Ας χάσουμε

Φίλε πιτσιρίκο,
Όλα φαίνεται πως έχουν ειπωθεί και από σένα και από τους εκλεκτούς αναγνώστες (βλέπε μανιφέστο Μπέμπας, επιστροφή του Άρη και υπόλοιποι) ξανά και ξανά.

Τι νόημα έχει άλλο ένα κείμενο-διαπίστωση-αποσυμπίεση;

Ποιος διαβάζει και ποιος ακούει τελικά όλα αυτά τα βαρύγδουπα και φλογερά λόγια;

Λόγια του ανέμου, λόγια που σκορπίζονται σαν την άμμο από τα χέρια μας με το άξαφνο μελτέμι.

Σαν να μην είδαμε όλο το έργο, ειδικά την τελευταία 10ετία να παίζει ξανά και ξανά εις τον αιώνα τον άπαντα σαν μια ξεκούρδιστη λούπα.

Σαν να μην κάηκε η χώρα που δεν θα μας επιστραφεί ποτέ ξανά, εμείς εκεί , με το στανιό σαν αχυράνθρωποι-ρομπότ να περιφερόμαστε ψεκασμένοι από εντυπώσεις , ψεδαισθήσεις και απατηλές υποσχέσεις.

Δεν έχω καμιά όρεξη να αναλύσω άλλο και να αναλωθώ.

Όταν ο πόλεμος και το κλασικό διαίρει και βασίλευε έχει μολύνει ακόμη και ανθρώπους που σεβόσουν και αγαπούσες, μόνο αηδία και λύπηση βγαίνει προς τα έξω πια.

Η μάλλον, να το θέσω κάπως πιο ποιητικά, ψυχική νηνεμία επικρατεί, αφού κάποια στιγμή και το φάγωμα με τα σωθικά σου κουράζει και εξαντλεί.

Πριν χτυπήσει ξανά μια μεγάλη μπόρα;

Νομίζω ότι όσοι ολίγοι σκεπτόμενοι και χωρίς μνήμη χρυσόψαρου δεν εξεπλάγησαν από την παλινόρθωση του νέου δικομματισμού άλλο τόσο δεν θα εκπλαγούν από την «νέμεσις-τίσις» που θα συνέχιζει να μαστίζει αυτή τη χώρα-χώρο.

Η ελληνική κοινωνία δεν έχει δυνάμεις και δυναμικές για να χυμήξει a la guillets jeunes γιατί απλά δεν είναι καν κοινωνία.

(Και τα γιλέκα βγήκαν στο δρόμο, εναντιώθηκαν, βγάλαν τα ματάκια τους για μήνες και μετά τι; Το σόου καλά κρατεί ακόμα εις τα διαφωτισμένα γαλλικά άστη.)

Η ελληνική ακοινωνησία είναι ένας multiculti ανομοιογενής αχαρταμάς ο οποίος έμαθε να κάθεται να κλαίγεται και, γενικά, να αυγατίζει μέσα στο βούρκο που τον περιβάλλει.

Ένα απέραντο χωριό, όπου όλοι ξέρουν τους πάντες και το μόνο που μετρά για να πας μπροστά είναι το τρίπτυχο ρουσφέτι-βύσμα-γλείψιμο.

Ξέχνα γνώση, εργατικότητα, τιμιότητα, αξιοπρέπεια. Με το σταυρό στο χέρι μόνο ο σταυρός θα σου μείνει για ενθύμιο.

Δεν ξέρω καν αν είναι μικροαστισμός, πιτσιρίκο μου, αυτό το έργο που παίζεται ή απλά η μεγαλόμανία του χωριάτη που ότι βρίσκεται έξω από την αυλή του και την κιτς-βίλα του είναι
είναι ύποπτο, κατακριτέο και απεχθές και μάλλον πολύ κάτω των περιστάσεων που αρμόζει στον κάθε έλληνα προεδρο-βλαχο-δήμαρχο που νομίζει ότι έπιασε τον παπά απ’τα αρxίδια.

Το κοινό και το πολιτικό εδώ είναι πάντα προσωπικό και εγωκεντρικό, οι κοινές γράμμες πάντα θολώνουν γιατί, να σου αυτός είναι ο γνωστός από τον πέρα μαχαλά, ο άλλος είναι ο μπάρμπας-θείος-κουνιάδος που είναι μέσα στα πράγματα, ε ψήφισε καλέ, εδώ θα μείνεις, το κορίτσι μας είναι χρυσό και νοιάζεται για τα κοινά, για μια θεσούλα, ένα κομματάκι από την ταψάρα που βγαίνει αχνιστή από του φούρνου τη νέα λαϊκή εντολή.

Ένας αιμομικτικός αχταρμάς ξελιγωμένων και περιφερόμενων νεκροζώντανων, οι οποίοι με νύχια και με δόντια θα ταΐσουν με σκουπίδια τα παιδιά τους για το «καλό» τους και το καλό του σιναφιού τους και θα διαιωνίσουν όλη τηυ αναδυόμενη σαπίλα που έρχεται από αιώνες μακριά.

Κλίκες, οπαδοί, αυλικοί, μπουχεσαρία και ψευτοκοκεταρία, 50άρηδες εγκλωβισμένοι σε σώματα 25χρόνων, φραπεσπρέσσο (aka freddo-τσίνο) και έλα τώρα, έχει πιάσει Ιούλιος μην μας ζαλίζετε τα ούμπαλα άλλο γιατί έχει ζέστα και χρειάζομαι το μωρό μου αγκαλιά και μια σιέστα.

Δεν ξέρω τι ψυχικά και διανοητικά αποθέματα χρειάζονται για να γλιτώσεις -όχι αλώβητος- από την αθάνατη ελληνική παράνοια.

Άλλη μια φυγή, πέρα στην Αμερική ή όπου μακρύτερα γίνεται;

Αποχώρηση και αναχώρηση μέσα στο ξέφραγο το αμπέλι;

Δεν ξέρω αν αυτή η χώρα θα υπάρχει σε 10 χρόνια από τώρα, με την ανάπτυξη-αφαίμαξη που λιγουρεύονται κάποιοι χρόνια τώρα και με τα σχέδια που είναι ήδη σε εφαρμογή.

Γηροκομείο, καφεκοπτείο και πεντάστερο all-inclusive balkanana hotel η πλειοψηφία των εργοδοτών και των υποδομών αυτού του χώρου για τώρα και έπειτα.

Και εμείς, σερβιτόροι, μπάτσοι, κομματόσκυλα ή συνταξιούχοι να σηκώνουμε τη βαριά βιομηχανία του χώρου αυτού.

Δεν ξέρω πραγματικά αν μπορώ να τα δω ολά αυτά με χαβαλέ και ουδετερότητα σαν
σαμάνος- βούδας καλέ μου πιτσιρίκο και να γευτώ τα άχρηστα δώρα που προσφέρει αυτός ο μαγικός τόπος, που έλεγε και ο ποιητής.

Δεν ξέρω τι με κρατάει πια, πέρα από 3 υπέροχα σκυλάκια που τα πονάω σα παιδιά μου και δυό-τρία γνώριμα πρόσωπα που και αυτά ώρες ώρες μοιάζουν να μεταλλάσσονται, να υποτροπιάζουν και να υποφέρουν από το άγχος και την τρέλα που τους μαστίζει τα σωθικά.

Δούλεψε κακόμοιρε , δουλειά να μην σου λείπει.

Δούλευε και σκάσε γιατί η μαρμάγκα σε περιμένει στη γωνιά.

Αλώβητος κανένας.

Πάλεψε και χάσε για άλλη μια φορά.

Σήκω και φύγε για άλλη μια φορά.

Ας μην κοροϊδεύουμε άλλο τους εαυτούς μας.

Ξεμείναμε στο πέλαγος, που θα τρυπηθεί και αυτό για μερικά δισ. πετροδόλαρα.

Ξεμείναμε στο χώρο αυτό που πάνω έχουν πέσει τα βρικολακιασμένα δυτικά (και απω-ανατολικά) αρπαχτικά για να ρουφήξουν ό,τι γλυκάδα και χαρά δεν είδαν στις μουχλιασμένες κουνελοφωλιές-πόλεις και χώρες τους.

Ξεμείναμε από αντοχή, πείσμα και στόχο.

Μας δώσαν βαζελίνη και μεις την αλείψαμε εκούσια γύρω απ’τα κωλιά μας καλοστημένοι περιμένοντας την πρωκτική γεώτρηση.

Ας χάσουμε για μια ακόμη φορά, μέχρι να χάσουμε οριστικά.

Γιατί η μόνιμη νίκη μέσα μας που επικαλείται η μπέμπα δεν είναι θέση σε ανύπαρκτο δημόσιο θεσμό για να αποκτηθεί έτσι απλά, κατόπιν συνεννόησης με τον μπατζανάκη βουλευτή.

Ίσως να είναι λίγοι τελικά αυτοί που φτάνουν εκεί ψηλά.

Ένα μόνιμο πόλεμο βλέπω γύρω μου και μέσα μια νηνεμία η οποία ισορροπεί σε τεντωμένο και λεπτό σχοινί.

Δεν ξέρω αν θα σκάσει η μπόρα-βόμβα ή αν θα δοθεί έστω μια προσωπική λύτρωση μέσα από όλο αυτό.

Τι άλλο μπορεί να προσμένει κανείς πέρα από το τίποτα πλέον;

Ο χαμένος τα δίνει όλα χωρίς να πάρει τίποτα και ψοφά μπρούμυτα στη ψάθα.

Ας χάσουμε πανηγυρικά και ας μην γκρινιάζουμε άλλο για το τι ακριβώς πήγε και πάει στραβά.

Είμαστε νερό και φως και εμείς πνιγήκαμε και πατώσαμε στα ίδια μας τα σκατά.

Ας χάσουμε τώρα μια για πάντα χωρίς άλλο ρέμβασμα και χωρίς να πούμε ότι δεν ξέρουμε να κολυμπάμε πια.

Την αγάπη μου σε όλους τους χαμένους.

Μένιος

(Φίλε Μένιο, στον κόσμο που ‘ρθαμε, χορτάσαμε γκρεμό. Μαγκιά μας. Με τόσους αήττητους γύρω, είναι τιμή να είσαι με τους χαμένους. Να είσαι καλά. Και να πας στα νησιά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.