Άπαξ κι ένιωσα ευγνωμοσύνη για κάποιον είναι για πάντα

Πιτσιρίκο, είχα πολλές συζητήσεις αυτές τις μέρες μ έναν αδελφικό φίλο. Πάνω σε θέματα που δεν τα συζητάμε για να τα φωτίσουμε.

Άλλωστε, ο χρόνος θα αποκαλύψει ό,τι οι άνθρωποι κρύβουμε κι από τον εαυτό μας τον ίδιο.

Τα συζητάμε για να μαλακώνουμε μέσα μας, να ανθρωπεύουμε και να αγγίζουμε ξανά αξίες που χάνονται μέσα στη βουή και τη βιασύνη.

Κατανόηση. Επιείκεια. Μακροθυμία. Ευγνωμοσύνη.

Και θυμήθηκα μια ιστορία ευγνωμοσύνης από τις πολλές που κρατώ στο βαλιτσάκι της μνήμης. Δικής μου ευγνωμοσύνης.

Κι όπως λέει ένας άλλος αγαπημένος φίλος: Άπαξ κι ένιωσα ευγνωμοσύνη για κάποιον είναι για πάντα.

Κάποια χρόνια πριν, περπατούσα νωρίς το βράδυ σ’ έναν ήσυχο δρόμο της μικρής μας πόλης.

Αφηρημένη, όπως τόσο συχνά, κι έτσι δεν ένιωσα το ποδήλατο που με πλησίαζε από πίσω, οδηγώντας πάνω στο πεζοδρόμιο.

Ο οδηγός του, ένα νέο παιδί, μα κάπως παράταιρο, στα ρούχα του, στο μέγεθός του πάνω στο ποδήλατο, στην όψη του πιο πολύ, μου χτύπησε το χέρι και άρπαξε την τσάντα που κρατούσα.

Ποδηλάτησε γοργά κι εξαφανίστηκε.

Σοκαρίστηκα, δεν ήξερα τι να κάνω για λίγο.

Πήγα ως ένα στέκι λίγο παρακάτω όπου με περίμεναν δυο φίλοι. Είπαμε δυο κουβέντες, και για το συμβάν, μα δε μπορούσα να καθίσω.

Μέσα στην τσάντα εκτός από λίγα χρήματα, την ταυτότητα. και τα ετερόκλητα κι απίθανα που μπορείς να βρεις μέσα στην τσάντα μιας γυναίκας, είχα και τα κλειδιά μου. Του γραφείου όπου δούλευα αλλά και ζούσα τότε.

Μαζί με τα κλειδιά ένα κομπιουτεράκι που άνοιγε τη συρόμενη μεταλλική πόρτα.

Και μέσα στο γραφείο ήταν η Μαργαρίτα. Η γάτα μου. Η Αγαπημένη.

Στο μυαλό μου είχε κολλήσει λοιπόν η σκέψη ότι ο κλέφτης θα με αναγνώριζε απ την ταυτότητα και στη συνέχεια, με το κομπιουτεράκι και τα κλειδιά μου, θα άνοιγε το γραφείο.

Δε μ’ ένοιαζε τι θα έπαιρνε και τι θα χαλούσε. Μ’ ένοιαζε που θα άνοιγε την πόρτα και θα έφευγε η Μαργαρίτα μου. Και θα χανόταν μέσα σ έναν σκοτεινό και τρομακτικό κόσμο.

Μ’ αυτούς τους φόβους να με ζώνουν, πέρασα απ το σπίτι ενός φίλου καλού, που έμενε εκεί κοντά. Του Νίκου. Του είπα.

Οι πιθανότητες να συμβούν όλα αυτά ήταν μηδενικές. Εκείνος το καταλάβαινε. Μα δεν είπε τίποτα.

Μου έδωσε τα κλειδιά του σπιτιού του και με άφησε εκεί, να κοιμηθώ στο κρεβάτι του.

Βγήκε, πήρε το αυτοκίνητό του, το παρκάρισε ακριβώς έξω απ’ το γραφείο μου κι έμεινε
εκεί όλη νύχτα. Να το φρουρεί -και τη Μαργαρίτα μαζί- για να μην ανησυχώ.

Την άλλη μέρα, πήγε κατευθείαν στη δουλειά του.

Κι εγώ, με τη βοήθεια του κατασκευαστή της συρόμενης πόρτας και ενός κλειδαρά στη συνέχεια, άνοιξα το γραφείο.

Αυτή την ιστορία διηγήθηκα στον αδελφικό μου φίλο χτες.

Συγκινούμαι πάντα, όταν τη θυμάμαι. Κάποιες φορές οι φόβοι μας έχουν βάση, κι άλλες
δεν έχουν.

Κάποιες φορές πονάμε από μια ακίδα που μπήκε στο δάχτυλό μας, κι άλλες από ένα μαχαίρι ανάμεσα στα πλευρά μας.

Είναι πολύτιμοι οι άνθρωποι που απλά μας στηρίζουν όταν η ψυχή μας το ‘χει ανάγκη. Με
όποιον τρόπο ξέρουν.

Σε φιλώ, να προσέχεις.

Την αγάπη μου.

Λίλα

(Αγαπητή Λίλα, μεγάλη υπόθεση το να αισθάνεσαι ευγνωμοσύνη. Όπως είναι μεγάλη υπόθεση και η γενναιοδωρία. Δύσκολα πράγματα σε μια σέλφι εποχή, γιατί απαιτούν τουλάχιστον δυο ανθρώπους. Και απαιτούν και Μνήμη. Να είσαι καλά. Και να ευγνωμονείς και τον κλέφτη που έγινε η αφορμή για συναισθήματα. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.