Νεοφιλελευθερισμός – Μια σύντομη εισαγωγή

Οι τεράστιοι ρυθμοί ανάπτυξης της δεκαετίας του ’40 και του ’50, παγκοσμίως, ήταν αποτέλεσμα της ολέθριας καταστροφής που έσπειραν οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι. Ειδικά ο 2ος ΠΠ, βγάζει την παγκόσμια οικονομία από τη μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας, την Μεγάλη Ύφεση του ’30.

Η Ευρώπη μετά το 2ο ΠΠ είναι ισοπεδωμένη και χρειάζεται ανοικοδόμηση, ενώ η αμερικανική βιομηχανία έχει παραμείνει άθικτη.

Δημιουργείται λοιπόν, τεράστια παγκόσμια ζήτηση, τόσο για υλικά και τρόφιμα όσο και για μηχανήματα και προϊόντα. Παράλληλα, καταμερίζεται και η εργασία/ παραγωγή ανάμεσα στα ανερχόμενα οικονομικά κέντρα των ΗΠΑ, της Γερμανίας και της Ιαπωνίας.

Η Ευρώπη και η Αμερική, κατακλύζονται από τις διαφημίσεις αμερικανικών εταιρειών, όπως του μεγαθήριου που λέγεται General Motors. Ο Γουίλσον, διευθυντής της GM είχε πεί κάποτε πως “Ό,τι είναι καλό για την Αμερική, είναι καλό και για την General Motors, και το αντίστροφο”.

Λίγο αργότερα, έγινε Υπ. Άμυνας των ΗΠΑ.

Οι οικονομίες ανθούν εφαρμόζοντας το Κεϋνσιανό μοντέλο (του μεγάλου οικονομολόγου Τζόν Μέϊναρντ Κέϋνς), όπου επιτρέπει στο κράτος να παρεμβαίνει στην οικονομία ως ρυθμιστής ανάμεσα στις επιχειρήσεις και τους πολίτες, με σκοπό την εξασφάλιση της πλήρους απασχόλησης.

Κοινώς, με σκοπό να έχουν όλοι δουλειά. Κυρίως, όμως, για να εξασφαλίσει πως οι εργαζόμενοι θα έχουν αρκετά χρήματα για να αγοράζουν τα προϊόντα των βιομηχανιών.

Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, η GM και γενικότερα η αμερικάνικη αυτοκινητοβιομηχανία, πλήρωνε τους υψηλότερους μισθούς στον κόσμο ενώ παράλληλα έβγαζε δισεκατομμύρια σε κέρδη.

Έτσι, οι εργαζόμενοι μπορούσαν να ξοδεύουν τους παχυλούς μισθούς τους για να αγοράζουν τα προϊόντα των βιομηχανιών, οι βιομηχανίες μπορούσαν να κερδίζουν δισ. και να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, γεγονός που οδηγούσε την αμερικανική οικονομία σε μια ανατροφοδοτούμενη ανάπτυξη και ευημερία.

Μαζί όμως με την αγοραστική δύναμη και τα προνόμια των εργαζομένων, αυξάνεται και η δύναμη των συνδικάτων.

Αυτός ο ανατροφοδοτούμενος κύκλος ευημερίας, δεν κατάφερε να διατηρηθεί για πολύ. Από τα μέσα κιόλας της δεκαετίας του ’60, διαφαίνεται μείωση των ποσοστών των βιομηχανικών κερδών.

Είναι η αρχή της κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων.

Με πιο απλά λόγια, ο λόγος της κρίσης είναι ότι εξαιτίας του ανταγωνισμού των εταιριών για όλο και μεγαλύτερα κέρδη, συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο κεφάλαιο στα χέρια των βιομηχάνων, η παραγωγικότητα αυξάνεται, τα προϊόντα πολλαπλασιάζονται, αλλά το εργατικό δυναμικό και επομένως η καταναλωτική ισχύς της οικονομίας, επειδή δεν αυξάνεται με την ίδια ταχύτητα, οδηγούν σε μια κατάσταση όπου η τρομερή αύξηση της παραγωγικότητας, απλά γεμίζει τις αποθήκες των βιομηχάνων με προϊόντα που δεν μπορούν να πωληθούν.

Αυτή η κρίση, αργότερα θα μας οδηγούσε από το Κεϋνσιανό μοντέλο, στο νέο στάδιο του παγκόσμιου κοινωνικοοικονομικού συστήματος.

Στις αρχές τις δεκαετίας του ’70, τα συμπτώματα της κρίσης αυτής αρχίζουν να διογκώνονται και συμπίπτουν με την κορύφωση του πολέμου του Βιετνάμ για τις ΗΠΑ, οι οποίες δαπανούν όλο και περισσότερα κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν τον πόλεμο.

Παράλληλα, οι οικονομίες της Γερμανίας και της Ιαπωνίας, των πάλαι ποτέ χαμένων του 2ου ΠΠ, μπαίνουν δυναμικά στο προσκήνιο, «κλέβοντας» από τα μερίδια κερδών των αμερικανικών βιομηχανιών.

Αυτό, οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερη υπερσυσσώρευση προϊόντων, αφού πλέον περισσότερες εταιρείες αναγκάζονται να ανταγωνιστούν μεταξύ τους για τα περιορισμένα κέρδη (λόγω της περιορισμένης ζήτησης), και ακόμα περισσότερα προϊόντα παραμένουν απούλητα, εφόσον οι αγορές της Κίνας και της Ρωσίας που θα μπορούσαν δυνητικά να απορροφήσουν τη χασούρα όπως κάνουν σήμερα, είναι εκτός της αγοράς της Δύσης.

Το ισχυρό δολάριο καταρρέει, το ίδιο και το σύστημα των σταθερών ισοτιμιών Μπρέτον Γούντς, όπου τα νομίσματα των 44 συμμαχικών δυνάμεων του 2ου ΠΠ είχαν κλειδώσει τις ισοτιμίες τους με βάση το δολάριο.

Η αμερικανική οικονομία αδυνατεί να τροφοδοτήσει την παγκόσμια οικονομία με τα πλεονάσματα της. Η αμερικάνικη οικονομία είναι πλέον ελλειμματική.

Σκέφτονται λοιπόν οι Αμερικάνοι, πως αφού πλέον δεν έχουν πλεονάσματα να τροφοδοτήσουν την παγκόσμια αγορά, θα τη τροφοδοτήσουν με τα ελλείμματα!

Πώς; Είναι εύκολο: με πίστωση.

Οι τράπεζες αρχίζουν να δανείζουν ασταμάτητα, οι πιστωτικές κάρτες αρχίζουν να διαχέονται σε όλο και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Δεν χρειάζεται να έχεις χρήματα πλέον για να αγοράσεις, αγοράζεις με τα μελλοντικά σου χρέη.

Και καθώς το Κεϋνσιανό μοντέλο κρατιόταν στη ζωή από μια κλωστή, ήρθε ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ στη Μέση Ανατολή να δώσει τη χαριστική βολή.

Ο πόλεμος οδήγησε στη γνωστή πετρελαϊκή κρίση του ‘73, με τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες να εφαρμόζουν εμπάργκο εξαγωγών πετρελαίου, γεγονός που εκτοξεύει τα κόστη λειτουργίας των βιομηχανιών και επιταχύνει την πτώση του ποσοστού των κερδών τους.

Ο μόνος τρόπος που σκέφτηκαν οι βιομήχανοι, και οι οικονομολόγοι που τους υπηρετούν, για να ξεφύγουν από τη μείωση των κερδών τους, ήταν η μείωση των μισθών.

Ό,τι έχαναν λοιπόν οι βιομήχανοι, λόγω των ανωμαλιών του συστήματος, θα το έπαιρναν από τους εργαζόμενους.

Υπήρχε όμως ένα μικρό πρόβλημα: τα συνδικάτα.

Τη λύση έρχεται να δώσει μια παρέα οικονομολόγων από το Σικάγο, και, συγκεκριμένα, από το Πανεπιστήμιο του Σικάγο, το οποίο είχε ιδρυθεί τον περασμένο αιώνα, από τον Ροκφέλερ.

Ο σημαιοφόρος αυτής της παρέας λεγόταν Μίλτον Φρίντμαν.

Η «Σχολή του Σικάγο» όπως ονομάστηκε το δόγμα των οικονομολόγων αυτών, προέτασσε την απόλυτη μείωση της παρέμβασης του κράτος στην αγορά ως μέσο ελέγχου της οικονομίας.

Για να δοκιμαστεί το «φάρμακο», πριν δοθεί στις οικονομίες, χρειαζόταν ένα πειραματόζωο.

Το ρόλο αυτό, έπαιξε η Χιλή, όπου οι Αμερικάνοι μόλις είχαν ανατρέψει πραξικοπηματικά την κυβέρνηση Σαλβαδόρ Αλιέντε, αντικαθιστώντας τη με τον αιμοδιψή δικτάτορα Αουγούστο Πινοσέτ.

Οι ιδέες λοιπόν που δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν στην δημοκρατία της Αμερικής, βρήκαν πρόσφορο έδαφος στη δικτατορία της Χιλής.

Έτσι, γεννήθηκε το νέο στάδιο του συστήματος, ο νεοφιλελευθερισμός.

Ο Μίλτον Φρίντμαν διετέλεσε σύμβουλος του προέδρου των ΗΠΑ Νίξον, Ρίγκαν, Μπους, της πρωθυπουργού Αγγλίας Μάργκαρετ Θάτσερ, του δικτάτορα Πινοσέτ στη Χιλή τη δεκαετία του ‘70 και της κομμουνιστικής Κίνας στα τέλη της δεκαετίας του ’80.

Η επιρροή του ήταν τόσο μεγάλη, που κάποιοι αναφέρονταν σε εκείνον ως τον «Κάρολο Μάρξ του καπιταλισμού», κάτι που σίγουρα δεν θα άρεσε στον Κάρολο.

Σύμφωνα με τις αξίες του νεοφιλελευθερισμού που διέδιδε ο Φρίντμαν, οι επιχειρήσεις είναι υπόλογες μόνο απέναντι στους μετόχους τους, είναι δηλαδή αμοραλιστικές οντότητες, ασχέτως αν βάσει δικαίου θεωρούνται φυσικά πρόσωπα.

Παράλληλα, με την παντελή έλλειψη ευθύνης, προωθούσε την πλήρη ιδιωτικοποίηση της οικονομίας και την παράδοση της ρύθμισης -και επομένως της νομοθέτησης- της αγοράς στις επιχειρήσεις.

Οι πολιτικοί γίνονται πια μεσάζοντες των εταιρειών, διακοσμητικοί, αφού η κύρια λειτουργία τους, η θέσπιση νόμων, περνάει πλέον στα χέρια των βιομηχανικών λόμπι.

Αφού λοιπόν δοκιμάστηκε με επιτυχία (για τις επιχειρήσεις) στην Χιλή, έφτασε η ώρα να μεταλαμπαδευτεί η εμπειρία της πλήρους απορρύθμισης την οικονομίας και στις ΗΠΑ.

Την αποστολή αυτή ανέλαβε να φέρει σε πέρας ένας μάλλον ατάλαντος ηθοποιός, ονόματι Ρόναλντ Ρίγκαν.

Η πολιτική του νεοφιλελευθερισμού υπό τον Ρίγκαν, βασίστηκε σε 4 πυλώνες, τα λεγόμενα Reagan-omics (Reagan + economics):

Μείωση κρατικών δαπανών.
Μείωση των εταιρικών φόρων.
Μείωση των ρυθμιστικών και νομοθετικών παρεμβάσεων του κράτους στις επιχειρήσεις.
Μείωση του πληθωρισμού.

Σύμφωνα με την διάσημη ρήση του, «Το κράτος δεν είναι η λύση στα προβλήματα, το κράτος είναι το πρόβλημα. Οι κοινωνίες που τα κατάφεραν, είναι αυτές που βασίστηκαν στην ‘μαγεία’ της αγοράς».

Η «μαγεία» της αγοράς δεν άργησε να δείξει το πρόσωπο της, και πολύ σύντομα κύματα αστέγων αρχίζουν να γεμίζουν τους δρόμους των ΗΠΑ, για πρώτη φορά μετά τη Μεγάλη Ύφεση του ’30.

Η μεγάλη πρόκληση στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ήταν για τον νεοφιλελευθερισμό το πέρασμά του στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.

Τα ηνία γι’αυτό τα ανέλαβαν μια «κυρία» και ένας δικτάτορας, η Μάργκαρετ Θάτσερ στην Αγγλία και ο δικτάτορας Κενάν Εβρέν στην Τουρκία.

Η Μάγκι, όπως την φώναζαν «χαϊδευτικά» στην Αγγλία, υιοθέτησε τη «Σχολή του Σικάγου» με μεγάλη αποφασιστικότητα, δήλωνε μάλιστα πως «…το πνεύμα των επιχειρήσεων καταπιεζόταν για χρόνια από τον Σοσιαλισμό, από υψηλούς φόρους και κρατικές παρεμβάσεις. Το πνεύμα της εποχής ήταν οι κρατικοποιήσεις και ο κρατικός έλεγχος, αυτό έπρεπε να τερματιστεί».

Καθώς λοιπόν ο Ρίγκαν διαλύει το New Deal του Ρούσβελτ, η Μάγκι διαλύει το Βρετανικό κράτος πρόνοιας της δεκαετίας του ’50 και του ’60. Μόνο που στην Ευρώπη, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και σύντομα η Μάγκι θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα καλά οργανωμένο εργατικό κίνημα.

Η τελική μάχη δόθηκε με τους ανθρακωρύχους, η οποίοι είχαν κατανοήσει πλέον πως δεν τα είχαν βάλει απλά με την πρωθυπουργό Αγγλίας, αλλά με ένα ολόκληρο σύστημα.

Η απεργία παραλύει για μήνες, και οι ανθρακωρύχοι, δίχως άλλο εισόδημα, αρχίζουν να κυνηγούν στα δάση και να ψαρεύουν για να ταΐσουν τις οικογένειες τους. Οι απεργοί αφού έφτασαν στο απροχώρητο, σήκωσαν τη λευκή σημαία.

Η απεργία είχε αποτύχει.

Στις 22 Νοεμβρίου του 1990, το BBC ανακοινώνει την παραίτηση της Θάτσερ.

Ο Τόνι Μπλερ δηλώνει μαθητής της, και ένας άλλος νεαρός, ο Γκόρντον Μπράουν, δήλωνε μετανιωμένος γιατί υποστήριξε την απεργία των ανθρακωρύχων. Και οι δύο έγιναν αργότερα πρωθυπουργοί.

Αφού λοιπόν η Μάγκι έθεσε τα θεμέλια του νεοφιλελευθερισμού, χρειαζόταν ακόμα ένα πείραμα που θα έπειθε ακόμα και τους πιο απαιτητικούς, λίγο πιο ανατολικά αυτή τη φορά, στην Τουρκία.

Εκτός από τη δημοκρατία, ο Εβρέν κατέλυσε και ένα άλλο μεγάλο μέρος της παρακαταθήκης του Κεμάλ Ατατούρκ στην τουρκική κοινωνία: το κράτος.

Ο στρατός της Τουρκίας σύντομα παραδίδει την εξουσία στον Οζάλ, ο οποίος παραδίδει με τη σειρά του την εξουσία στις επιχειρήσεις.

Η Μάγκι ενθουσιασμένη δήλωνε, «Είμαι μια Οζαλίστρια». Όπως και στη περίπτωση της Χιλής, ο νεοφιλελευθερισμός ήρθε με τις ερπύστριες των τάνκς, και όσοι διαφώνησαν, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν.

Είμαστε στα τέλη του 1989, το τείχος του Βερολίνου καταρρέει και ασήμαντοι ακαδημαϊκοί όπως ο Φουκουγιάμα, βιάζονται να πανηγυρίσουν «το τέλος της Ιστορίας», προβλέποντας την απόλυτη κυριαρχία της Δύσης και του νεοφιλελευθερισμού.

Ο οικονομολόγος Τζόν Γουίλιαμσον, την ίδια χρονιά, δημιουργεί τον όρο «Συναίνεση της Ουάσιγκτον», ο οποίος βασίζεται σε ένα πρόγραμμα 10 σημείων και το οποίο επιβάλλεται σε όποια χώρα εμφάνιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Σημασία δεν έχει το ποιό είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η εκάστοτε οικονομία, αλλά η εφαρμογή του προγράμματος που προωθούσε το γνωστό μας ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα.

Η θεραπεία είναι γνωστή:

Απελευθέρωση εμπορίου.
Ιδιωτικοποιήσεις.
Απορρύθμιση των αγορών.
Άνοιγμα της οικονομίας σε ξένες άμεσες επενδύσεις.

Μία από τις μεγάλες προκλήσεις είναι ο έλεγχος του πληθωρισμού, της ποσοστιαίας μεταβολής του επιπέδου των τιμών, κάτι που ενοχλούσε πολύ τόσο το δολάριο, όσο και τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η κρίση της υπερσυσσώρευσης -που αποτέλεσε τον μεγαλύτερο κίνδυνο κατάλυσης του καπιταλισμού- είχε πια τελειώσει.

Ο πληθωρισμός που βασάνιζε τα κράτη κατά τη δεκαετία του ’70 και ’80 είχε νικηθεί κατά κράτος, το ίδιο και τα εργατικά συνδικάτα.

Όπως ευθαρσώς δήλωνε το 1999 ο Φρίντμαν, «Χώρες που έχουν McDonalds δεν θα πολεμήσουν ποτέ». Λίγο αργότερα, το ΝΑΤΟ τον διέψευσε, βομβαρδίζοντας τη Γιουγκοσλαβία.

Οι ΗΠΑ μετατρέπονται σύντομα σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο, υπερηφανευόμενοι για το μεγαλύτερο χρηματιστήριο του κόσμου.

Σημασία δεν είχε πλέον το τι παρήγαγες, αλλά το πόσο καλά μπορούσες να τζογάρεις στην χρηματαγορά.

Οι κυριάρχοι του συστήματος, εκείνοι που μπορούσαν να μετακινούν δισεκατομμύρια και τρισεκατομμύρια με το πάτημα μερικών πλήκτρων, άρχισαν πλέον να βλέπουν πως σε μια αγορά χωρίς κανόνες, το μοναδικό εμπόδιο είναι το πολίτευμα.

Όπως δήλωνε ο Ταρίκ Αλί, «η Δημοκρατία υποσκάπτεται και οι επιπτώσεις θα είναι τραγικές για όλο τον πλανήτη και όχι μόνο για τις χώρες της Δύσης. Ξέρετε, οι πολιτικοί έχουν τους οικονομολόγους που τους αξίζουν, το πραγματικό πρόβλημα όμως είναι στην αδυναμία των δημοκρατικών προοδευτικών δυνάμεων να βρουν μια εναλλακτική στον νεοφιλελευθερισμό».

Κώστας – Άμστερνταμ

(Σε ευχαριστώ Κώστα. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.