Ευβοϊκές ιστορίες

Γεια σου και πάλι αγαπημένε μου Πιτσιρίκο.
Προχθές καθόμουν στο μπαλκόνι των γονιών μου στη Χαλκίδα, κοιτάζοντας τα πυροσβεστικά αεροπλάνα και ελικόπτερα να πηγαινοέρχονται ασταμάτητα, να φορτώνουν στον βόρειο Ευβοϊκό κόλπο και να κατευθύνονται προς το δάσος.

Ασταμάτητες ήταν και οι στάχτες που αιωρούνταν γύρω μας, και -από αυτά που έλεγε η μητέρα μου- ήταν σαφώς καλύτερα από τις προηγούμενες ημέρες, όπου νόμιζες πως το δάσος καιγόταν δίπλα σου.

Είμαι Χαλκιδαίος, το χωριό της μητέρας μου (Καμαρίτσα) βρίσκεται 5 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή από το βορειοδυτικό μέτωπο της πυρκαγιάς, οπότε, μαζί με τη στεναχώρια για το δάσος, είχαμε και την ανησυχία μην αλλάξει ο άνεμος και φτάσει στο χωριό μας.

Αν ρωτούσες τον τυπικό συντοπίτη μου, θα σου έλεγε πως χαλάλι να καούμε, αφού για να φτάσει σε εμάς η φωτιά θα έχει κάψει πρώτα τον Σταυρό (Βέρτουρα για τους ντόπιους, αιώνιος αντίπαλος στο τοπικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, με μίσος ανάλογο του Παναθηναϊκού με τον Ολυμπιακό).

Θυμάμαι, πρέπει να ήταν το 1980 ή ΄’81, κουτσούβελο εγώ μαζί με τον αδερφό μου στην ταράτσα της γιαγιάς. Η φωτιά είχε κυκλώσει το χωριό, τα καναντέρ περνούσαν λίγα μέτρα πιο ψηλά από το σπίτι και εμείς, καβάλα στα κιτρινοπορτοκαλί μας ποδηλατάκια, να φέρνουμε σβούρες γύρω γύρω από τον φόβο μας.

Κιτρινοπορτοκαλί μας φαίνονταν τα αεροπλάνα από κάτω, κιτρινοπορτοκαλί και τα ποδήλατα, κιτρινοπορτοκαλί είχαμε γίνει στη φάτσα από τον φόβο και το πολύ πετάλι.

Ακόμα και τώρα, αν βλέπω κίτρινο ή πορτοκαλί ποδήλατο, θυμάμαι την φωτιά εκείνη και αναστατώνομαι.

Πάνε σχεδόν σαράντα χρόνια.

Αφού λοιπόν κόπασε η φωτιά, μπήκα στο λούκι να βοηθήσω μάνα και θείο με το κτηματολόγιο. Ο Ευβοιώτης παππούς, ο Κώστας, ήταν αγρότης. Ελιές, ρετσίνια, αμπέλι, μελίσσια και περιβόλια.

Με το κινητό στο ένα χέρι και την εφαρμογή του κτηματολογίου με το GPS, την σαρακατσανέικη επαγγελματικά σκαλισμενη γκλίτσα δώρο του πεθερού στο άλλο και το jungle hat στην φαλακρή μου κεφάλα, ενθύμιο της θητείας στις ειδικές δυνάμεις του ένδοξου και αήττητου Ελληνικού Στρατού, κίνησα πρωί πρωί να αλωνίσω τον δήμο Διρφύων-Μεσσαπίων για να χαρτογραφήσω την τεράστια (χαχαχα) περιουσία του παππού.

Ανέβα – κατέβα λοιπόν στους λόφους και μέσα στα δάση για κάτι λιγότερο από τέσσερις ώρες μέσα στη ζέστη, βρέθηκα στο τέλος να κουβαλάω πάνω μου τη μισή χλωρίδα του νησιού. Τσουκνίδα, γαϊδουράγκαθο, you name it! Τα πόδια και τα χέρια με φαγούριζαν μέχρι αργά το βράδυ.

Οι ιστορίες του θείου με τα ατελείωτα φίδια που συνάντησε παλιότερα στο χωράφι, καθώς περπατούσαμε μέσα στα αγριόχορτα, δεν έκαναν την πεζοπορία πιο ευχάριστη.

Έτσι είναι, όμως, η ζωή του αγρότη…

Εκεί που μαζεύουν ακόμα ελιές και καθαρίζουν η κατάσταση ήταν υποφερτή, αλλά σε κάτι ξεπαρατημένα μέρη, στου διαόλου τη μάνα, το πράγμα ήταν πραγματικά μαρτύριο.

Απόλυτη καταστροφή ήταν το κτήμα που κάποτε ήταν αμπέλι, στο οποίο είχε να πατήσει πόδι άνθρωπος πάνω από πενταετία. Είχαν γίνει “ρουμάνια” όπως είπε η μάνα μου με τον θείο, ήταν απίστευτα πυκνά και ψηλά πάνω από δυόμισι μέτρα.

Αντί για γκλίτσα, χρειαζόσουν χαντζάρα για να ανοίξεις δρόμο, σαν αυτές που βλέπεις να χρησιμοποιούν οι εξερευνητές στις ζούγκλες. Ήταν και σκληρά και χοντρά σαν κλαδιά δέντρων να πάρει ο διάολος τη μάνα τους, και φοβόσουν μην παγιδευτείς και δεν μπορείς να βγεις.

Αισθανόμουν σαν Bιετκόνγκ σε κάποια φάση, και, αν το έδαφος δεν είχε κλίση ώστε να ξέρουμε πως αφού μπήκαμε από πάνω και κατεβήκαμε θα πρέπει να ανέβουμε για να ξαναβγούμε, θα είχαμε σίγουρα χαθεί και θα κάναμε κύκλους καμπόση ώρα.

Βγαίνοντας από το «αμπέλι», συναντήσαμε έναν κύριο ο οποίος μας είπε αυτό που συζητούσαμε σε όλη τη διάρκεια της φάσης, πως δηλαδή όπως και εμείς το έκανε και αυτός καθαρά για να μην πάνε χαμένα τα κτήματα, αλλά η αξία τους ήταν πλέον μηδενική.

Κλείνουμε την χαρτογράφηση με την «αποθήκη», στη δεξαμενή του χωριού, πενήντα μέτρα από το σπίτι της γιαγιάς.

Εκεί που κάποτε στεκόταν ένας πανύψηλος πλάτανος, η «Πλατάνα» πάνω από τη βρύση που μας έστελνε η γιαγιά να γεμίσουμε το παγούρι με κρύο νερό για το μεσημεριανό φαγητό.

Τον έχουν κόψει εδώ και χρόνια πλέον, και πάντα στεναχωριέμαι όταν περνάω από εκεί.

Πάει ο πλάτανος.

Πάει ο τρύγος και το πάτημα των σταφυλιών στο πατητήρι. Πλέον δεν υπάρχει ούτε το αμπέλι, ούτε το πατητήρι του παππού.

Πάει η ροδιά που ήταν στην αυλή, για την οποία σου είχα γράψει φεύγοντας για Σουηδία (και αποτέλεσε την αρχή μιας υπέροχης φιλίας).

Πάνε τα περισσότερα χωράφια του παππού, τα ζώνει σιγά σιγά το δάσος. Γίνανε ρουμάνια.

Οι αποστάσεις μέσα στο χωριό μου φαίνονταν πλέον δυσανάλογα μικρές, αφού η δρασκελιά μου είναι πια τριπλάσια.

Κάποτε το να πάω στην Πλατάνα ήταν μια ωραία βόλτα. Τώρα έχω δει την άλλη πλευρά της ηπείρου, του ωκεανού, και τον ωκεανό που βρίσκεται ακόμα πιο πέρα.

Πάνε και οι αποστάσεις, πάνε και τα μεγέθη, και οι μέρες που φαίνονταν ατέλειωτες περνάνε πλέον χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Πάει και ο χρόνος.

Πάνε ένα σωρό πράγματα, και το μόνο σταθερό στο χωριό είναι η ενενηνταεξάχρονη γιαγιά και τα κιτρινοπορτοκαλί αεροπλάνα που ρίχνουν νερό από ψηλά.

Κάπου εκεί κοντά, ένα φοβισμένο κουτσούβελο θα πατάει πετάλι σαν να μην υπάρχει αύριο.

Την αγάπη μου στέλνω από την Εύβοια και το δάσος της, που όσο το καίνε άλλο τόσο θα θεριεύει.

Βασίλης

Υ.Γ. Για να μην σας ρίξω την ψυχολογία όμως, και αλλάξετε εθνικό ψυχίατρο και μπω μέσα οικονομικά, θα κλείσω με μια από τις ιστορίες του θείου μου. Στο χωράφι με τα φίδια, πήγαινε ο θείος με δύο εργάτες μπροστά. Ξαφνικά, σκάει μια οχιά, την καθαρίζει στεγνό καθάρισμα ο ένας εργάτης. Κάνουν δέκα μέτρα, άλλη οχιά, ίδιο τέλος. Τρίτη οχιά, ξανά μανά. Κάποια στιγμή. και ενώ έχουν φτάσει στον κεντρικό δρόμο. αισθάνεται ο θείος κάτι γλοιώδες να ανεβαίνει στο πόδι του, μέσα από το παντελόνι. “Μπήκε φίδι και ανεβαίνει στο πόδι μου, από μέσα!” φωνάζει στους εργάτες που είχαν μείνει πίσω σε εκείνη τη φάση. “Μην ακουμπήσεις, μην κουνηθείς, ξεκούμπωσε το παντελόνι και κατέβασέ το πολύ αργά και ερχόμαστε” του φωνάζει ο ένας από πίσω, από μέσα από το δάσος. Αρχίζει ο θείος ένα αισθησιακό στριπτίζ στον κεντρικό δρόμο με τα αυτοκίνητα να τον βλέπουν και να του κορνάρουν φωνάζοντας “τι κάνεις, ρε ανώμαλε, έχουμε μικρά παιδιά”. Ήταν μια τεράστια σαρανταποδαρούσα τελικά, αλλά το ρεζιλίκι έμεινε στην ιστορία.

Υ.Γ.2 Μερικές φωτογραφίες…

Υ.Γ.3 Ως γνωστόν, τοπικιστής είναι αυτός που νομίζει πως το μέρος του είναι πιο ωραίο από την Εύβοια. Πέρα από τα αστεία, αυτό το νησί πρέπει να μπει στη λίστα με τα 10 πιο υποτιμημένα μέρη της Ελλάδας. Το πώς και το γιατί χρειάζεται βιβλίο για να γραφτεί, όχι κείμενο σε μπλογκ.

(Φίλε Βασίλη, μεγαλώνουμε και έχουμε πολλές αναμνήσεις και μνήμη του τοπίου και των καταστάσεων, όπως ήταν κάποτε. Οι νεότεροι δεν το έχουν αυτό, δεν ξέρουν πώς ήταν πριν. Οι παρθένες μικρές παραλίες των παιδικών μου καλοκαιριών στην Ζάκυνθο, έχουν τώρα από δεκαπέντε ξενοδοχεία και τριάντα βίλες η καθεμιά. Για τις μεγάλες παραλίες, δεν το συζητάω, έχουν χτιστεί πόλεις από πίσω τους. Είναι και οι αγαπημένοι άνθρωποι που δεν ζουν πια, οπότε ο αγαπημένος τόπος των παιδικών σου χρόνων μπορεί πια να σε πνίγει και λίγο. Ακόμα και χωρίς πυρκαγιές. Βασίλη, καλό είναι να βρίσκουμε και νέα αγαπημένα μέρη, χωρίς πολλές αναμνήσεις. Να γινόμαστε καινούργιοι άνθρωποι. Βασίλη, όλη η Ελλάδα είναι υποτιμημένη, όχι μόνο η Εύβοια. Δεν είναι υποτίμηση η διάλυση μαγικών νησιών όπως η Σαντορίνη; Δεν της άξιζε κάτι καλύτερο από τον μαζικό τουρισμό που την εξαφάνισε; Να είσαι καλά. Την αγάπη μου. Α, και οι ροδιές που σου είχα γράψει στην απάντηση στο κείμενό σου τον Αύγουστο του 2012, μεγάλωσαν και έγιναν δέντρα.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.