Μουσική και κατσαρόλα

Πιτσιρίκο, γειά χαρά
Βγήκαν τα αριστουργήματα, οι τραγωδίες και οι κωμωδίες των αρχαίων Αθηναίων, δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν, και μετά κενό. Δυο χιλιάδες χρόνια μέχρι να εμφανιστούν ο Σαίξπηρ και ο Μολιέρος. Και μετά, η όπερα. Και πιο μετά, ο Μπρεχτ, ο Ουίλιαμ Σόμερσετ Μομ. Και παράλληλα η κινηματογραφική τέχνη -Τσάπλιν, Κουροσάβα κλπ.

Βγήκαν τα αριστουργήματα του Μπαχ, του Μότσαρτ του Μπετόβεν, τα αριστουργήματα της όπερας, της χορωδιακής και -κυρίως- της οργανικής μουσικής, και ακόμα δεν έχουν ξεπεραστεί.

Τιτανοτεράστιος ο Βάγκνερ, παπάδες έγραφε, τι μετατροπές σε όργανα έκανε, τι αύξησε την ποσότητα και την ποικιλία στη συμφωνική ορχήστρα, τι χρησιμοποιούσε παράλληλα και μουσικούς που έπαιζαν από τα παρασκήνια, τι του έφτιαξαν ειδικό θέατρο για να αποδίδονται καλά τα έργα του, τι ανακάλυψε καινούργιες δομές σε κάθε παράμετρο της τέχνης του, τα τρία προαναφερθέντα «Μ» δεν θεωρείται οτι τα έφτασε.

Βγήκε ο Ελ Γκρέκο, ο Ντα Βίντσι, ο Μποτιτσέλι και μετά περάσαν αιώνες μέχρι να εμφανιστούν οι Πικάσο, Νταλί, κλπ.

«Πέθανε η φυσική» ψιθύριζαν όλοι στα τέλη του 19ου αιώνα. Τα είπαν όλα οι Νεύτων, Λαβουαζιέ κλπ. Και ξαφνικά, σκάει μύτη ο Αϊνστάιν, ο Πλανκ, ο Ποινκάρ και φέρνουν τα πάνω κάτω.

Και ο Πικάσο, ο Βαν Γκογκ τα πάνω κάτω έφεραν. Άλλη αντίληψη, άλλη τέχνη. Και η Τζαζ, τα πάνω κάτω έφερε. Και απο κοντά το ροκ και τα λαϊκά, ρεμπέτικα, έντεχνα όλου του δυτικού κόσμου.

Ο Αιώνας του Τραγουδιού, Πιτσιρίκο.

Έτσι θα αποκαλούν τον 20ο αιώνα. Το τραγούδι, αυτό που είναι «στα χείλη του λαού», γιγαντώθηκε και μεγαλούργησε από το ’30 εως το ’90 (χοντρικά). Και στην Ελλάδα, και στη Γαλλία, και στην Αγγλία, και στις ΗΠΑ και στην Αργεντινή, και στην Ισπανία, και στην Ινδία και αλλού.

Και τώρα, η «εποχή των μεγάλων τραγουδιών» πέθανε. Δεν παράκμασε το τραγούδι.

Ολοκλήρωσε την αποστολή του και πέρασε στην αθανασία, όπως συνέβη με τις τραγωδίες, την όπερα, τη βιομηχανική επανάσταση, τη τζαζ, τη νευτώνεια φυσική, την αριστοτέλεια θεώρηση του κόσμου, τη γλυπτική του Πραξιτέλη ή του Μικελάντζελο, τη λογοτεχνία των Παπαδιαμάντη και Μυριβήλη, τη «φανταστική λογοτεχνία» του Χάινλάιν και της Λε Γκεν, και πολλών άλλων τομέων της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Παραπονείσαι που στις διαδηλώσεις ακούγονται ακόμα τραγούδια του ’60. Ναι. Και στους γάμους, ζεμπέκικα του ’60. Και στην Επίδαυρο, αρχαίες τραγωδίες παίζουν. Και στη Σκάλα του Μιλάνου, «Μαγικό Αυλό» παίζουν. Όχι το σάουντρακ του Lord of the rings.

Έτσι πάνε αυτά. Υπάρχει η «εποχή των ζυμώσεων» και η «εποχή των μεγάλων έργων».

Στην εποχή των ζυμώσεων, βάζεις όλα τα μαντζούνια στη κατσαρόλα και αφήνεις να πάρει βράση. Και όταν μαγειρευτούν τα μαντζούνια και δέσουν μεταξύ τους, έχουμε την εποχή των μεγάλων έργων.

Μπήκαν τα μαντζούνια της θρησκευτικής και της κοσμικής μουσικής (αστικής και δημοτικής, «έντεχνης και μη), από Ιταλία, Γαλλία, Αγγλία, Ισπανία κλπ στη κατσαρόλα και βγήκαν τα αποτελέσματα του Βιβάλντι, του Μπαχ κλπ.

Βρέθηκαν στη Νέα Υόρκη και στη Νέα Ορλεάνη και στο Σικάγο, ό φλώρος λευκός πιανίστας του ωδείου, με τον μαύρο, αλάνι, και ημιαναλφάβητο τρομπετίστα και εγένετο Τζαζ.

Δέθηκε η γλώσσα των ευαγγελίων, με αυτή του Κορνάρου, με τα τοπικά ιδιώματα της Κρήτης, της Κέρκυρας κλπ, με την ποίηση των δημοτικών τραγουδιών, τα δάνεια από την Γαλλικήν, την Αγγλικήν, την Ιταλικήν, τη μελέτη των αρχαίων ελληνικών του 5ου αιώνα πχ και βγήκαν τα αποτελέσματα του Καζαντζάκη, του Σεφέρη, του Σκαρίμπα.

Ήρθε πάμπτωχος ο μουσικός από τη πολυπολιτισμική Σμύρνη το ’22, μπολιάστηκε με τη μουσική που βρήκε, έδωσε, πήρε, και γεννήθηκε το ρεμπέτικο.

Όσον αφορά το τραγούδι, ζούμε εδώ και είκοσι χρόνια σε «εποχή ζυμώσεων».

Μην περιμένεις πια μεγάλα τραγούδια, όπως τα γνώρισες.

Κάτι μεγάλο στη μουσική θα γεννηθεί σίγουρα. Μπορεί αύριο, μπορεί μετά από εκατό χρόνια.

Και η Ιστορία μας δείχνει οτι το καινούργιο μεγάλο ΔΕΝ θα είναι σαν αυτό που μόλις απήλθε.

Όπως αυτό που έκανε ο Πικάσο δεν είχε καμία σχέση με αυτό που έκανε ο Μποτιτσέλι.

Όπως αυτό που κάνει ο Λάνθιμος διαφέρει από αυτό που έκανε ο Ταρκόφσκι και δεν έχει σχέση με αυτό που έκανε ο Σοφοκλής.

Θοδωρής

(Αγαπητέ Θοδωρή, πολύ ωραίο το κείμενό σου που έρχεται ως απάντηση στο σχόλιό μου στο κείμενο του κ. Βαγγέλη Σπανού. Νομίζω, όμως, πως με έχεις παρεξηγήσει. Εγώ δεν παραπονιέμαι γιατί δεν εμφανίζεται ο ανάλογος Μότσαρτ, Τσιτσάνης ή Χατζιδάκις. Βασικά, δεν παραπονιέμαι καν. Ούτε ψάχνω το «μεγάλο». Επισημαίνω, όμως, πως δεν βγαίνει ένα τραγούδι να μπει στα στόματά μας. Αυτό συνέβαινε πάντα. Και πριν τον 20ό αιώνα. Πολλά από τα παραδοσιακά μας τραγούδια -που κάποια τα αγαπάω πολύ- γράφτηκαν από αγνώστους πριν ανακαλυφθούν οι δίσκοι, οι εταιρείες και τα πνευματικά δικαιώματα. Είναι πολλά τα «αδέσποτα» τραγούδια στη μουσική των Ελλήνων. «Στο ‘πα και στο ξαναλέω», «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία», «Μενεξέδες και ζουμπούλια» κλπ. Όσο για το ότι οι άνθρωποι διαδηλώνουν ακόμα με τις καμπάνες που θα χτυπήσουν και τις τσιμινιέρες που πάγωσαν, αυτό εμένα μου δείχνει αναπηρία. Δεν χρειάζεται να το εξηγήσω αυτό. Και ο λόγος που στέκομαι στο τραγούδι είναι ότι είναι πιο απλή μορφή λαϊκής τέχνης. Σε τρία λεπτά τα έχεις πει όλα. Δηλαδή, αφού δεν υπάρχει αυτό το τραγούδι που θα μπει στα στόματά μας -και θα μας ενώσει- δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις τι συμβαίνει σε πεζογραφία, ποίηση, ζωγραφική κλπ. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.