Έρωτας στις λάσπες

-Ξύπνα λοχία, έχουμε νούμερο δώδεκα-δύο να φυλάξουμε την υδροφόρα. Δώδεκα παρά πέντε είναι γαμώτο. Πριν μισή ώρα γυρίσαμε από την άσκηση και έπεσες να κοιμηθείς; Χειρότερα είναι.

-Ω ρε φίλε, δεν με σκοτώνεις καλύτερα! Και δεν ξέρω και που είναι αυτή η μαλακισμένη η υδροφόρα. Που στο διάλο να την βρούμε μες τα άγρια μεσάνυχτα εδώ στα κατσάβραχα που μας έχουν φέρει; Γ@μώ τον ανταρτοπόλεμο τους και Γ@μώ τον στρατό τους, χειμωνιάτικα!

-Φόρεσε και το αδιάβροχο λοχία. Έρχεται τρελή καταιγίδα.

-Γιατί, πότε έφυγε και έρχεται; Απ’ τη μέρα που ήρθαμε δεν έχει σταματήσει. Πεζοναύτες έχουμε γίνει. Δεν φοράω τίποτα. Σιγά μην τρέχουμε νυχτιάτικα να βρούμε την υδροφόρα μέσα στο δάσος μ’ αυτόν τον ψόφο. Εδώ παρά κάτω έχει ένα εκκλησάκι. Θα πάμε να χωθούμε μέσα, να γλυτώσουμε την βροχή, να περάσει και η ώρα. Έτσι κι αλλιώς, δε λέει να κάτσουμε μέσα στο σκηνάκι, μπάζει από παντού. Μες τη λάσπη είναι.

-Και τους προηγούμενους που είναι εκεί από τις δέκα, ποιος θα τους αλλάξει ρε λοχία, ο Φούφουτος;

-Ας βρούνε τη μάνα τους να τους αλλάξει. Έτσι κι αλλιώς, τόσο μούσκεμα που θα είναι, άλλαγμα θα θέλουν.

«Ίσα-ίσα που βλέπαμε στα δυο μέτρα. Φακός, δεν, για να μη μας πάρουν χαμπάρι. Μέσα στο δάσος αρματωμένοι, στη μέση του πουθενά, με καταιγίδα, κατηφορούσαμε για το εκκλησάκι. Μόλις άστραφτε και η κόρη του ματιού τα τίναζε, δεν βλέπαμε την τύφλα μας.»

-Τυφλώθηκα Παναγία μου, αυτό ήτανε. Πάει ο αμφιβληστροειδής μου.

Δώδεκα και τέταρτο η ώρα, λοχία. Δεκατέσσερις Φεβρουαρίου, κι αντί να είμαι με την κοπέλα μου αγκαλιά, είμαι με σένα σε ένα έρημο εκκλησάκι στου διαόλου τον κόρακα μ’αυτό το κρύο και την βροχή. Ποιος να μου τό’λεγε! Μπας και με γουστάρεις λοχία και βρήκες τρόπο να μου την πέσεις; Δεν πάω με λοχίες. Από Λοχαγό και πάνω.

-Προχώρα ρε κι άσε τις μ@λακίες, φτάσαμε. Άνοιξε την πόρτα κι έμπα σιγά σιγά, μη σκοτωθούμε σε κάνα μανουάλι, δεν βλέπω τίποτα.

«Ππππππππρρρρρρροοοοουυυυυυττττττττςςςςςς»

-Τι ‘ταν αυτό ρε;

-Ξέρω γω; Μας έκλασε ο Άγιος Βαλεντίνος μέρα που είναι. Κάτσε να ανάψω τον αναπτήρα.

Λοχία, άμα αφαιρέσεις τον λόχο διοικήσεως, δηλαδή, καμιά τριανταριά άτομα μαζί με τον διοικητή τους, που κοιμούνται κατάχαμα, μόνοι μας είμαστε. Ψυχή δεν υπάρχει.

-Κάνε όπισθεν όπως μπήκαμε και πρόσεχε μην πατήσεις κανενός τα πόδια με τις αρβύλες σου. Σιγά-σιγά.

«Βγαίνοντας τελικά τρεχάτοι απ’το εκκλησάκι, καθότι πάτησα έναν ηλίθιο στη μούρη, που κοιμόταν ανάποδα, βρεθήκαμε να περιπλανιόμαστε στο δάσος. Ούτε ξέραμε από που είχαμε ξεκινήσει και που ήμασταν. Μέσα στην πίσσα σκοτάδι, την βροχή και το κρύο.»

-Ω ρε πoύστη μου, εδώ θα βρουν τα κοκαλάκια μου, δεν την βγάζω σήμερα.

-Ε, σου είπα ρε λοχία, πάρε το αδιάβροχο, μου έκανες την δύσκολη. Κοίτα εγώ, στάλα δεν έχει περάσει. Στεγνός και ετοιμοπόλεμος. Και χρωστάς και δείπνο με κεριά μέσα στο ρομαντικό έρημο εκκλησάκι.

-Σκάσε και προχώρα.

-Α, λοχία, κοίτα τι έχει εδώ.

-Τι, πού;

-Να εδώ.

-Τι’ναι αυτό ρε; Σαν τάφρος μοιάζει.

-Ναι κι απ’ότι μπορώ να διακρίνω, είναι φτιαγμένη από πέτρες και καλύπτεται από πάνω με πυκνή βλάστηση. Ωραία κρυψώνα. Και δεν θα βρεχόμαστε κιόλας, άμα μπούμε μέσα.

-Βαθιά μου φαίνεται όμως ότι είναι.

-Για κάνα δυο τρία μέτρα την κόβω εγώ λοχία. Κάτσε να πηδήξω εγώ πρώτος, να δω αν μπορώ να ξανά βγω κι αν όχι, με τραβάς και την κάνουμε για αλλού.

Πρόσεχε ρε, ναι;

-Τι να προσέχω ρε λοχία; Εγώ είμαι μάχιμος, κομάντο, Ράμπο το πρώτο αίμ..

ΧΧΧΛΛΛΟΟΟΟΟΟΥΥΥΥΥΥΥΥΤΤΤΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣ

-Ωχχ αμαααάν!

-Τι’ναι ρε, τι έπαθες και δεν βλέπω τη μύτη μου;

-Α, τίποτα ιδιαίτερο λοχία. Μόνο που έχω χωθεί στη λάσπη μέχρι τον αφαλό. Και δε μυρίζει και ωραία. Είναι ανάμεικτη.

-Μπορείς να κουνηθείς για να ανέβεις;

-Μπαα, κάνω να κουνηθώ και βουλιάζω περισσότερο.

-Ου πανάθεμά σε! Μόνο εσύ θα μπορούσες να το κάνεις αυτό! Να μας βρει καμιά συμφορά νυχτιάτικα.

-Ναι, είμαι μοναδικός. Όπως και η λάσπη που μετά τις αρβύλες μου, κατρακυλάει και μέσα στο σώβρακό μου. Τι κάνουμε, θα το συζητάμε για πολύ ακόμα;

-Πιάσε το όπλο να σε τραβήξω.

Εεεεεε οοοππππ, εεεεε οοοππππ..

-Ωραία! Οι όρxεις μου σ’ευγνομονούν λοχία! Σου χρωστάω χάρη. Αλλά μάλλον δεν κάνει αυτή η κρυψώνα. Δεν πάμε παρακάτω;

-Χλατς χλουτς – χλατς χλουτς, ένα δύο, έν’ δυο, έν δυο, τρία κι αλλαγηηηή.

-Λοχία είσαι μ@λάκας.

-Ε, μααα! Μέσα στο πουθενά, βρήκες το βόθρο του Ράμπο κι έπεσες μέσα.

Βλέπω ένα φως όμως να κοντοζυγώνει. Λες να είναι η περίπολος; Την βάψαμε.

-Δε πα να ‘ναι κι ο Στρατηγός. Δεν το κουνάω από δω. Τέρμα. Σαν κινούμενο σκατό είμαι. Ας έρθει κι ας γίνει ό,τι θέλει.

Βρε βρε, για κοίτα. Δεν είναι η περίπολος. Οι προηγούμενοι σκοποί είναι. Τι έγινε ρε παιδιά; Σας άρεσε η ρομαντική νύχτα και σουλατσάρετε; Δεν πιστεύω να βραχήκατε.

-Πού βρισκόμαστε ρε γαμώτο; Χαμένοι από τις δέκα είμαστε και η υδροφόρα άφαντη.

-Κι εσείς;

-Κι εμείς.

Κι όχι μόνο χαμένοι αλλά και χεσμένοι. Εγώ δηλαδή. Που μπορεί να μην βρήκα την υδροφόρα, αλλά ανακάλυψα τη χέστρα του Σταλόνε.

Ευτυχώς όμως!

Φορούσα αδιάβροχο.

Ε, λοχία;

Άντε, χρόνια μας πολλά και του χρόνου!

Με αγάπη και εκτίμηση!

Βαλαβάνης Δημήτρης

Υ.Γ.1 Φίλε μου Πιτς, όσοι υπηρετήσαμε τη μαμά πατρίδα, έχουμε να διηγηθούμε πολλές ιστορίες από εκείνη την περίοδο. Όπως άλλωστε ξέρουμε, όταν οι άντρες αρχίζουν να μιλούν για τη θητεία τους, τελειωμό δεν έχουν. Οι φάσεις πολλές. Άλλες σοβαρές και άλλες κωμικές. Αυτές με τα ευτράπελα όμως, κερδίζουν. Τουλάχιστον στην δική μου περίπτωση. Αφού, καμιά φορά σκέφτομαι, να τις γράψω όλες μαζί και να τις στείλω στον Περάκη. Διάλεξα να σου γράψω την συγκεκριμένη, γιατί έχει να κάνει με τη σημερινή μέρα.

Υ.Γ.2 Κάνα δυο άλλες που είναι για να πέφτεις κυριολεκτικά κάτω από τα γέλια, θα στις πω από κοντά όταν και άμα με το καλό ξαναβρεθούμε. Σε φιλώ και γρήγορα περδίκι!

Υ.Γ.3 Happy Valentines!

(Φίλε Δημήτρη, εγώ δεν λέω και πολλές ιστορίες από τον στρατό γιατί στην θητεία μου στο Πολεμικό Ναυτικό, γνώρισα περισσότερες γυναίκες από άνδρες. Επίσης, μπορεί να ήταν 26 μήνες αλλά γέλασα πάρα πολύ. Οπότε, ακούω όλους τους «βασανισμένους» και σωπαίνω. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.