Παιδί μου, κόπηκες;

Φίλε μου αγαπημένε πιτσιρίκο, ένα χαρακτηριστικό της παιδικής ηλικίας είναι η αταξία. Όταν είσαι παιδί, παραβιάζεις συνεχώς κανόνες. Τι πιο φυσιολογικό! Αλλιώς δεν θα ήσουν παιδί. Θα ήσουν μπιμπελό.

Αλλά εγώ, Πιτς μου, δεν ήμουν παιδί. Ήμουν ο Σατανάς βερνικωμένος.

Όποτε θυμάμαι μερικές από τις αταξίες που έχω κάνει, σκέφτομαι ότι κατά τύχη είμαι σώος και αβλαβής και ότι οι γονείς μου ήταν πραγματικοί ήρωες.

Ειλικρινά δεν ξέρω τι θα έκανα, αν ήμουν στη θέση τους. Μπορεί να με έδινα σε καμιά οικογένεια στην Αυστραλία.

Μα περισσότερο η μητέρα μου. Ο πατέρας έλειπε πολλές ώρες στη δουλειά και μάθαινε κατόπιν εορτής τα χαΐρια μου. Αλλά η δύστυχη η μάνα, τα ζούσε λάιβ.

Δεν με προλάβαινε η καλή μου! Δεν ξέρω τι να πρωτογράψω.

Ότι ένα Πάσχα ήθελα να μιμηθώ τον Βέγγο που έκανε τον αναστενάρη στην γνωστή ταινία και προτού προλάβουν να βάλουν το αρνί και μπήκα εγώ πρώτος μέσα στο λάκκο με τα αναμμένα κάρβουνα;

Σκέψου να είσαι μες την καλή χαρά και ξαφνικά να δεις το τετράχρονο παιδί σου να ουρλιάζει και να τρέχει ανάμεσα στις τριανταφυλλιές στον κήπο, με φλεγόμενες κάλτσες.

Ότι είχα πάρει τη μάνικα μια μέρα να πλύνω τα καλώδια της ΔΕΗ, γιατί μου φαίνονταν βρώμικα;

Πρέπει να είμαι ο μοναδικός άνθρωπος που έχει πλύνει καλώδια της ΔΕΗ, χωρίς να γίνει πυγολαμπίδα.

Ότι ένωνα ουκ ολίγες φορές ραδιοφωνάκια που τους είχαν τελειώσει οι μπαταρίες, με φις και τα έβαζα στην πρίζα;

Το ίδιο έκανα και με κάτι λαμπάκια φακού. Τόσα άστρα από τις εκρήξεις ούτε οι αστροναύτες δεν έχουν δει. Αυτός ο ρελές κόντευε να φύγει μετανάστης.

Ότι όποια κατσαρίδα έβρισκα το καλοκαίρι την έβαζα μέσα σ’ ένα σπιρτόκουτο και τη φύλαγα σ’ ένα συρτάρι στο σπίτι για να μην την σκοτώσουν;

Κρίμα είναι, γιατί να τις πατάνε τις καημένες! Τα παιδάκια τους τι θα γίνουν;

Ότι έχω βάλει δυο φορές φωτιά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο;

Την πρώτη φορά ήθελα να δω αν μια γιρλάντα μπορεί να καεί σαν φιτίλι ή όχι. Ευτυχώς, ήταν ψεύτικο και μικρό το άμοιρο δεντράκι και την γλυτώσαμε φτηνά. Τη δεύτερη όμως, ήταν ολόκληρο έλατο. Μες τα μπαμπάκια και τα στολίδια. Λαμπάδιασε. Κι αυτό και το γραφείο που ήταν από κάτω. Αυτά τα αγγελάκια που γυρίζουν γύρω γύρω πάνω από κάτι κεράκια που ανάβουν, μην τα βάλετε ποτέ κάτω απ’το δέντρο. Ο μπογιατζής που είχε έρθει να βάψει για δεύτερη φορά το σπίτι, έτριβε τα χέρια του. Έπρεπε να του ζητάω μίζα.

Αυτό που θυμάμαι έντονα είναι οι τσιρίδες της κακομοίρας της μάνας μου. Όλη η γειτονιά μαζευόταν.

Μια φορά μαζεύτηκαν και τα εκατά. Ήταν η μέρα που θα ερχόταν ο χασάπης της γειτονιάς.

Είχα πάρει το κλειδί από το λουκέτο του κοτετσιού και είχα εξαφανιστεί. Πέντε χρονών πρέπει να ήμουν. Κανείς δεν θα πείραζε τις φίλες μου. Πρωί πρωί με την αυγούλα τό’ σκασα, νύχτα με μπουζουριάσανε.

Κάποιες φορές έκλαιγε και τραβούσε τα μαλλιά της, κάποιες με αγκάλιαζε σφιχτά και με φιλούσε και κάποιες άλλες, ευτυχώς τις λιγότερες, έγραφε πάνω μου το νούμερο της παντόφλας της.

Είναι ατελείωτες οι παιδικές μου ανδραγαθίες. Θα μπορούσα να γράφω για ώρες. Αλλά νομίζω ότι έχει πιο πολύ γούστο, όταν τις περιγράφω ζωντανά.

Αλλά όσο γούστο και να ‘χει, τώρα που πέρασαν τα χρόνια και τα θυμάμαι, η έρημη η μάνα μου αγανάκτησε για να με μεγαλώσει.

Αν το παιδί σου βγει διάολος, κάνε τον σταυρό σου.

Και μετά, η εφηβεία. Δεύτερο ημίχρονο.

Ξέρεις, εκείνη την περίοδο, που όλοι και όλα σου την σπάνε, θέλοντας να κάνεις φόνο. Όχι βέβαια κυριολεκτικά, αλλά ένα ντου, θα ήθελες να το κάνεις στη μάνα σου ας πούμε, που σου τα έκανε μπαλόνια ολημερίς κι ολονυχτίς.

-Κάποτε, προσπάθησε κάποιος να σκοτώσει τη μάνα του με ένα μαχαίρι. Την ώρα λοιπόν της επίθεσης, αυτοτραυματίστηκε κατά λάθος. Και γυρνάει τότε η μητέρα του με αγωνία και του λέει: Παιδί μου, κόπηκες;

-Άι κατούρα μας ρε μάνα, που όποτε μαλώνουμε μου αραδιάζεις την ίδια ανοησία. Εντάξει, το ξέρω ότι μ’αγαπάς, αλλά μη μου σπας τα νεύρα. Και στο κάτω κάτω, για να πάει αυτός να καθαρίσει τη μάνα του, φαντάσου τι του έκανε. Παιδί μου κόπηκες και βλακείες. Ε, εγώ δεν θα κοπώ. Θα προσέχω.

Μπορεί τότε πάνω στον καβγά, να μου φαινόταν μια πανηλίθια ιστορία από τη μάνα μου, που προφανώς της την έλεγε η μάνα της, δεν έπαυε όμως, να κρύβει μια μεγάλη αλήθεια.

Αυτή για το μεγαλείο της μητρικής αγάπης.

Δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος στη ζωή κάποιου, Πιτσιρίκο μου, που μπορεί να τον αγαπήσει όσο η μητέρα του.

Όσα «ημίχρονα» και να υπάρξουν.

Πόσο οξύμωρο είναι αυτό!

Ένας και μοναδικός άνθρωπος στον πλανήτη από τα δισεκατομμύρια που υπάρχουν, να μπορεί να σε αγαπάει με ανιδιοτέλεια, με όλο του το είναι και να αγωνιά όλη του τη ζωή για σένα.

Ένας!

Να είναι καλά όλες οι μανούλες του κόσμου. Να είναι καλά κι η δική μου, για όσο την έχω ακόμα.

Με αγάπη και εκτίμηση!

Βαλαβάνης Δημήτρης

Υ.Γ.1 Πιτσιρίκο μου, όσο καλός πατέρας κι αν έχω προσπαθήσει να είμαι, όσο αγώνα κι αν έχω κάνει για να μεγαλώσω την Μαρία από τα τρία της μέχρι και σήμερα, που οσονούπω θα κλείσει τα δεκαοχτώ, όσο κι αν μου λένε, μπράβο ήσουν πατέρας και μητέρα μαζί, το χάδι της μάνας δεν αντικαθίσταται με τίποτα. Φτωχός, όποιος δεν είχε την τύχη να το γνωρίσει, ή έστω, αν το γνώρισε για πολύ λίγο, να το θυμηθεί. Να σου πω και κάτι για να μειδιάσεις, γιατί δεν μ’ αρέσει να βαραίνω το κλίμα, τα τελευταία κάνα δυο τρία χρόνια, σταμάτησε το Μαράκι να μου λέει χρόνια πολλά με δωράκι, την συγκεκριμένη μέρα. Οπότε, αφού κανείς ξανά δεν πρόκειται να μου ευχηθεί, μπορώ πλέον να είμαι περήφανος για τον αδιαμφισβήτητο ανδρισμό μου.

Υ.Γ.2 Τα φιλιά μου, αδερφέ, και να πεις στον αγαπημένο μας εθνικό γιατρό Βασίλη, ότι όταν αγαπάς κάποιον δεν τον ματιάζεις όταν τον πειράζεις. Ούτε βουντού κάνουμε, ούτε κέρινες κούκλες τρυπάμε. Χαχα Απεναντίας χαιρόμαστε. Και το καλοπροαίρετο πείραγμα, αγάπη είναι. Γρήγορα λοιπόν ξανά, στο πλοίο της αναχώρησης για την νότια Κρήτη!

(Φίλε Δημήτρη, αφού δεν σου λέει πια χρόνια πολλά το Μαράκι στη γιορτή της Μητέρας, θα σου πω εγώ. Χρόνια πολλά! Να είσαι πάντα καλά. Σε ευχαριστώ και σου στέλνω την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.