Επιστρέφοντας

Γεια σου και πάλι, αγαπημένε μου Πιτσιρίκο.
Αραχτός στο κρεβάτι του ξενοδοχείου στη Στοκχόλμη, περιμένω να περάσει η ώρα για να καβαλήσω το αεροπλάνο που θα με πάει πίσω στη Ρόδο. Εχθές, φεύγοντας από την κλινική για το αεροδρόμιο, με έπιασε μια αγωνία. Το σώμα μου αντέδρασε σαν ο τελικός προορισμός της πτήσης να ήταν το Γκέτεμποργκ.

Σκυλιά του Παβλόφ είμαστε όλοι μας, Πιτσιρίκο μου. Μας βαράνε το καμπανάκι και μας τρέχουν τα σάλια. Μας βάζουν στο αεροπλάνο και ό,τι και να γράφει το εισιτήριο, το σώμα αντιδρά σαν να πηγαίνει ξανά εκεί που πήγαινε όλα τα προηγούμενα ταξίδια.

Οι σωματικές αισθήσεις και αντιδράσεις μεταφράζονται κατευθείαν σε σκέψεις και συναισθήματα, τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνουμε να συνειδητοποιήσουμε πως πρώτα μας ήρθε ο κόμπος στον λαιμό και μετά οι δυσάρεστες σκέψεις και η στενοχώρια.

Αυτά σε ατομικό επίπεδο, γιατί σε ομαδικό τα πράγματα είναι ακόμα πιο πολύπλοκα και συγκεχυμένα.

Περιμένοντας στο αεροδρόμιο, διάβαζα τα μέιλ που μου έστειλε η προϊσταμένη μου. Θα παραλείψω να μπω λεπτομερώς σε αυτά που εκθειάζουν το ήθος μου, την επιστημονική μου αρτιότητα και το ποσό αγαπητός είμαι στην κλινική, στο προσωπικό και στους ασθενείς μου γιατί το ξέρεις ποσό σεμνός και ταπεινός είμαι και δεν τα μπορώ αυτά, ρε παιδί μου.

Ντρέπομαι και κοκκινίζω.

Θα σου γράψω όμως για το πρόσφατο ανακοινωθέν του σουηδικού υπουργείου υγείας, του Socialstyrelsen, του οποίου, αν μεταφράσεις κυριολεκτικά τις λέξεις, σημαίνει «κοινωνικό διοικητήριο». Ακούγεται υπέροχα ναζιστικό. Δεν είναι πολυ ναζιστικό, όμως, μόνο όσο χρειάζεται.

Όπως και να έχει, λέει το υπουργείο πως αυτή τη στιγμή η ψυχική νόσος κατέχει την πρώτη θέση, παγκοσμίως, σαν αιτία ασθένειας και αναπηρίας.

Στη Σουηδία, από τα παιδιά και τους νέους που ήρθαν σε επαφή με τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας πριν 10 χρόνια, 30% έχει ακόμα νταραβέρια με εμάς, και 25% αυτών δεν εργάζεται καν.

Συντριπτική η στατιστική, όταν την βλέπεις έτσι.

Από την άλλη, μπορούμε να καυχηθούμε πως θεραπεύουμε τελείως το 70% των ασθενών μας, πράγμα που δεν μπορούν να το ισχυριστούν πολλές ιατρικές ειδικότητες.

Είναι όπως το πουλάς, δεν είναι όπως είναι.

Στο καπάκι, μου έρχεται και ένα άλλο ενημερωτικό μέιλ, αγγλόφωνο αυτή τη φορά, που επισημαίνει την άμεση συσχέτιση στην αύξηση των αυτοκτονιών στους νέους με την αυξανόμενη διεισδυτικότητα των κοινωνικών δικτύων.

Ελα ρε, σοβαρά;

Το τεχνολογικό παράσιτο που δημιουργήσαμε τρέφεται με όλους τους δυνατούς τρόπους απο την ανθρωπότητα.

Μας εξολοθρεύει με τη μόλυνση του αέρα μας, του νερού μας, της τροφής μας.

Κυριαρχεί στην καθημερινότητά μας σε τέτοιο βαθμό που να μας δημιουργεί κατάθλιψη, άγχος και τάσεις αυτοκαταστροφής.

Δουλεύουμε περισσότερο για να δημιουργήσουμε και να αγοράσουμε τις μηχανές επόμενης γενιάς, που θα είναι πιο γρήγορες, πιο όμορφες, με καλύτερη απόδοση στον ήχο και στην εικόνα, και ακόμα πιο αποτελεσματικές στο να εκμηδενίσουν την ανθρώπινη φύση μας.

Το μέλλον διαγράφεται λαμπρό.

Σας έριξα την ψυχολογία και σας άγχωσα ε; Αν είστε χαρούμενοι και ήρεμοι, εγώ πώς θα δουλέψω; Κλέφτης θα γίνω;

Πέρα απο τα αστεία, πέφτουμε πολυ εύκολα στην παγίδα του να βλέπουμε το δάσος και να χάνουμε το δέντρο.

Όχι, δεν το έγραψα λάθος. Έτσι είναι τα πράγματα. Είμαστε σαν ξυλοκόποι που πάνε το πρωί να κόψουν ένα δέντρο, βρίσκονται μπροστά στο δάσος και απελπίζονται.

Στην περίπτωσή μας, το δέντρο είναι ο καθένας απο εμάς.

Θέλω να πω πως, ακόμα και αν είμαστε μέρος ενός δάσους, δεν έχουμε φτάσει ακόμα στο σημείο να έχουμε απωλέσει ολοκληρωτικά την ικανότητά μας σαν άτομα για αυτοπροσδιορισμό και λήψη αποφάσεων.

Αν δεχτούμε φυσικά πως υπαρχει ελευθερία επιλογής, ή τουλάχιστον έως έναν βαθμό. Ανοιχτό προς συζήτηση.

Το να περιμένουμε να συμφωνήσουμε όλα τα δέντρα μαζί στο τι πρέπει τελικά να γίνει και πόσο πράσινοι να είμαστε, και πόσα κλαδιά πρέπει να έχουμε, είναι λίγο μάταιο.

Υπάρχει μέση λύση, δεν είναι όλα άσπρο ή μαύρο στη ζωή. Αν δεν υπαρχει, πρέπει να τη δημιουργήσει ο καθένας από εμάς για να μπορέσει να λειτουργήσει. Το να υποκύπτει κανείς τελείως στην πίεση του κοινωνικού συνόλου ειναι το ίδιο βλαβερό με το να κόβει πέρα και να απομονώνεται κοινωνικά.

Ο κίνδυνος της ελιτίστικης διάθεσης απέναντι σε αυτούς που έχουν διαφορετική άποψη από εμάς είναι τεράστιος.

Για παράδειγμα, η παγίδα με το να χρησιμοποιούμε όρους όπως «λούμπεν» με υβριστική και υποτιμητική διάθεση ενάντια σε μια μερίδα κόσμου που δεν είχε την τύχη να προικιστεί με φυσική νοημοσύνη, ή και να έχει ίδιες ευκαιρίες με αυτές που δόθηκαν σε εμάς, είναι πιο επικίνδυνη απο αυτο που φαίνεται.

Δεν κάνουμε τίποτα άλλο απο το να τοποθετούμε τους εαυτούς μας σε ένα επίπεδο υψηλότερο απο τους υπόλοιπους και να καταριόμαστε τις μάζες που δεν έχουν ιδία βούληση παρά χειραγωγούνται απο αυτούς που τους τάζουν ψίχουλα.

Εδώ να ανοίξω μια παρένθεση και να πω πως ανήκουμε σε ενα είδος πλασμάτων που μπορεί να δεχτεί αποζημίωση σε χρήμα για την απώλεια ενός μέλους της οικογένειας, όπως κανουν πχ στον ισλαμικό κόσμο. Μου σκοτώνεις το παιδί, με πληρώνεις αρκετά, κλείσαμε.

Και μην κοιτάς που λέω για τον ισλαμικό κόσμο, αν περνούσαν και εδώ τέτοιο νόμο, θα τον έβρισκαν ολοι λογικό μετά απο λίγο καιρό.

Όπως βρίσκουν λογικό να υποθηκεύουν το μέλλον των παιδιών τους, για το οποίο κανουν τα πάντα, όμως.

Κλείνω την παρένθεση.

Αυτο που θελω να πω είναι πως πρέπει κάποια στιγμή να αποδεχθούμε πως το νόημα της δημοκρατίας δεν ειναι πως οι πολλοί έχουν δίκαιο, αλλα πως οι πολλοί αποφασίζουν. Το ένα με το άλλο δεν εχει καμία μα καμία απολύτως σχέση, θα έλεγα το αντιθετο.

Ο αποκλεισμός από τον διάλογο και την προσπάθεια βαθύτερης ανάλυσης και κατανόησης των θέσεων του άλλου, η θεώρηση σαν κατώτερου και εχθρού οποιουδήποτε εχει διαφορετική άποψη απο εμάς, το μόνο που μου φέρνει στο μυαλό ειναι θρησκευτικούς φανατικούς και φασίστες.

Προσπαθούμε δηλαδή να νικήσουμε το παιχνίδι, παίζοντας ακριβώς με τη στρατηγική των άλλων, που παρεμπιπτόντως αυτή ειναι η ιδεολογία τους -την οποία και κατακρίνουμε- και όχι η στρατηγική τους.

Σκάμε μύτη στο παιχνίδι και με το πού βλέπουμε πως οι άλλοι ειναι κλαδευτήρια αρχίζουμε και εμείς το τσεκούρωμα, και στο τέλος απομένουν στο γήπεδο δυο ομάδες με σπασμένα πόδια.

Για κάποιον που βλέπει το παιχνίδι, είναι απλά εικοσιδύο βαρεμένοι που κλωτσιούνται στα καλάμια, κανείς τους δεν παίζει μπάλα.

Η δουλειά λοιπόν πρέπει να αρχίζει σε ατομικό επίπεδο, γιατί, όταν φτάσουμε να παίξουμε μπάλα, ειναι πολυ αργά.

Προτιμώ να προσπαθώ να μιλάω με τον κόσμο, να αποδέχομαι τις ανησυχίες του και να μην πολώνω το κλίμα της συζήτησης. Το παιχνίδι της πόλωσης και της βίας ξέρουμε ολοι ποιοι το κερδίζουν στο τέλος.

Όσο περισσότερο απομονώνεται κανείς στους δικούς του κύκλους, κάνει ακριβώς αυτό που κάνουν τα κοινωνικά δίκτυα: ενισχύει την εκδοχή της πραγματικότητας που ταιριάζει σε αυτό που θέλει ο ίδιος να δει.

Στο τέλος, το διαφορετικό γίνεται εξωγήινο και αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση και μίσος.

Θυμάμαι μια συζήτηση με έναν ομοφυλόφιλο συνάδελφο στο Γκέτεμποργκ για ένα μαγαζί.

– Πάμε στο Bee, είναι gay friendly.
– ρε μαλακα, να φάω θέλω, όχι να βρω γκόμενο να γαμήσω.

Γέλαγε σαν μ@λάκας. Για κάποιον λόγο, ο συνάδερφος, όταν επέλεγε τα gay friendly μαγαζιά, το τόνιζε.

Εμείς στο Bee είχαμε φάει μερικές φορές, ακόμα και όταν ήμασταν μόνο στρέιτ στην παρέα. Μπορώ να πω πως παίζει να ήμασταν το μοναδικό στρέιτ τραπέζι εκείνες τις φορές.

Για κάποιο λόγο, σε μια χώρα που τα βίαια περιστατικά ομοφοβίας έχουν σχεδόν εκλείψει, συνεχίζει ο κόσμος να αισθάνεται ασφάλεια όταν είναι σε επίσημα gay friendly μαγαζί, με γομάρι σερβιτόρο με βγαλμένα φρύδια και γλυκύτατο χαμόγελο, που με κοίταζε στα μάτια τη ώρα που έδινα παραγγελία λες και περίμενε να του κάνω πρόταση γάμου.

Μετά έκανε το ίδιο και με τον επόμενο άντρα της παρέας, όποτε απογοητεύτηκα, τα ίδια κάνει σε όλους το τσουλάκι.

Κάποιοι από εσάς γέλασαν, κάποιοι σφίχτηκαν, κάποιοι αναρωτήθηκαν αν είμαι αμφιφυλόφιλος, κάποιοι αν είμαι ομοφοβικός. Αυτή είναι η μαγεία της τέχνης, ο κάθενας καταλαβαίνει αυτό που τον εκφράζει.

Τελος πάντων, στρέιτ είμαι και δεν μου καίγεται καρφί για το τι γουστάρει ο καθένας να κάνει στο κρεβάτι του, στην κουζίνα, στο μπάνιο, στο γραφείο, σε μια ερημική παραλία ή πάνω στο καπό του αυτοκινήτου του. Και ο σερβιτόρος ήταν συμπαθέστατος, ευγενέστατος και παρά πολύ εξυπηρετικός.

Ελπίζω να σας κάλυψα. Γελάσαμε, χαλαρώσαμε, πίσω στα σοβαρά θέματα τώρα.

Το να συχνάζει ο συνάδελφος στα συγκεκριμένα μαγαζιά, είχε διαστρεβλώσει σε έναν βαθμό στο μυαλό του την εικόνα αποδοχής που είχε η σουηδική κοινωνία για την ομοφυλοφιλία.

Ναι, επίσημα μπλα μπλα μπλα και προοδευτικίλα, αλλά, όταν έμπαινε στην κλινική ντυμένος με τα χαρούμενα χρώματα, πάλι ψιθύριζαν και χασκογελούσαν.

Κοινώς, πρέπει να έρθουμε σε επαφή ο ένας με τον άλλο για να καταλάβουμε τι συμβαίνει, από πού ερχόμαστε και πού θελουμε να πάμε. Ο απομονωτισμός και ο ελιτισμός οδηγούν σε πόλωση.

Στην Ελλάδα ειδικά έχουμε γίνει μαέστροι στο να παίζουμε ο ένας με τα νεύρα του άλλου.

Χαίρομαι που θα γυρίσω αλλά τρέμω την καθημερινή επαφή με τον κόσμο στον δρόμο, που γυαλίζει το μάτι του για φασαρία και καυγά.

Δεν μπορούμε να τα βρούμε για μια θέση πάρκινγκ, όχι για το ποιος θα κυβερνήσει και πώς…

Να, και πάλι βλέπω το δάσος. Πόσο εύκολα παρασύρεται κανείς και οδηγείται στην απελπισία και σε αυτό το αίσθημα αδυναμίας και απογοήτευσης…

Στην αμερικανική πολιτική σκηνή, αυτή τη στιγμή βλέπουμε ενα φοβερό παράδειγμα.

Αφού οι δημοκρατικοί μετακινήθηκαν δεξιά, οι Ρεπουμπλικάνοι πήγαν δεξιότερα για να αποστασιοποιηθούν.

Η αριστερή πτέρυγα των δημοκρατικών άρχισε να διαχωρίζει τις θέσεις της και να αποκτά απήχηση, οι υπόλοιποι βγήκαν και τους αποκάλεσαν σοσιαλιστές.

Εκεί δεν είναι Ελλάδα, σοσιαλιστής είναι βαρύς χαρακτηρισμός, όποτε βρήκαν ευκαιρία οι ακροδεξιοί να το τραβήξουν πιο άκρα και συντηρητικά από ποτέ.

Οι νότιες πολιτείες πλέον περνάνε νόμους που καταργούν το δικαίωμα στη διακοπή της κύησης ακόμα και σε περιπτώσεις βιασμού και αιμομιξίας.

Βέβαια, κάποιος μπορεί να πει πως, αν σε αυτές τις πολιτείες δεν καταργηθεί το δικαίωμα αυτό, σε λίγο δεν θα γεννιούνται παιδιά.

Βαρύ αστείο, αναφορά στο στερεότυπο για την κουλτούρα κακοποιήσης των γυναικών και αιμομιξίας που στιγματίζει τον αμερικανικό βαθύ νότο.

Δεν θα γίνουμε και τελείως πολιτικά ορθοί, καήκαμε τότε.

Πηδώντας από θέμα σε θέμα, ήρθε η ώρα να σηκωθώ σιγά σιγά και να μαζεύω, όποτε δεν καταλήγω πουθενά. Αυτό, βέβαια, δεν έχει να κάνει με την πίεση χρόνου, χίλια χρόνια να μίλαγα χωρίς σταματημό, δύσκολα θα κατέληγα κάπου.

Όποτε συνοψίζω: Ο κόσμος δεν πάει και σούπερ, αλλά σε ατομικό επίπεδο τα περιθώρια ελιγμού είναι άφθονα. Μην το βάζετε κάτω, επικεντρωστε την προσοχή σας σε αυτό που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής πριν χαθείτε στην μεγάλη εικόνα των πραγμάτων.

Οι περισσότεροι από εμάς κυριολεκτικά δεν βλέπουν στον καθρέφτη ένα ζωντανό πλάσμα, βλέπουν απλά μια εικόνα την οποία ο εγκέφαλος -αφού έμαθε σε μικρή ηλικία να την αντιστοιχεί στον εαυτό τους- κατάφερε με κάποιο μαγικό τρόπο να το ξεχάσει.

Υπάρχουμε και στην από εδώ πλευρά του καθρέφτη, με λίγη προσπάθεια μπορούμε να το θυμηθούμε. Όπως όταν ήμασταν παιδιά και ψαχουλευαμε τα σώματά μας για να αισθανθούμε τι αντιστοιχεί σαν αίσθηση σε αυτό που βλέπουμε.

Συγκεντρωθείτε, ψαχουλεψτε με το μυαλό και θα θυμηθείτε πως είστε ακόμα εδώ. Δεν σας κατάπιαν οι καθρέφτες και οι σέλφις.

Την αγάπη μου από την Στοκχόλμη προς την Ρόδο

Βασίλης

(Φίλε Βασίλη, δεν είσαι μόνο ο εθνικός μας ψυχολόγος αλλά και ο προσωπικός μου ψυχολόγος. Κάθε φορά που διαβάζω τα κείμενά σου ή ακούω τα podcast σου, ισιώνω. Επίσης, αν οι άνθρωποι ήταν σαν εσένα, θα ήταν καλύτερος ο κόσμος. Μου αρέσει πολύ που, με τον Ηλία, είστε την ίδια εποχή στα ταξίδια και στα αεροπλάνα. Να είσαι καλά, Βασίλη. Καλή επιστροφή στη Ρόδο. Ελπίζω να σου αρέσει η φωτογραφία που έβαλα στο κείμενό σου. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.