιους και σε συνδυασμό με το βλέμμα που σε κοιτάει χωρίς να καταλαβαίνεις αν θες να σου πιάσει κουβέντα, αν προσπαθεί να θυμηθεί από πού σε ξέρει ή αν θέλει να σε σκοτώσει και με τα χαρακτηριστικά που είναι μεσανατολίτικα αλλά δεν είναι, είναι ιταλικά αλλά δεν είναι, είναι τούρκικα αλλά δεν είναι, αλλά ούτε και σλάβικα είναι, κάνει τους Έλληνες να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο με μια ματιά όπου και αν βρίσκονται.

Αλήθεια, ούτε το διαβατήριο στο μέτωπο να είχαμε.

Στην πραγματικότητα φοβάμαι τους πρώην γιουγκοσλάβους, παρά το γεγονός ότι είναι ανοιχτόκαρδοι και έχουν την ίδια βρώμικη και βέβηλη αίσθηση του χιούμορ με εμάς.

Είναι λαός που πολέμησε πρόσφατα στην ιστορία. Αυτό φυσικά δεν τους κάνει κακούς σαν άτομα, απλά αυξάνει την πιθανότητα ένας άντρας περίπου στην ηλικία μου και μεγαλύτερος να έχει κάνει στη ζωή του πράγματα που δεν θέλω ούτε να τα σκέφτομαι.

Στην Σουηδία παρατηρείς, λόγω του μεγάλου αριθμού προσφύγων από εμπόλεμες περιοχές, πως η ανερχόμενη και πιο βίαιη εγκληματική οργάνωση απαρτίζεται πάντα από εθνότητες που έχουν έρθει φρέσκες από τον πόλεμο.

Αυτό φυσικά οφείλεται περισσότερο στην γκετοποίησή τους παρά στις εμπειρίες τους, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ο ίδιος στην κατάσταση πολέμου και ειρήνης.

Οι περισσότεροι όμως από αυτούς δεν γνωρίζουν μια κατάσταση ηρεμίας και σιγουριάς μετά τον εφιάλτη που έζησαν στον πόλεμο, και το αποτέλεσμα είναι να μεταφέρουν την βία από το πεδίο της μάχης στη γειτονιά τους.

Ξεφεύγω, όμως.

Ο Ούγγρος συνοριοφύλακας με κοιτάει στην φάτσα και πριν προλάβει να δει τα διαβατήριά μας με ρωτάει «Γρέκο;» Το αυτοκίνητο έχει σουηδική πινακίδα, έχω μούσι μουτζαχεντίν, αλλά μάλλον κρύβεται ένας κούρος από κάτω. Κλασική ομορφιά.

Είναι το βλέμμα που έλεγα, δεν χρειάστηκε καν να με δει να περπατάω ατσούμπαλα.

Περνάμε στην Σερβία.

Αρχίζουμε και διασχίζουμε κάτι ατελείωτες πεδιάδες. Όπου πλησιάζουμε σε κατοικημένες περιοχές, η αιθαλομίχλη από την καύση ξυλείας για θέρμανση είναι κάτι το εντυπωσιακό. Με την κακή έννοια, όπως ήταν πριν κάποια χρόνια στην Ελλάδα για ένα διάστημα.

Φαντάζομαι πως εκεί θα είναι πάντα έτσι όμως, και αν λάβουμε υπ’ όψιν πως τα κρύα εκεί πάνω δεν είναι δεκαπέντε ημέρες τον χρόνο όπως στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας, το προσδόκιμο επιβίωσης του πληθυσμού πρέπει να είναι τραγικά χαμηλό εξ αιτίας των πνευμονικών παθήσεων.

Το ίδιο και στην Βουλγαρία.

Φτάνοντας στην Σόφια, αφού περάσαμε τα σύνορα χωρίς ιδιαίτερα ντράβαλα, κάνουμε λάθος και περνάμε στον περιφερειακό. Το gps μας βγάζει σε κάτι παγωμένους δρόμους με λακκούβες, και, εκεί που κοντεύουμε να βγούμε επιτέλους ξανά στην εθνική, κόβω απότομα ταχύτητα.

Ένα ζευγάρι εφήβων διασχίζει τον δρόμο μέσα στο σκοτάδι, πηγαίνοντας στην παρέα που τους περιμένει στην άλλη πλευρα. Πρέπει να είναι καμιά εικοσαριά άτομα. Η γυναίκα μου αναστενάζει με ανακούφιση, «καλά που τους είδες».

Της απαντάω πως, αν δεν τους είχα δει και τους χτυπούσα, θα μας έθαβαν εκεί οι Βούλγαροι και δεν θα μας ξαναέβρισκαν ποτέ. Σε άλλη περίπτωση, θα ξεκινούσε αντιπαράθεση για το αν υπερβάλλω ή όχι, αλλά κατάλαβα πως το κλίμα και οι φάτσες ήταν τέτοια που δεν σήκωνε και πολλή αμφισβήτηση το πράγμα.

Ο δρόμος μας βγάζει από την εθνική μέσα από κάτι χαράδρες που, αν ταξιδεύαμε ημέρα και χαλαρά, θα ήταν όμορφα τοπία. Στη δική μας φάση όμως έχει περάσει η ώρα και πλέον η γυναίκα μου έχει αποφασίσει πως θα κάνουμε και τρίτη διανυκτέρευση στη Θεσσαλονίκη γιατί δεν θέλει να φτάσουμε ξημερώματα στον προορισμό μας.

Τα τελευταία χιλιόμετρα στην Βουλγαρία είναι σαν να πετάς με αεροπλάνο, γιατί κινείσαι σε ένα σύννεφο με μηδέν ορατότητα λόγω της πυκνής ομίχλης.

Το ταξίδι τελειώνει με εμένα να μπαίνω ανάποδα στην Βασιλίσσης Όλγας στη Θεσσαλονίκη και ο κόσμος αντί να με λυντσάρει να δείχνει κατανόηση βλέποντας τις ξένες πινακίδες, όσο κάνω όπισθεν με τα αλάρμ αναμένα.

Σου λέει μάλλον «και καντίλλλια να τον ρίξω τον μ@λλλάκα, ξένος είναι και δεν θα καταλλλάβει».

Η επόμενη ημέρα, άνευ επιπλοκών και απροόπτων, μας βρίσκει να ταξιδεύουμε με ντάλα ήλιο και σχεδόν είκοσι βαθμούς.

Ένα συμπέρασμα που έβγαλα πάντως είναι το εξής, αν και μπορεί να κάνω και λάθος: Στο εξωτερικό οι περισσότεροι πατριώτες είναι από την βόρεια Ελλάδα, και είναι αυτοί που παραπονιούνται λιγότερο για τη Σουηδία.

Βλέποντας την κεντρική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και την βόρεια Ελλάδα, κατάλαβα γιατί οι περισσότεροι μετανάστες από αυτά τα μέρη δεν βρίσκουν τόσο ενοχλητικές τις καιρικές συνθήκες στη Σκανδιναβία.

Η αφεντιά μου γεννήθηκε και έζησε δεκαεφτά χρόνια σε απόσταση πέντε μέτρων από τη θάλασσα, καθώς και ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου στη Σικελία, άντε και διακόσια μέτρα από τη θάλασσα.

Ο χειμώνας στο μυαλό μου πρέπει να διαρκεί ένα-δύο μήνες το πολύ, ούτε πέντε, ούτε οχτώ.

Μπορεί και να χιονίσει κάθε τόσο, μπορεί και να κάνει και πολύ κρύο μερικές φορές.

Μετά θα φυσήξει το βοριαδάκι και θα σπάσει τη μούχλα, θα φύγουν τα σύννεφα και θα αστράφτει ο ήλιος. Θα κάτσω και θα ζεσταθεί η φάτσα μου μέχρι να πάρει πάλι το κατάμαυρο της χρώμα. Θα βγω και θα χαζεύω την καταγάλανη θάλασσα.

Αυτό ήταν κάτι που δεν υπήρχε στα χρόνια που έζησα στην βόρεια Ιταλία, μέσα στον κάμπο της Λομβαρδίας, και φαντάζομαι πως θα μοιάζει γενικά μέσα στον χρόνο με τις καιρικές συνθήκες των περιοχών που ανέφερα.

Συνηθίζεις, όμως, σε αυτό που έμαθες από μικρός, και το αγαπάς, όπως και αν φαίνεται στους άλλους.

Οι Σουηδοί αγαπούν την χώρα τους, δεν θεωρούν περίεργα τα ατελείωτα κρύα και τα σκοτάδια. Το ίδιο και οι Βαλκάνιοι ή οι Κεντροευρωπαίοι.

Εγώ ξέρω πως θέλω φως, ζέστη, και φυσικά την καλή μου την παρέα. Μου δίνεται τώρα μια ευκαιρία να τα έχω και τα τρία, και λέω να την απολαύσω όσο διαρκεί.

Τίποτα στη ζωή δεν είναι σίγουρο, μέχρι τώρα μας πάει καλά, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Ποτέ δεν αποκλείω την πιθανότητα να σκύψω το κεφάλι και να ξαναγυρίσω επάνω, στους χειμώνες και στα σκοτάδια.

Τύχη θέλει στη ζωή, το έχω πει και το ξαναλέω, και θα το λέω πάντα. Αλί σε αυτούς που πιστεύουν ακράδαντα πως η πορεία της ζωής τους είναι αποτέλεσμα της ικανότητάς τους και όχι της τύχης τους.

Το να περιφρονείς τους άτυχους, όταν είσαι τυχερός, είναι ύβρις και, αν πιστέψουμε στην παράδοση, δεν συγχωρείται από τους θεούς.

Κανείς δεν διάλεξε να αποτύχει, να αρρωστήσει, να γεννηθεί νευρικός, αγχωμένος και φοβικός, με λιγότερες ικανότητες, επιμονή και κουράγιο από τους άλλους.

Πάλι ξεφεύγω, όμως. Πίσω και πάλι, στην ίδια χώρα που άφησα πίσω πριν πολλά χρόνια πιστεύοντας πως δεν θα ξαναγυρίσω μόνιμα. Με πολύ διαφορετικές συνθήκες, όμως, και όταν κοιτάζω πίσω μου, με τεράστια τύχη σε όλη μου τη ζωή.

Ελπίζω να συνεχίσει έτσι, και εύχομαι την ίδια τύχη σε όλους.

Την αγάπη μου και τις ευχές μου, από την κρύα και βροχερή σήμερα Στερεά Ελλάδα, όπου η φωτιά θα ανάψει και το κοντοσούβλι θα θυσιαστεί θέλει δε θέλει, παρά τις καιρικές συνθήκες.

Βασίλης

(Φίλε Βασίλη, δεν υπάρχει τίποτα πιο χριστουγεννιάτικο από την επιστροφή σου στην Ελλάδα. Καλώς ορίσατε! Ένας τρόπος για να εκτιμήσει κάποιος την Ελλάδα είναι να ζήσει στις Σουηδίες και μετά να επιστρέψει με το αυτοκίνητο, διασχίζοντας όλη την Ευρώπη. Βασίλη, αυτές τις μέρες έχω ανταλλάξει μέιλ με ευχές με πολλούς από τους ανθρώπους από ευρωπαϊκές χώρες του Βορρά που έχω γνωρίσει τα καλοκαίρια στα νησιά. Όλοι μου έγραψαν πως περιμένουν με αγωνία το καλοκαίρι για να έρθουν στην Ελλάδα. Όλοι. Εγώ τους έγραφα χρόνια πολλά και καλές γιορτές, και αυτοί μου έγραφαν πως περιμένουν να περάσει ο καιρός για να έρθουν στην Ελλάδα. Βασίλη, οι Έλληνες περπατάμε πολύ άσχημα. Η Μελίνα Μερκούρη έλεγε πως μπορεί να ξεχωρίσει έναν Έλληνα -μόνο από τον τρόπο που βαδίζει- οπουδήποτε. Βέβαια, νομίζω πως οι νέες γενιές έχουν βελτιωθεί κάπως. Αν και τώρα που όλοι περπατάνε κοιτώντας ένα κινητό, όλοι οι άνθρωποι του πλανήτη θα περπατάνε με τον ίδιο τρόπο. Σαν ηλίθιοι δηλαδή. Βασίλη, εύχομαι η επιστροφή στο φως -γιατί ένα φως είναι όλη η ουσία της Ελλάδας- να κρατήσει για πάντα. Και βέβαια, ελπίζω να γνωριστούμε επιτέλους. Να περάσετε όμορφα τις γιορτές. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.