«Από ‘σιει μούγιαν, μουγιάζεται» (ή «όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται»)

Αγαπητέ πιτσιρίκο, ήντα που κάμνεις;
Την προηγουμένη φοράν, αν αθυμάσαι καλά, εθύμωσες μου λίον με τα γραψίματα σου, αλλά εγώ αγαπώ σε πάλαι (πάλι).

Είπες μου κάμποσα!
Έγραψες μου, ανάμεσα στ΄ άλλα, ότι τα παιδιά μεγαλώνουν -πολύ σύντομα- και δουλεύουν για αυτούς που κατηγορούσαν ως παιδιά.

Έσιεις (έχεις) σίουρα ένα δίκαιο, αλλά όι (αρνητικό μόριο, όχι) σε ούλα τούτα, που μου γράψες. Γι΄ αυτό επίτρεψέ μου, να διαφωνήσω σ΄ ορισμένα που τούτα.

Ότι θα φκαίνουν (βγαίνουν) πάντα κωλόπαιδα, που θα γίνουν λαμόγια, κανένας εν το αμφισβητεί. Όπως επίσης συμφωνώ, τζαι στο ότι, κάμποσοι μιτσιοί (μικροί) θα γινούν σκλάβοι σε τζείνους που κατηγορούν τωρά.

Τζαι στο ότι πάντα θα υπάρχουν, αδικίες σε τούτον τον κόσμον τζαι πάντα εν να υπάρχουν νέοι, που θα συμπεριφέρουνται σαν να ΄ναι κοτζιάκαρες (γριές) 1000 χρονών, συμφωνούμεν.

Παρ’ όλα τα τόσα μαύρα, που συμβαίνουν γύρω μας, εξακολουθώ, δυστυχώς να είμαι, ακόμα ρομαντικός τζαί να πιστέφκω (πιστεύω) ότι τούτος ο κόσμος κάποια στιγμή εν να (θα) αλλάξει προς το καλό.

Κάποιος, εν να ΄ρτει μια μέρα -πιο ρομαντικός πεθαίνεις- να δώκει, στον «αχ, ρε κόσμε γυάλινε΄», μίαν κλωτσιάν, τζαι εν να τον σπάσει.

Ελπίζω να ΄ναι οι νέοι, φίλε μου που εν να το κάμουν τούτο, γιατί οι μεγάλοι εν κάμνουν για τίποτα, «εν έχουν υπόθεση» στα Κυπριακά. Μόνο γκρίνια τζαι μουρμουρκό (μουρμουρητό) α τζαι κανένα ποστ, εν άξιοι να κάμουν.

Τζαι εν με κόφτει, που τα θεωρείς λίγο γραφικά και σαχλά όλα αυτά για τους μιτσιούς.

Πιστέφκω η ζωή εν να ‘ταν (θα ήταν) άνοστη και άγευστη, χωρίς αυτό το αλατοπίπερο του ρομαντισμού.

Όσο για το Νορβηγό που μου λαλείς (λες), ότι στην Νορβηγία δεν έχουν προβλήματα και προσπαθούν να βρουν προβλήματα για να διαφωνήσουν και να υπάρξει λίγη ένταση. Καμία σχέση με μας!

Ήντα (τι) ίδιον, έχουν οι κάτοικοι του ξερόβραχου της Ανατολικής Μεσογείου, που λέγεται Κύπρος με τους Βίκινγκς τζαι τα φιόρδς; Είναι σαν να συγκρίνεις τις βούρτσες με τις…

Πέρασαν εισβολή τούτοι; Ή μήπως κάθε πρωί που ξυπνούν, θωρούν (βλέπουν) τον εφέντιμ (τούρκικο αυτό) Ερντογάν με το μισοφέγγαρο, πάνω που την τζεφαλίν (κεφάλι) τους;

Ηντα που να μας πει, το σκανδιναβικό γατάκι, ο Νορβηγός που έσχει λυμένα ούλα του τα προβλήματα; Σίουρα εν να μαλώνει με τα ρούχα του, για ν΄ εσχει τζαι λίον (λίγον) action (εγγλέζικον αυτό) η ζωή του.

Αθκιασερός (αργόσχολος) παπάς, θάφκει (θάβει) τζαι τους ζωντανούς, λαλούμε (λέμε) δα κάτω στη Κύπρον.

Ήντα που να μας πει λοιπόν, το κατούιν (γατάκι) πληθυντικός κατούθκια ( για τους ζωόφιλους αυτό);

Είδε ποτέ του, κούρεμαν τζαι κρίσην, ο άνθρωπος; Ή ξέρει τι εν η τρόικα;

Καλά την έσχει ο Νορβηγός!

Το μόνο που τον αγχώνει ένι(είναι) το που εν να πάει διακοπές το καλοτζαίρι, τζαι όχι, αν έσχει τίποτε να φάει σήμερα η οικογένειά του, όπως το σχεδόν 30% των Κυπραίων, που είναι στα όρια της φτώχειας.

Τζαι μεν ακούτε τα παραμύθκια, των Moody’s, ότι εν μια χαρά δακάτω (εδώ κάτω). Ούλοι στο ίδιον καζάνιν βράζουμεν.

Για το μόνο που τον λυπούμαι τον παρέαν (φίλο) Νορβηγό, είναι που τον τρώει η κρυάδα (κρύο) τζαι τα σχιόνια (χιόνια), τζει (εκεί) πάνω στη Σκανδιναβία. Ασε τζαι τζείνον το Βόρειο Σέλας, που τους κάμνει την μέρα νύκτα.

Θυμούμαι πριν κάτι αιώνες που επήα (πήγα) διακοπές στη Δανία, δίπλα είναι, έφυεν η κκελλέ μου (έφυγε το κεφάλι μου).
Ήταν συνέχεια νύκτα. Φρίκαρα! Εν άντεξα έθελα ήλιον, να βράσει τα κόκκαλα μου (να ζεσταθεί το κοκαλάκι μου) τζαι έπιασα την βαλίτσα μου, αν τζαι περνούσα μία χαρά, τζαι έφυα άρον άρον για τα νότια, για το φως, σαν τα αποδημητικά πουλιά.

Εν κάμνουμε εμείς τζει πάνω, φίλε πιτσιρίκο, εν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς την ζέστα τζαι το φως, έστω τζαι αν οι Σκανδιναβοί, νομίζω ότι είναι, από τους πιο αγνούς ανθρώπους στον κόσμο. Καμία σχέση με τη δική μας, λαμογιά και απατεωνιά.

Τζαι πιστέφκω ότι τζαι εσού (και εσύ) γνωρίζοντας σε μόνον, μέσα που τα γραπτά σου, είσαι ένας OK άνθρωπος.

Τζαι κάτι ακόμα, νομίζω ότι εν (δεν) είσαι σαν κάποιους καλαμαράδες (Ελλαδίτες), που λαλούν «εσείς καλά την έχετε στη Κύπρο, μια χαρά είσαστε», εννοώντας πάντα την οικονομική μας πλευρά.

Ασε που κατά βάθος, πιστέφκω, ότι είσαι ένας ρομαντικός άνθρωπος. Τζαι αν φκάλεις καμίαν κακίαν καμία φοράν (ούλοι φκάλουμεν) φταίει όι (όχι) το ότι μεγάλωσες, όπως λες, αλλά το ότι εκουράστηκες που την μιζέρια, τούτου του κόσμου.
Έσχεις καλήν πρώτην ύλην εσού, εν σε φοούμαι (φοβάμαι), εσένα, εν να σου περάσει.

Τζαι ώσπου είσαι αθκιασερός, κάμνε μπάνια. Αύριον, εν να πάω τζαι γιώ (γω) «για τα πάνια» (μπάνια χωρίς το μ).

Περιμένω σύντομα τα νέα σου.

Πάντα με άπειρην εκτίμησην, Αναξαγόρας που την Κύπρον.

Υ.Γ.1 Έσχεις ακόμα ένα δίκαιο τελικά, εν πολλά δύσκολο να γράφεις κυπριακά, έστω τζαι αν μιλώ σχεδόν 60 χρόνια την κυπριακή διάλεκτο και ελπίζω να μην σε κούρασα με την απόπειρ;Aν μου να σου γράψω Κυπριακά. Δεν θα το ξανακάνω!

Υ.Γ.2 Τζαι, για να αποκαταστήσω την τάξιν, τζαι για να μην με πάρεις για κανένα Κυπραίο, που τα σχέζει (χέζει), τζαι φάω κράξιμο πάλαι, επήα διακοπές τότες, με το τρένο με το interail, (ήταν της μόδας εκείνα τα χρόνια). Καλές τζαι ανεπανάληπτες εποχές οι τότες!

(Αγαπητέ φίλε, σας ευχαριστώ πολύ που μου κάνατε τη χάρη να γράψετε στην κυπριακή διάλεκτο. Ξέρω πως είναι δύσκολο. Έκανα την πρώτη προσπάθεια να γράψω στα κυπριακά το 2006 -πριν από 13 χρόνια, δεν είχα κλείσει χρόνο ακόμα ως μπλόγκερ- με το κείμενο «Ελλάδα – Κύπρος – Παλαιστίνη ξένος τενίστας δεν θα μείνει!». Κι εγώ δεν είμαι Κύπριος, όπως εσείς. Για κάποιο λόγο, το κείμενο έκανε σουξέ και συνέβη μια πολύ αστεία ιστορία που την θυμάμαι. Ήμασταν μαζεμένοι σε ένα σπίτι και κάναμε τα γενέθλια ενός μικρού παιδιού με αναπηρίες και πολλά ακόμα προβλήματα υγείας, που το φρόντιζε μια φίλη μου. Νομίζω πως έκλεινε τα δέκα. Δίπλα μου στο τραπέζι καθόταν το αγόρι μιας άλλης φίλης, ο οποίος ήταν ο μόνος που δεν γνώριζα στην παρέα. Ήταν σκηνοθέτης και τα επόμενα χρόνια έγινε πολύ γνωστός. Κάποια στιγμή, εκεί που τρώγαμε και μιλούσαμε, μου λέει «καλά, είναι ένας φοβερός τύπος που έχει γράψει ένα κείμενο για τον Παγδατή στα κυπριακά, να μη σου μείνει άντερο από τα γέλια». Κοιτάω δεξιά, κοιτάω αριστερά, βεβαιώνομαι πως είμαστε μόνο φίλοι, και του λέω «εγώ το έχω γράψει». Και μου λέει «ναι, καλά!». Δεν με πίστεψε. Να θέλεις να εντυπωσιάσεις κάποιον για κάτι που έχεις γράψει και του άρεσε -χωρίς να ξέρει πως το έχεις γράψει εσύ-, και να μη σε πιστεύει. Να είστε καλά. Την αγάπη μου. Anyway!)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.