Ζηλεύω και φοβάμαι

Πιτσιρίκο, η αλήθεια είναι πικρή μα πρέπει επιτέλους να ειπωθεί: Ζηλεύω! Θυμάμαι τις εποχές που έτρεχα το ιατρείο μου στην όμορφη Ελλάδα και ξεκίναγα κάθε μήνα από το μηδέν.

Τι ωραίες εποχές κι αυτές! Με το χαμόγελο στα χείλη πηγαίνανε οι γιατροί μας μπροστά, ακούγοντας την κάθε μ@λακία που έβγαινε από το στόμα του ασθενή-πελάτη κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι τους, τα καλά λόγια του συναδέλφου ιατρού-κυνηγού και απολαμβάνοντας τις επαφές με το ελληνικό δημόσιο μέχρι εκεί που δεν πάει.

Νοσταλγώ τα χρόνια αυτά στον ομφαλό του κόσμου που είναι η υπέροχη Ελλάδα μας· ολόκληρη και όχι μονάχα οι Δελφοί όπως μας έλεγαν κάποτε.

Τα βράδια στέκομαι μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο μοναχός, ανοίγω μια παλαιωμένη ρετσίνα του 1912 -από το κελάρι με τις ρετσίνες που διατηρώ στο υπόγειο- και βάζω στο κασετόφωνο Καζατζίδη και πίνω μαζί του μέχρι να ξημερώσει.

Ψεύτρα ξενιτειά, Νυχτερίδες κι αράχνες και Μαντουβάλα είναι τα αγαπημένα μου.

Επίσης, είναι αλήθεια πως φοβάμαι.

Για την ακρίβεια φοβάμαι πολύ ότι σε αυτές τις χώρες που ζω θα γίνω αργά ή γρήγορα ένας ακόμα φιλελές.

Μερικές φορές, μάλιστα, όταν ξυρίζομαι το πρωί, κοιτώ ξαφνιασμένος πίσω μου, αφού για μια στιγμή νομίζω ότι βλέπω στον καθρέφτη τον Παύλο Τσίμα να με κοιτά μέσα στα μάτια.

Μεταμόρφωση όπως στο ομώνυμο έργο του Κάφκα, όπου ο Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί μεταμορφωμένος σε μια τεράστια κατσαρίδα.

Είναι ανθυγιεινός ο αέρας της Εσπερίας, σε μεταμορφώνει σε φιλελέ.

Δεν είναι όπως ο αέρας της Ελλάδας που δεν αφήνει τους φιλελέδες να αναπτυχθούν και να πολλαπλασιαστούν.

Στον τόπο τον ιερό βγαίνουν μονάχα επαναστάτες που καμιά φορά εξελίσσονται σε Παύλους Τσίμες, μόνο και μόνο ως εξαίρεση που απλά επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Στην Ελλάδα, άλλωστε, ο νεοφιλελευθερισμός δεν έχει καμία τύχη. Ούτε ο κομμουνισμός έχει καμία τύχη στην Ελλάδα.

Γενικά, κάθε τι ξενόφερτο δεν έχει τύχη στον ευλογημένο τόπο.

Μονάχα ο ελληνισμός και η ορθοδοξία έχουν παρελθόν, παρόν και μέλλον στην χώρα αυτή.

Άλλωστε, «τύχη» είναι η ίδια η χώρα και «τυχεροί» εκείνοι που την απολαμβάνουν.

Οι υπόλοιποι «άτυχοι». Κι αυτοί που φεύγουν κι εκείνοι που έρχονται χωρίς να μπορούν να αντιληφθούν σε τι παράδεισο έχουν έρθει.

Μετά την παραδοχή της ζήλιας και του φόβου μου, θα κλείσω αυτό το σύντομο κείμενο με δύο ακόμα επισημάνσεις.

Ας μην είμαστε και τόσο βέβαιοι ότι όλοι όσοι έχασαν δικούς τους ανθρώπους στην επίθεση στους δίδυμους πύργους τους κλαίνε κάθε μέρα.

Ίσως υπάρχουν πάρα πολλοί ανάμεσα τους που έφτιαξαν ξανά την ζωή τους, γιάτρεψαν τις πληγές τους και συνέχισαν τον δρόμο τους με τον τρόπο που τόσοι και τόσοι άνθρωποι έκαναν στο παρελθόν.

Και ίσως αυτοί οι άνθρωποι να κλαίνε εκείνους που χάθηκαν κάθε 11η του Σεπτέμβρη, όπως και οι υπόλοιποι δηλαδή, αλλά το κλάμα τους και οι αναμνήσεις του πόνου που ένιωσαν τότε να ξυπνούν αληθινά μέσα τους.

Να μην είναι δηλαδή το γεγονός μια επέτειος αλλά μια θλιβερή ανάμνηση –μια επώδυνη υπενθύμιση– μιας περασμένης τραγωδίας για αυτούς. Μιας τραγωδίας που την άφησαν πια πίσω.

Επίσης, είναι απολύτως βέβαιο ότι κανείς δεν σκέφτεται όταν στέκεται μπροστά σε ένα μνημείο εκείνους που σκοτώθηκαν κατά την διάρκεια της κατασκευής του.

Εμένα αυτό μου φαίνεται λογικό. Το ίδιο άλλωστε είπα και στο προηγούμενο κείμενό μου αλλά από μια διαφορετική γωνία.

Όπως κάποιος δεν σκέφτεται τους ανθρώπους που έχασαν την ζωή τους στην κατασκευή ενός μνημείου, έτσι δεν σκέφτεται κι εκείνους που πέθαναν ή βασανίστηκαν κατά την διάρκεια της παραγωγής των ρούχων και των παπουτσιών που φοράει.

Η σχετική του θέση στον πλανήτη γη –πολίτης σε μια δυτική χώρα που επιτρέπει την διατήρηση ένας επιπέδου διαβίωσης εξαιτίας της εκμετάλλευσης εκατομμυρίων ανθρώπων σε άλλες χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου– του δίνει την δυνατότητα να αδιαφορεί όχι μονάχα για την ιστορία που κρύβεται πίσω από την κατασκευή κάποιων μνημείων εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια πριν, αλλά και για την ιστορία που κρύβεται πίσω από την παραγωγή των ρούχων λίγες ημέρες ή μήνες πριν.

Η ισοπέδωση των πάντων είναι ένα σημαντικό κι αναγκαίο βήμα απομυθοποίησης μιας εποχής που μοιάζει με στραβοχυμένο ζελέ σε ένα μισοσπασμένο, βρώμικο πιάτο, όμως δεν βοήθα να είναι επιλεκτική. Γνώμη μου βέβαια και τίποτα παραπάνω.

Φιλιά από την ηλιόλουστη Εσπερία

Ηλίας

Υ.Γ. Η εικόνα είναι πίνακας του ζωγράφου Λάκη Μουρατίδη με τίτλο «ο διαφεύγων καπνός».

(Φίλε Ηλία, μεταξύ μας, κι εμένα μου την έχει δώσει ο Βασίλης. Από την ημέρα που μετακόμισε από τη Σουηδία στην υπέροχη Ρόδο, την έχει δει γαμάτoς. Ποιος νομίζει ότι είναι; Εντάξει, είναι ο εθνικός μας ψυχίατρος -και ένας από τους καλύτερους ψυχίατρους του κόσμου-, ζει σε ένα από τα πιο όμορφα νησιά του κόσμου, τα έχει όλα, αλλά δεν υπάρχει λόγος να σε σνομπάρει με αυτό τον τρόπο. Εγώ μαζί σου είμαι. Ηλία, μεταξύ μας, πολύ έξυπνο αυτό το κόλπο που απαντάς σε κάθε κείμενο του Βασίλη, ώστε να τον βάλεις στην διαδικασία να απαντήσει κι αυτός και να μην μπορεί να πάει να αράξει στις πανέμορφες παραλίες της Ρόδου. Ο Βασίλης δεν τα ξέρει αυτά τα παλαιοκομμουνιστικά κόλπα γιατί είναι αθώος χεβιμεταλάς. Θα το καταλάβει τον Σεπτέμβριο, όταν θα διαπιστώσει πως έφυγε το καλοκαίρι και δεν έχει κάνει ούτε ένα μπάνιο. Βέβαια, επειδή είναι μεγαλοφυής και πανούργος, μπορεί να αρχίσει να σου απαντάει από τις παραλίες -και να βάζει φωτογραφίες με τα πόδια του μέσα στην θάλασσα-, οπότε θα έχει νικήσει. Να είσαι καλά, Ηλία. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.