Σιροπιαστά

Πιτσιρίκο, όταν ήμασταν παιδιά και έρχονταν ο παππούς και η γιαγιά να μείνουν στο σπίτι το βράδυ είχαμε χαρά μεγάλη. Πέρα από την τρυφερότητα που έφερναν μαζί τους, αυτό σήμαινε και ότι το βράδυ θα μας έπαιρνε ο ύπνος ακούγοντας παραμύθι.

Προτιμούσαμε τα παραμύθια του παππού, βέβαια, γιατί είχαν όλα τα ονειρικά συστατικά που λαχταρούσε η φαντασία μας: Νεράιδες, δράκους, πεντάμορφες, πρίγκιπες, μαγεμένα άλογα και αντικείμενα που μιλούσαν, και γενικά ένα σμάρι από γοητευτικά ψέματα.

Η γιαγιά ήταν πιο πραγματίστρια. Τα παραμύθια της ήταν στην ουσία μικρές διδακτικές ιστορίες. Ο Γιαννάκης που έκλεβε και πιάστηκε και τιμωρήθηκε γι’ αυτό. Ο Δημητράκης που έλεγε ψέματα και μετά κανένας δεν τον πίστευε. Η Μαιρούλα που πρόδωσε τη φίλη της και μετά έμεινε μόνη χωρίς φίλες κι έμαθε αυτή.

Τώρα που το σκέφτομαι, οι ιστορίες της γιαγιάς κουβαλούσαν τη βεβαιότητα ότι η ατιμία φέρνει τιμωρία. Εκείνα τα χρόνια ίσως και να ήταν έτσι.

Ο παππούς, με τα πυκνά λευκά μαλλιά και τα δασιά καραμανλίδικα φρύδια δεν το είχε βάλει σκοπό να μας διδάξει ηθικές αρχές για τη ζωή μας. Ίσως, γιατί είχε πλήρη εμπιστοσύνη στη γιαγιά γι’ αυτό. Ίσως και γιατί ήταν φύσει ποιητικός.

Πρόσφυγας, δουλεμένος και παιδεμένος, με έναν μέσο όρο 18 ωρών δουλειάς ημερησίως σε όλη του σχεδόν τη ζωή. Καφετζής, μπουφετζής σε σινεμά, ενίοτε ζαχαροπλάστης. Εκείνο το κανταΐφι του, κανείς μας δεν κατάφερε να το φτιάξει ακόμα. Φιλοδοξώ.

Μας έφερνε δωράκι, βράδυ άργά που γύριζε από τη δουλειά παππούς άνθρωπος. Συνταξιοδοτήθηκε μεγάλος πολύ, και δυο τρία χρόνια αργότερα πέθανε.

Τρίγωνα σιροπιαστά, γεμιστά με αμύγδαλο και καρύδι, που έφτιαχνε μόνος του.

Σήμερα που ξέρω πια με τι λαχτάρα περίμενε τη χαρά μας έχω λίγες τύψεις. Που ίσως δεν τη δείχναμε τόσο όσο του άξιζε.

Για να επιστρέψω στα παραμύθια του, όταν μεγάλωσα και πονήρεψα, ανακάλυψα στο παταράκι, στο σπίτι των παππούδων, στοίβες περιοδικά «Ρομάντζο». Ποικίλης ύλης με γελοιογραφίες, συνταγές και μπόλικη αθωότητα.

Στο σαλόνι του περιοδικού, στο κέντρο, πάντα ένα τετρασέλιδο αφιέρωμα: το παραμύθι της εβδομάδας. Από εκεί το ξεσήκωνε και το αποστήθιζε ο παππούς. Σε εμάς το λεγε πάντα απ’ έξω.

Νομίζω, Πιτσιρίκο, ότι από αγάπη μπορούμε να κάνουμε πολλά, κόπους, θυσίες, και να σηκώσουμε πόνους. Και να μη μας νοιάζει, αν το μάθει ποτέ κανείς. Πιο καλά, σκέφτομαι, να μην το μάθει.

Σε φιλώ, να προσέχεις. Την αγάπη μου.

Λίλα

(Αγαπητή Λίλα, η αθωότητα των παιδιών δεν είναι επιλογή τους γιατί βασίζεται στην άγνοια και στην έλλειψη ευθύνης. Αντιθέτως, η αθωότητα των ηλικιωμένων είναι επιλογή τους. Το θέμα είναι να περάσει κάποιος μέσα από τα βάσανα και τους κόπους της ζωής και να καταλήξει στην αθωότητα. Μας το εύχομαι. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.