Φύλλο η καρδιά

Τι είν’ αυτό που το λένε αγάπη, φίλε μου Πιτς, τι είν’ αυτό; Γέλιο, δάκρυ, λιακάδα, βροχή, της ζωής μας και τέλος κι αρχή.

Πόσα έχουν γραφτεί για την αγάπη! Πόσοι απλοί και σημαντικοί άνθρωποι έχουν προσπαθήσει ανά τους αιώνες να δώσουν έναν ακριβή ορισμό, που να χωρούν μέσα σε λίγες γραμμές όλα αυτά που εμπεριέχει αυτή η μικρή λέξη, με το τεράστιο νόημα.

Κάτι που αντιπροσωπεύει κάτι τόσο μεγάλο, ίσως να μην μπορεί να μπει σε καλούπι. Να μην μπορείς να του κοτσάρεις μια «ταμπέλα».

Κι όμως.

Πιστεύω ότι πρέπει να είναι τόσο απλό, όσο δύσκολο κι αν φαίνεται.

Μήπως, αγάπη δεν είναι η «λησμονιά τού Εγώ»; Μήπως, αγαπώ δε σημαίνει, αγαπάω τον άλλον, με τον τρόπο που θέλει να αγαπηθεί;

Τον άλλον, την άλλη, το άλλο, δεν έχει σημασία. Το οτιδήποτε σου προξενεί αυτό το συναίσθημα.

Αυτό δεν είναι αγάπη; Η πλήρης έλλειψη της ιδιοτέλειας;

Γιατί λοιπόν, δεν καταλήγουμε σ’έναν παρόμοιο ορισμό! Γιατί όλοι ψάχνουν συνεχώς μια ερμηνεία που ποτέ δεν μένει μόνη της!

Μάλλον, γιατί η αγάπη, ήταν, είναι και θα είναι, σαν ένα φυλλαράκι που αγωνίζεται να κρατηθεί πάνω στο κλαδί όταν βρέχει και φυσά. Μ’ έναν άνεμο, που φέρνει από μακριά το κλάμα του ουρανού.

Και δεν πρέπει να βραχεί. Η αλμύρα από το δάκρυ θα την ξεράνει.

Το δειλινό τής γνέφει, κάθε στιγμή! Σε ένα όνειρο που αρχίζει από τα χείλη με δεκάδες χρώματα, που μοιάζουν με φωνές από μικρά παιδιά που παίζουν.

Ένα ταξίδι στη λήθη τού χθες, μ’ένα φιλί.

Η μνήμη, όμως, πιστή ακόλουθος.

Ως άλλος Σάντσο Πάντζα, να προσπαθεί να ερμηνεύσει τα λόγια του αφέντη του. Λόγια σαν στίχοι, που ποθούν την πένα για μια μουσική σωστό αερικό. Λευκά ντυμένη η Τερψιχόρη να σέρνει το χορό κι ο Δον Κιχώτης το παραμύθι.

Και κάτω απ’του σύννεφου τον θρήνο, τα κλαδιά μεταμορφώνονται σε πινέλα, με τον Ήλιο να γέρνει, δίνοντας στον άδειο καμβά χρώμα.

Την στιγμή που ξεθωριάζουν οι στάλες, με πορφύρα γεμίζουν τα όνειρα, διώχνοντας το ξελόγιασμα του πόνου, βάζοντας φωτιά στο αίμα.

Εσύ, καρδιά, το φεγγάρι ξυπνάς τα βράδια. Ολόγιομο γίνεται με ένα σου μόνο χάδι. Την πνοή του γεμίζεις με φως.

Κι αυτήν τη μοίρα την ξεφτιλισμένη, που κάνει το συναίσθημα παιχνίδι, κοίτα την κατάματα και μη σε νοιάζει.

Γέλα.

Το φιλί, στο ταξίδι θα σε πάρει μαζί του, πάνω σ’ένα ξύλινο σκαρί, θέλοντας να ξορκίσει τα κύματα με ευωδιές λουλουδιών, απομεινάρι ύπνου μιας γοργόνας, με νανούρισμα της θάλασσας τραγούδια.

Φύλλο η καρδιά!

Της Άνοιξης άλικο χαμόγελο. Λευκοί κύκνοι τα πανιά στο ξύλινο σκαρί, σαν Καλοκαίρια να της κρατούν το χέρι, για πάντα.

Αγάπη μόνο, φίλε μου Πιτσιρίκο!

Κι ένα Τανγκό!

Με εκτίμηση!

Βαλαβάνης Δημήτρης

(Φίλε Δημήτρη, σε βλέπω σε ερωτική διάθεση. Ωραία. Αγάπη μόνο.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.