Σκοτάδι και φως

Αγαπητέ Πιτσιρίκο διαβάζοντας άρθρο σου με τίτλο Καλοσύνη και το σημερινό άρθρο της Λίλας , «Φως», έχω προβληματιστεί βαθιά αν τελικά υπάρχει καλοσύνη παντού κι απλά δεν την βλέπουμε γιατί όπως γράφεις «Δεν κάνει θόρυβο η καλοσύνη.Η καλοσύνη είναι ήσυχη. Αντίθετα, η κακία κάνει μεγάλο θόρυβο».

Δεν σου κρύβω πως αντιμετώπισα αυτό το άρθρο σου με σκεπτικισμό, επηρεασμένη μάλλον απ’ το ασύλληπτο, βαθύ μίσος που βλέπω να ξεχύνεται σαν δηλητήριο στην κοινωνία από τα social media, τα ΜΜΕ, τις διάφορες ανακοινώσεις των κομμάτων και γενικά την εκφορά του λόγου γραπτού και προφορικού από όσους σήμερα έχουν δημόσιο βήμα.

Μακριά από την απαραίτητη «συνάφεια του κόσμου» για προσωπικούς λόγους, ίσως θεώρησα λανθασμένα πως αυτή η κίβδηλη εικόνα που σκόπιμα πλασάρεται και καλλιεργείται για να φανατίζει τα πλήθη προς όφελος κάποιων, είναι η θλιβερή πραγματικότητα που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία σχεδόν στο σύνολό της.

Μάλλον ξέχασα πως η πραγματική ζωή και οι άνθρωποι με τα πάθη τους, τις αδυναμίες τους, τις κακίες τους αλλά και τις φωτεινές στιγμές της άδολης, χωρίς ανταλλάγματα καλοσύνης τους είναι εκεί έξω κι αγωνίζονται οι περισσότεροι με μικρές, αυθόρμητες, καθημερινές πράξεις να διώξουν το σκοτάδι του μίσους και να φέρουν στις ζωές τους και στις ζωές των άλλων το φως της καλοσύνης.

Το πόσο δίκιο έχεις πως η κακία κάνει θόρυβο, ενώ η καλοσύνη είναι ήσυχη το κατάλαβα όταν θυμήθηκα ένα παλιότερο μου κείμενο-απάντηση, με αφορμή κάποιο περιστατικό που είχε συμβεί τότε στη γειτονιά που μένω, σε κάποιο Δήμο της Αττικής, φημισμένο για τις ωραίες παραλίες του.

Σ΄αυτή την εξιστόρηση των γεγονότων που παραθέτω πιο κάτω, τα άρθρα σας, εσένα και της Λίλας, με βοήθησαν να ξαναδώ τους πραγματικούς πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας που δεν είναι άλλοι από αυτούς που συνέβαλαν καταλυτικά στην αίσια εξέλιξη της, χωρίς να τονίζεται η στάση τους και να φωτίζονται ιδιαίτερα οι οι πράξεις τους, αναφερόμενοι συχνά στο κείμενο ως «κάποιοι», αφού εξοργισμένη είχα κάνει focus στην κακία, των λιγότερων τελικά, που έκανε φασαρία.

«Ο Σ. ήταν έμπορος ρούχων στο κέντρο της Αθήνας.

Λίγα χρόνια πριν τη χρεοκοπία της χώρας ο Σ. καταστράφηκε οικονομικά και έκλεισε το μαγαζί του.

Αγνωστο πώς, δεν έχει εξάλλου και σημασία, άφραγκος, καταχρεωμένος, χωρίς οικογένεια να τον στηρίξει, κατέληξε καραβοτσακισμένος στη περιοχή μας.

Κοντά στα πενήντα τότε, υγιής ακόμα, με τον αέρα του έμπειρου έμπορου και του «περπατημένου» να μην τον έχει, σε πείσμα των δυσμενών περιστάσεων, εγκαταλείψει, προσπάθησε να σταθεί στα πόδια του και να βγάζει κάποια χρήματα για να ζει αξιοπρεπώς.

΄Εστησε λοιπόν ένα υπαίθριο «μαγαζί» με γυναικεία ρούχα στην υπόγεια διάβαση των πεζών προς τη θάλασσα.

Το καλοκαίρι ο κόσμος πολύς, η πελατεία εξασφαλισμένη καθώς οι λουόμενες υποψήφιες πελάτισσες περνούσαν αναγκαστικά μπροστά από το απλωμένο εμπόρευμα και σχεδόν όλες αγόραζαν και κάτι από τα φτηνά αλλά γουστόζικα ρούχα του.

Tα κέρδη από το καλοκαιρινό εμπόριο και όσα λίγα έβγαζε το χειμώνα πουλώντας την πραμάτεια του στις λαϊκές και έξω από το τοπικό super market, που ο ιδιοκτήτης του του επέτρεπε να στέκεται, εξασφάλιζαν κουτσά στραβά την τροφή γι’ αυτόν και τα δυο σκυλιά του που υπεραγαπούσε, το ενοίκιό του και τη βενζίνη του παλιού, σχεδόν σαράβαλου, αυτοκινήτου του, απόλυτα απαραίτητου για τις μετακινήσεις του και την εργασία του στον χωρίς εσωτερική συγκοινωνία δήμο που ζούσε.

Η θύελλα της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε στη χώρα ,όπως ήταν φυσικό σάρωσε πρώτο και καλύτερο τον Σ.

Από καλοκαίρι σε καλοκαίρι, η πελατεία λιγόστευε, η αντικατάσταση του εμπορεύματος γινόταν όλο και πιο δύσκολη και τα πενιχρά έσοδα από τις πωλήσεις των καλοκαιρινών μηνών, δεν κάλυπταν πλέον το ενοίκιο όλου του χρόνου.

Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού του έκανε έξωση και ο Σ. έμεινε άστεγος. Αυτή τη φορά είχε πιάσει κυριολεκτικά πάτο και οι πιθανότητες να ξανασηκωθεί ήταν μηδαμινές.

Αναζήτησε στέγη κάτω από την εσοχή του παραλιακού δρόμου, δίπλα στην υπόγεια διάβαση.

Κάποιος τον βοήθησε, δίνοντάς του ένα κλειστό φορτηγάκι αποσυρμένο το οποίο έγινε πια το σπίτι του.

Το καλοκαίρι τα πράγματα ήταν σχετικά εύκολα. Έκανε μπάνιο στη θάλασσα ή στις ντουζιέρες της παραλίας, μάθαινε τις ειδήσεις από το τρανζιστοράκι του, μιλούσε με τους γνωστούς, μετά από τόσα χρόνια, κατοίκους της περιοχής, διάβαζε μανιωδώς βιβλία,κι από το εμπόριο των λιγοστών πλέον ρούχων, έβγαζε το καθημερινό του φαγητό και τα τσιγάρα του.

Το χειμώνα, όμως, με τα κύματα να σκάνε σχεδόν πάνω στην καλαμωτή με την οποία έκρυβε το φορτηγάκι και τη μοναξιά του, με την υγρασία να του τρυπάει τα κόκαλα, χωρίς φως, χωρίς θέρμανση, χωρίς τρεχούμενο νερό, εκτεθειμένος στο κρύο, χωρίς τις στοιχειώδεις εγκαταστάσεις υγιεινής, τα επιβαρυμένα από το τσιγάρο και την κακουχία πνευμόνια του, δεν άντεξαν και αρρώστησε βαριά από Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ).

Εκτός από τη βοήθεια που λάμβανε από το Κοινωνικό Παντοπωλείο, κάποιοι κάτοικοι κατέβαιναν τον χειμώνα στην παραλία, του πήγαιναν φαγητό και τον είχαν στο νου τους.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που το ΕΚΑΒ τον είχε πάρει σχεδόν μισοπεθαμένο για το νοσοκομείο.
Το περσινό καλοκαίρι ο Σ. ήταν η σκιά του εαυτού του.

Τις λιγοστές φορές που κατάφερνε να σηκωθεί από το στρώμα όπου ψηνόταν σχεδόν χωρίς ανάσα μέσα στη λαμαρίνα του φορτηγού, για να πουλήσει κάποια ελάχιστα ρούχα που του είχαν απομείνει, ανάπνεε με σωληνάκια στη μύτη και φιάλη οξυγόνου στο χέρι.

Το να βγάλει τον επερχόμενο χειμώνα οι περισσότεροι το θεωρούσαν απίθανο.

Ως εκ θαύματος όμως και παρά τον πολύ βαρύ χειμώνα που πέρασε, τα κατάφερε και επέζησε.

Τα θαύματα όμως τη φετινή άνοιξη δεν σταμάτησαν γι’ αυτόν.

Άγνωστο πώς, έφτασε στα αυτιά ενός εύπορου πολίτη -που δεν θέλησε να μαθευτεί το όνομά του- η περίπτωση του μοναδικού στην ευρύτερη περιοχή άστεγου.

Χάρισε στον Σ. ένα τροχόσπιτο σε καλή κατάσταση το οποίο με πρωτοβουλία της δημοτικής Αρχής -και ως όφειλε εκ του ρόλου της- τοποθετήθηκε διακριτικά σε κοινόχρηστο δημοτικό χώρο πίσω από τον προκάτ οικίσκο-γραφείο του τοπικού συλλόγου.

Οι πυκνές πικροδάφνες του φυσικού φράχτη ,έκαναν σχεδόν αθέατο από το δρόμο το καινούργιο «σπίτι» του.

Το μικρό τροχόσπιτο ρευματοδοτήθηκε, υδροδοτήθηκε και ο Σ. επιτέλους ζούσε σε έναν στεγνό, ζεστό χώρο, προφυλαγμένος από το κρύο και την υγρασία με τις στοιχειώδεις συνθήκες της ανθρώπινης διαβίωσης όπως φως, μπάνιο, τρεχούμενο νερό, θέρμανση.

Κυρίως, όμως, ζούσε πια σε μια γειτονιά με άλλους ανθρώπους, τους γείτονες και τους περαστικούς, σαν κανονικός άνθρωπος κι αυτός, και όχι σαν ο ερημίτης του χειμώνα που τα ατελείωτα κρύα βράδια του, ο μόνος ήχος που τον συντρόφευε ήταν ο παφλασμός των κυμάτων και το σφύριγμα του αέρα που έμπαινε από παντού στο άθλιο κατάλυμά του.

Αυτό ήταν κυρίως που τον έκανε χαρούμενο.

Εκείνο όμως που δεν υπολόγισε ο Σ. ήταν η απανθρωπιά, η πνευματική ρηχότητα που εμποδίζει τους ανθρώπους να προσεγγίσουν ηθικά και συναισθηματικά τον συνάνθρωπό τους μέσα από τις αρχές του ανθρωπισμού, και οι προκαταλήψεις απέναντι σε συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων, τις αιτίες δηλαδή που γεννούν τον κοινωνικό ρατσισμό.

Κάποιοι κάτοικοι φρίκαραν κυριολεκτικά στη θέα του μικρού τροχόσπιτου και στην ιδέα πως απλά θα γειτόνευαν με τον άστεγο, οικονομικά εξαθλιωμένο και με κλονισμένη υγεία από Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια Σ.( και όχι από κάποια μεταδοτική νόσο).

Δεν ταίριαζε, προφανώς, με το κοινωνικό τους status (όπως το φαντάζονταν βέβαια οι ίδιοι) και με την τάξη τους καθώς αυτοί ήταν “νοικοκυραίοι” είχαν οικογένεια, γυναίκα, παιδιά, σκυλιά, δουλειά, και βεβαίως κλειδιά για το σπίτι και το αυτοκίνητό τους.

Θορυβημένοι και “έκπληκτοι”, από το κακό που τους βρήκε, συνέταξαν ένα κατάπτυστο κείμενο το οποίο διακίνησαν στην περιοχή για συλλογή υπογραφών.

Σ΄αυτό το κείμενο-καταγγελία, αφού υποκριτικά αναφέρουν στην αρχή πως νοιάζονται για τον «φίλο» Σ. και τον έχουν στηρίξει (φιλάνθρωποι γαρ) απαιτούν από τον Δήμο να μεταφερθεί σε οργανωμένη δομή για το «καλό» του αλλά και για το καλό του κοινωνικού συνόλου.

Το κείμενο συγκέντρωσε κάπου 40 υπογραφές γειτόνων και υποβλήθηκε ως καταγγελία-αίτημα στον Δήμο.

Βεβαίως, για να στηρίξουν το αίτημά τους και να συλλέξουν όσο περισσότερες υπογραφές μπορούσαν, υποστήριζαν ψευδώς πως το τροχόσπιτο δεν έχει ρεύμα,δεν έχει νερό, δεν τηρούνται τα μέτρα ασφαλείας -δεν διευκρινίζουν τι ακριβώς εννοούν, μαντρότοιχο, αντισεισμικότητα, συναγερμό μήπως;- και το αισχρότερο όλων πως τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια και η υγεία των κατοίκων από τον ίδιο και τα σκυλιά του και ιδιαίτερα η υγεία των μικρών παιδιών του παιδικού σταθμού που απλά συνορεύει με τον κοινόχρηστο χώρο όπου τοποθετήθηκε το τροχόσπιτο (του παιδικού σταθμού του οποίου σημειωτέον η ίδια η ιδιοκτήτρια έδινε ρεύμα στο τροχόσπιτο!).

Μέχρι και μια παλιά σκουριασμένη κούνια και μια τραμπάλα επικίνδυνες και αχρησιμοποίητες επί χρόνια, βάφτισαν ως παιδική χαρά που “πλέον καταργείται εξ αιτίας του τροχόσπιτου” προκειμένου να αυξήσουν τα επιχειρήματά τους.

Αυτά γραπτώς, γιατί προφορικά διακίνησαν μεταξύ των κατοίκων και άλλες κατηγορίες εναντίον του “φίλου” Σ (τι να τους κάνεις τους εχθρούς αν έχεις τετοιους φίλους) βασισμένες στα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις που συνοδεύουν τους άστεγους και τους περιθωριοποιημένους.

Προς τιμήν τους, αρκετοί γείτονες αρνήθηκαν να υπογράψουν το κείμενο-καταγγελία και μετέφεραν προφορικά σε άλλους, το «σκεπτικό» της επιστολής.

Σε άλλους γείτονες, παρότι έμεναν στον ίδιο δρόμο με τον Σ. και σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του κειμένου «κινδύνευαν» περισσότερο από όσους υπογράφοντες ζούσαν δυο, τρεις δρόμους μακρύτερα, αυτοί που διακινούσαν το κείμενο, οσμιζόμενοι πως δεν πρόκειται να υπογράψουν, δεν τόλμησαν καν να το θέσουν υπόψη τους.

Το κατάπτυστο αυτό κείμενο κλείνει με την φράση «με την επιφύλαξη παντός νόμιμου δικαίωματός μας».

Αλήθεια, ποιο είναι άραγε το νόμιμο δικαίωμα αυτών των τύπων που νομίζουν ότι ως θλιβεροί αυτοκρατορίσκοι του δρόμου και της γειτονιάς που μένουν δείχνοντας με τον αντίχειρα προς τα κάτω μπορούν να αποφασίζουν για τη ζωή του άλλου, απαιτώντας να εκδιωχθεί ως απόβλητος ένας φτωχός, άστεγος, άρρωστος συνάνθρωπος και συνδημότης τους και να εξοριστεί μακριά σε κάποια δομή, εκτός Δήμου προφανώς, αφού γνωρίζουν (πολύ καλά μάλιστα ορισμένοι) πως δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στο Δήμο μας;

Και τα νόμιμα δικαιώματα αυτού του ανθρώπου τον οποίο κατασυκοφαντούν μέσω του κειμένου τους ως επικίνδυνο για την ασφάλεια και την υγεία του κοινωνικού συνόλου και για τον οποίο απαιτούν από το Δήμο να μεταφερθεί σε κάποια δομή αορίστως χωρίς να έχουν την συγκατάθεσή του ως ελεύθερου ανθρώπου με σώας τας φρένας του, τα σκέφτηκαν άραγε ή δεν τους πέρασε καν από το μυαλό πως μπορεί ένας οικονομικά αδύναμος άνθρωπος να έχει κι αυτός νόμιμα δικαιώματα τα οποία επίσης ως πολίτης μπορεί να ασκήσει προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του;

Και πώς μπορούν αυτοί οι αυτόκλητοι υπερασπιστές του «συνόλου» της τοπικής κοινωνίας να γνωρίζουν με βεβαιότητα οτι κάποιος άλλος «κανονικός» σαν κι αυτούς γείτονάς τους ,δεν είναι «βαριά άρρωστος», δεν πάσχει από κάποια μεταδοτική νόσο, οπότε με κάθε εκπνοή του ο αέρας θα μεταφέρει τα μικρόβια στα μικρά παιδιά του παιδικού σταθμού, στα μαγαζιά της περιοχής, στα σπίτια των υπολοίπων και θα θέτει σε κίνδυνο την υγεία του κοινωνικού συνόλου;

Πώς γνωρίζουν αν τα σκυλιά του καθενός από τους κατοίκους είναι υγιή και εμβολιασμένα, αν κάποιος από αυτούς τηρεί τους κανόνες που επιβάλλει ο αστικός κώδικας, όπως π.χ. το χύσιμο των νερών στο δρόμο που γίνεται ολισθηρός και επικίνδυνος για τους πεζούς και εστία κουνουπιών, ή αν μαζεύει τα κόπρανα του σκύλου του από το δρόμο και τους κοινόχρηστους χώρους και γενικότερα αν δεν αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια και την υγεία των υπόλοιπων κατοίκων;

Και πού ήταν άραγε όλοι αυτοί «οι φίλοι» του Σ και ανησυχούντες βαθιά σήμερα «για το καλό του» και το καλό του κοινωνικού συνόλου, πριν αυτός ο εύπορος άνθρωπος προσφέρει το τροχόσπιτο και ο Δήμαρχος -προς τιμήν του– επιτρέψει την εγκατάσταση, ρευματοδότηση και υδροδότηση του τροχόσπιτου στον δημοτικό κοινόχρηστο χώρο όταν ο Σ. ζούσε επί χρόνια κάτω από άθλιες συνθήκες;

Δεν ανησυχούσαν τότε για τον ίδιο όπως υποκριτικά διατείνονται σήμερα αλλά και για την υγεία και την ασφάλεια των κατοίκων της περιοχής όταν κατέβαιναν αυτοί και τα παιδιά τους στην παραλία;

Δεν υπήρχε ακριβώς δίπλα από το παραπηγματικό κατάλυμά του μια παλιά σκουριασμένη κούνια και μια τραμπάλα, δηλαδή μια ανάλογη “παιδική χαρά”που αναφέρουν στο κείμενό τους;

Εκεί, μπροστά στα μάτια τους όταν κατέβαιναν για μπάνιο ή για βόλτα στην παραλία ήταν επί χρόνια κι αυτός και τα σκυλιά του,και το παράπηγμά του κι η “παιδική χαρά” μισό μέτρο δίπλα του κι η φτώχεια του κι αρρώστια του, κι η εξαθλιωσή του, κι η ανημπόρια του κι η μοναξιά του, δεν τα έβλεπαν ;

Φυσικά, στην πρεμούρα τους να τον εκδιώξουν, οι εμπνευστές αυτής της κίνησης δεν σκέφτηκαν καν τα αυτονόητα:

Πρώτον, αν όντως ήταν επικίνδυνος για την ασφάλεια και την υγεία των κατοίκων, ο Δήμος δεν θα επέτρεπε και δεν θα βοηθούσε την εγκατάστασή του στον κοινόχρηστο δημοτικό χώρο και δεύτερον από τη στιγμή που τέθηκε κάτω από την προστασία του Δήμου είναι προφανές πως παράλληλα οι υπηρεσίες του εκτός από την φροντίδα, θα ασκούν και την επίβλεψη της τήρησης των κανόνων διαβίωσης στο τροχόσπιτο (χημική τουαλέτα, κατάσταση της υγείας σκύλων καθαριότητα του περιβάλλοντος χώρου κ.λ.π)

Δεν ξέρω ως πού είναι διατεθειμένοι να φτάσουν οι εμπνευστές αυτής της κίνησης εναντίον του άστεγου Σ.

Καλό θα ήταν για την φιλική συνύπαρξη των γειτόνων και την ηρεμία της τοπικής κοινωνίας να αναστοχαστούν πόσο άκαρδη, κοινωνικά ρατσιστική και βαθιά προσβλητική έως συκοφαντική προς έναν αδύναμο συνάνθρωπό τους ήταν η πράξη τους και να σταματήσουν εδώ το θέμα.

Ας γνωρίζουν όμως πως επίσης αρκετοί κάτοικοι υποδέχτηκαν με χαρά και ανακούφιση τη λύση στο δράμα αυτού του ανθρώπου και είναι σοκαρισμένοι με αυτές τις πρακτικές τύπου Σπιναλόγκας, όπου η φτώχεια αντιμετωπίζεται ως λέπρα και ο φτωχός ανήμπορος άστεγος ως επικίνδυνος λεπρός που πρέπει να εκδιωχθεί προκειμένου να μη μολύνει την κοινότητα.

Αναστασία

Υ.Γ. Ο Σταύρος πέθανε μια κρύα νύχτα του φετινού χειμώνα.
Τον βρήκε νεκρό μέσα στο τροχόσπιτό του, το πρωί η Ειρήνη, η γειτόνισσα που του πήγαινε κάθε μέρα φαγητό και τον επισκεπτόταν μαζί με μια άλλη γειτόνισσα, τη Λίτσα, στο νοσοκομείο Σωτηρία που μπαινόβγαινε λόγω της βαριάς του ΧΑΠ.

(Αγαπητή Αναστασία, η ιστορία του Σ. έχει μέσα και πολλή καλοσύνη. Που δεν φωνάζει. Με την καλοσύνη των ανθρώπων στην ψυχή του έφυγε ο Σ. Δεν έχω καμία αμφιβολία πως υπάρχουν ατομικισμός, κυνισμός και αδιαφορία. Αλλά υπάρχει και καλοσύνη. Εγώ επιλέγω να βλέπω την καλοσύνη. Σαν τα παιδιά. Που βλέπουν μόνο το καλό. Μόνο το παιχνίδι. Τον ήλιο και το φεγγαράκι. Και τους μιλάνε. «There is a crack in everything. That’s how the light gets in» – Leonard Cohen. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.