Το καλοριφέρ

Πιτσιρίκο καλησπέρα!
Μεγάλωσα σε ένα μικρό σπίτι. Ήταν ένα σπίτι με μία κρεβατοκάμαρα και μεγάλη κουζίνα. Στην οικογένεια ήμασταν 5. Χωράγαμε και δε χωράγαμε δηλαδή.

Το σπίτι αυτό, παρότι μικρό, ήταν πάντα παγωμένο. Παγωμένα δωμάτια, παγωμένα χέρια, δύο ζευγάρια κάλτσες, με αποτέλεσμα να περάσω την παιδική μου ηλικία με βήχα, πονόλαιμους και πυρετούς, παρά τις μπόλικες κουβέρτες που με σκέπαζαν κάθε βράδυ τους χειμώνες.

Η μόνη πηγή θέρμανσης, ήταν ένα μικρό ηλεκτρικό σομπάκι, εκείνο με τις ράβδους που πυρακτώνουν όταν το βάζεις στην πρίζα και, φυσικά, δεν ζέσταινε καθόλου.

Μας ξεγελούσε βέβαια το πορτοκαλί του χρώμα, θύμιζε λίγο τη φωτιά, άρα και λίγο τη θέρμη της φωτιάς.

Κατά τη μητέρα μου, βέβαια, αυτό το σομπάκι, που το ανάβαμε συνήθως για καμιά ωρίτσα τα βράδια για να μην καταναλώνουμε και πολύ ρεύμα, ήταν θαυματουργό.

Θεράπευε πόνους μέσης, κοιλόπονους, θλάσεις και άλλα πολλά· το πιστολάκι για τα μαλλιά, μας είχε επίσης γλιτώσει άλλες τόσες φορές από τους γιατρούς, γιατί θερμαίνει όπως καταλαβαίνεις, και αν ξυπνήσεις με πιάσιμο στην πλάτη, τύφλα να έχουν τα έμπλαστρα Λέοντος.

Από τότε άρχισα να ζήλευω. Ζήλευα τα ζεστά σπίτια. Ζήλευα ειδικά -και πολύ συγκεκριμένα- τα σπίτια με τζάκι!

Λύσσα με έπιανε, όταν σκεφτόμουν πως κάποιοι καταραμένοι συμμαθητές μου -που φωτιά να έπεφτε να τους έκαιγε, εμένα τότε δεν θα με πείραζε και πολύ, η αλήθεια να λέγεται- έχουν το προνόμιο του τζακιού ή ακόμα και του καλοριφέρ.

Με ενοχλούσε τρομερά το κρύο στο σπίτι μας, με ενοχλούσε που δεν είχα ποτέ δικό μου δωμάτιο, με ενοχλούσε που οι γονείς μου ήταν μεροκαματιάρηδες και δεν μπορούσαν να μας προσφέρουν ένα σπίτι πιο ζεστό, πιο μεγάλο, πιο «φιλικό για παιδιά». Αλλά ας μείνουμε στο καλοριφέρ.

Μεγαλώνοντας και φτάνοντας τα 18 και έχοντας μεγάλο ζόρι και καημό να ανοίξω τα φτερά μου και να βρω αλλου ζεστασιά, μακριά από την οικογενειακή θαλπωρή όπως σωστά υποθέτεις, δέχτηκα να συγκατοικήσω με μια φίλη μου.

Βρέθηκα να μένω πάλι σε ένα σπίτι χωρίς καλοριφέρ.

Τότε τη ζεστασιά των πατουσακίων, την είχε αναλάβει ενα τόσο δα αερόθερμο που πολύ το είχα αγαπήσει.

Πέρασε ο καιρός, η συγκατοίκηση έλαβε τέλος και κάπου εκεί η ζωή με πήγε σε μια άλλη πόλη. Εκει γνώρισα καποιον.

Αυτός ο κάποιος είχε δικό του σπίτι. Και μαλλον κι εγώ ήμουν καπως ερωτευμένη,δεν εξηγείται διαφορετικά να δεχτώ ΕΓΩ -μια κούκλα σαν τα ΚΡΥΑ τα νερά τότε- να κατοικήσω σε ένα σπίτι που, άκουσον άκουσον, δεν είχε θέρμανση.

Το κτίσμα, σχετικά παλιό, έχασκε αέρα θαλασσινό από παντού.

Πέρασα αρκετούς χειμώνες με μπουφάν μέσα στο σπίτι.

Έκανα πολύ υπομονή και περίμενα κάποια χρόνια, μπας και φιλοτιμηθεί ο Άι βασίλης να μας δωρίσει κάνα σώμα καλοριφέρ με όλα του τα συμπαρομαρτούντα, αλλά μάταια.

Αντιθέτως, μου έφερε μερικά παιδάκια στην αγκαλιά μου, που, ως όφειλα, έπρεπε να τα μεγαλώνω ζεστά, αυτη τη φορά με τη βοήθεια ενός θερμοπομπού· άξιος ο κύριος πομπός, το παιδικό δωμάτιο το ζέσταινε ζάχαρη.

Πέρασαν μερικά χρόνια και η ζωή με έκανε να πρέπει να αποχωριστώ τον πομπό.

Ανήκε σε άλλον ο πομπός, όπως και το σπίτι που έμπαζε. Έτσι, η ζωή με προσγείωσε σε ένα σπιτάκι 47 τμ.

Ακόμα δεν έχω κλείσει χρόνο στο μικρό σπίτι μου, καλούμαι να μεγαλώσω μερικά μικρά παιδιά εδώ, έχω μετατρέψει το μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού σε παιδικό δωμάτιο και κάπως βολευτήκαμε.

Προχθές το απόγευμα, ήρθε ο σπιτονοικοκύρης και με ρώτησε αν θέλω να συμμετέχω οικονομικά στο πετρέλαιο της πολυκατοικίας.

Για μια στιγμή πήγα να πω ΝΑΙ! ΘΕΛΩ!, αλλά μετά θυμήθηκα ότι για φέτος είναι μια δύσκολη χρονιά και οικονομικά δεν μπορώ να ανταπεξέλθω.

Έτσι καμώθηκα ότι δεν κρυώνουμε και πολύ προς το παρόν, που έχει και μια δόση αλήθειας.

Και αποφάσισα να μην με πειράξει. Μένω σε σπίτι με καλοριφέρ τώρα. Δεν ανάβουν ακόμα.
Θα ανάψουν όμως. Μου το έχω υποσχεθεί. Του χρόνου.

Χριστίνα

(Αγαπητή Χριστίνα, για να σε παρηγορήσω, μένω σε ένα σπίτι πιο μικρό από το δικό σου. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω μείνει σε μεγάλο σπίτι, εκτός από τις περιπτώσεις που με φιλοξενούν φίλοι ή μου παραχωρούν για ένα διάστημα τα σπίτια τους κάποιοι αναγνώστες στα νησιά. Η αλήθεια είναι πως έχω μείνει μερικές μέρες σε κάποια πολύ μεγάλα και ωραία σπίτια. Αλλά και πάλι, εγώ σε ένα δωμάτιο μένω. Εκεί που κοιμάμαι. Το υπόλοιπο σπίτι δεν με αφορά. Γιατί, είτε στην Αθήνα είτε στα νησιά, μου αρέσει να είμαι συνέχεια έξω. Σκασίλα μου για τα σπίτια. Θέλω να είμαι όλη μέρα έξω, αν γίνεται. Απορώ τι στο διάολο κάνουν αυτοί που κάθονται όλη μέρα μέσα στο σπίτι τους. Εμένα με πιάνουν τα νεύρα μου, αν για κάποιο λόγο δεν μπορώ να βγω έξω. Βέβαια, δεν είχα ποτέ θέμα με την θέρμανση. Στην πολυκατοικία που μένω, ανάβουν το καλοριφέρ τον Οκτώβριο και το κλείνουν τον Μάιο. Δηλαδή, εγώ κάνω μπάνια στα νησιά και αυτοί έχουν ακόμα αναμμένο το καλοριφέρ. Επίσης, δεν μου αρέσει η ζέστη. Και δεν μπορώ να γράψω, όταν κάνει ζέστη. Η ζέστη μου αρέσει το καλοκαίρι. Οπότε, τον χειμώνα κοιμάμαι με τα παράθυρα ανοιχτά. Τέντα. Χριστίνα, εσείς οι γυναίκες κρυώνετε πιο πολύ. Δηλαδή, και τον Αύγουστο, κρύα σας φαίνεται η θάλασσα. Βέβαια, δεν ξέρω σε ποια πόλη μένεις. Γιατί αν μένεις σε καμιά Φλώρινα, θα κρύωνα κι εγώ χωρίς θέρμανση. Αλλά στην Αθήνα δεν υπάρχει θέμα. Ειδικά στο κέντρο. Χριστίνα, εύχομαι να ζεσταθείς. Γιατί σημασία έχει να έχει ο καθένας αυτό που θέλει και έχει ανάγκη. Ας πούμε, εγώ, ακόμα και τώρα, σκέφτομαι τα μπάνια στην θάλασσα. Να είσαι καλά. Καλές γιορτές. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.