Εκτός χρόνου

Αγαπημένε Πιτσιρίκο,
Διαφυγές, διακοπές, δραπετεύσεις, “εκτός προγράμματος”, “εκτός χρόνου”, τυχαίο και “χωρίς χρόνο” είναι κάποιες λέξεις που θα συνόψιζαν την παρακάτω ιστορία:

Ένα πλοίο χάλασε.

Μετά, ένα άλλο δεν κατάφερε να δέσει.

Ο αέρας απέκλεισε το νησί άλλες δύο μέρες.

Ένα τρίτο πλοίο προσπάθησε.

Και με αυτά και αυτά, πέρασε τουλάχιστον μια εβδομάδα.

Κάποιοι περίμεναν στο λιμάνι, άλλοι ήταν στο “πήγαινε έλα”.

Οι τουρίστες υποχρεωτικά διέκοψαν/με “το πρόγραμμα της επιστροφής”, γενικά τα προγραμματισμένα και σίγουρα πολλά από τους αυτοματισμούς του τουρισμού.

Το έχουμε ζήσει λίγο πολύ όλοι/ες/x το προγραμματάκι: “τώρα τρώω, τώρα πάω για μπάνιο, τώρα φεύγω, τώρα διαλέγω, τώρα θέλω αυτό, ετούτο με συμφέρει κτλ., εκεί μου είπαν να πάω, αυτό είδα στον οδηγό” και άλλες επιθυμίες δήθεν ελεύθερης επιλογής και βούλησης.

Πολλοί είπαν πως βρέθηκαν “εγκλωβισμένοι” και το νησί πως βρέθηκε “εγκαταλειμμένο”.

Προφανώς, βολεύει το “στόρι”, αν και στο βάθος όλοι γνωρίζαμε πως οι πραγματικοί εγκλωβισμένοι και οι “υποχρεωτικές διακοπές” ήταν αλλιώς, πως δεν έχουν καμία πλάκα και πως όλο αυτό δεν είναι παρά άλλη μια πτυχή που επιμελώς “αγνοούμε”.

Ωστόσο, ακόμα και σε αυτό το “προστατευμένο” πλαίσιο των διακοπών, στο “εκτός προγράμματος”, συνέβησαν “παρ-εκτροπές” και μικροσυμβάντα.

Γιατί αν το συμβάν περιλαμβάνει μια δια-κοπή, ίσως, ένα συμβάν στις δια-κοπές είναι δύο φορές συμβάν.

Δεν ξέρω γιατί αγαπάμε τη ρουτίνα, αλλά η ρουτίνα των διακοπών ή οι μικρορουτίνες των διακοπών είναι ακόμα πιο όμορφες, κι έτσι, όταν ξαφνικά οι ρουτίνες επεκτείνονται, τότε συμβαίνουν διάφορα.

Έτσι, οι “εγκλωβισμένοι” άρχισαν σταδιακά να ξεφεύγουν από το τυπικό, να χαρίζουν περισσότερα χαμόγελα μεταξύ τους, περισσότερες ματιές και λέξεις: «Ακόμα εδώ. Χαχα. Πώς είστε; Από πού είστε;».

Μάλλον χάρισαν στον εαυτό τους λίγο ακόμα από τις τόσο πολύτιμες στιγμές “εκτός προγράμματος”: «να βρε παιδί μου πήγα και σε εκείνα τα λουτρά”, “ρε συ, χρόνια ήθελα να πάω στον αρχαιολογικό χώρο”, “πάντα ήθελα να πάω σε εκείνη την παραλία», “τι καλά που δεν έχασα το ραντεβού με εκείνο το βραχάκι”.

Μια κυρία βιαζόταν.

Αλλά, μάλλον, πιο σοφά και συμφιλιωμένα με τη φύση, μια ντόπια της είπε: “μα τι βιάζεστε;», “για λίγες ώρες δεν αλλάζει κάτι», «πάνω από όλα οι άνθρωποι..»

Κατάλαβαν και οι ταβερνιάρηδες πώς όλα καλά με τα πολυποίκιλα μενού και τα μάνγκο αλλά χρειάζεται κι ένα κηπάκι δίπλα από την κουζίνα με δύο μαρούλια, μια ντομάτα και μια αγγουριά, καθώς δεν έχει νόημα να περιμένεις το φορτηγό από το θερμοκήπιο ορμονών ή γιατί δεν είναι βλάκες οι Δανοί με τον υπερσέφ, René Redzepi, που καλλιεργεί τα ζαρζαβατικά του δίπλα στο πιο διάσημο εστιατόριο στον κόσμο ή λες και ακόμη δεν πήραμε είδηση για την “Ολλανδική Νόσο”.

“Τελικά, εμείς κατσικάκι και χαλβά έχουμε, αυτά σερβίρουμε φίλε”.

Λες και είναι λίγο ή δεν είναι πεντανόστιμα, βιολογικά, υγιεινά κτλ.

Κι εκεί που ο κόσμος γνωρίζονταν, αναζωπυρώθηκε θα λέγαμε και η τέχνη.

Κάποιες μπάντες που είχαν ξεμείνει στο νησί έκαναν έξτρα συναυλίες, ήπιαν και δύο μπύρες παραπάνω, ενώ η φάση κορυφώθηκε, καθώς οι ηθοποιοί ενός θεατρικού σεμιναρίου που είχαν και αυτοί ξεμείνει στο νησί αποφάσισαν να κάνουν μια παράσταση στο κεντρικό καφενείο του χωριού.

Και όπως συμβαίνει με το θέατρο, αυτό που έχει τη δύναμη να φτιάχνει τους πιο απίθανους χώρους στα πιο απίθανα μέρη, μεταμορφώθηκε η πλατεία του χωριού σε σκηνή από τις λίγες.

Χτύπησαν οι ηθοποιοί την πόρτα του Αριστοφάνη και αυτός, όπως αποδείχθηκε, ανταποκρίθηκε, ή αντίστροφα, ποιος ξέρει;

Κι έτσι που ήταν όλοι αμφιθεατρικά, οι ηθοποιοί μίλησαν μέσα από γέλια για τις αγωνίες τους, τη δική τους ανθρωπολογική κρίση, για όσα ζουν και ζούμε, για τα πάχη τους, τα κάλλη τους, τις ντουλάπες, τα άπλυτα, τους χωρισμούς, τις συνευρέσεις, ενώ με ευφυΐα διάλεξαν για πρωταγωνιστή τους, τον φούρναρη του χωριού.

Ο ήρωας, που ήταν και ο ανομολόγητος ήρωας σχεδόν όλων, βρήκε εκεί στην πλατεία τη θέση του.

Με τη μίμηση και χάρη στη μέθεξη, οι ηθοποιοί ανταποδίδοντας την αγάπη τους για τις πεντανόστιμες μπουγάτσες του που καρτερικά περίμεναν όλοι κάθε πρωί στο νησί, χάρισαν ανεκτίμητες στιγμές γέλιου.

Και αυτό γιατί κατάφεραν να βγάλουν από την καθημερινότητα τις μικρές λεπτομέρειες, εκείνες τις ανείπωτες, τις τρυφερές, τις τόσο καθημερινές αποκαλύπτοντας τη γοητεία τους ή αλλιώς γιατί κατάφεραν να βγάλουν από την καθημερινότητα την τέχνη της ή την τέχνη της καθημερινής ζωής ή όπως θέλετε.

Κι έμοιαζε αυτό με μια έκφραση ευγνωμοσύνης στον ήρωα και όλος εκείνος ο κόσμος στο καφενείο της πλατείας με μια κοινότητα.

Οι κοινότητες, ως γνωστόν, έχουν τους ήρωες τους, τους τρελούς τους κτλ. τους αγαπούν, τους θαυμάζουν κτλ.

Κι έτσι, εκεί στο αυτοσχέδιο θέατρο, κάτω από τον πλάτανο, με τα γέλια μέχρι δακρύων και χωρίς σταματημό όλοι οι μπουγατσοφάν συμφώνησαν/με πως ο φούρναρης είναι η προσωπικότητα του νησιού και πώς οι άνθρωποι κάνουν τους τόπους, όταν δεν προσποιούνται κι όταν κάνουν, ίσως, αυτό που έκαναν από πάντα.

«Δεν μένετε λίγο ακόμη;» είπε ένας ηλικιωμένος στο λιμάνι.

Γιατί, εδώ, στο “εκτός χρόνου” κάτι μπορεί να γίνει.

Ή, γιατί, μάλλον “εκτός ρυθμού”, στα όρια του καπιταλισμού, μόνο τότε μπορεί να νιώσουμε κάτι όχι απαραίτητα νέο, αλλά αυτό που είναι ικανό να αγγίζει, να ξανακοιτά, να “βγαίνει από τη θέση του” ή μάλλον «να μπαίνει στη θέση του».

“Μα πού θα πάτε; Καλά δεν είμαστε “εδώ”;”

Και όλοι ξέραμε πως είχε δίκιο και ας φώναζε εκείνη η μαλακισμένη φωνή, που δεν μαθαίνει, και όλο επιμένει πως “η ζωή είναι αλλού”.

Στήθηκαν τα καρεκλάκια της παραλίας στην άσφαλτο, οι αιώρες στις πέργκολες, τα σχεδόν τριαντάχρονα «παιδιά» βρέθηκαν μια νύχτα με φεγγάρι να παίζουν “αγαλματάκια αμίλητα, ακούνητα, αγέλαστα: μέρα ή νύχτα;”.

Πέρα από τις καταναλωτικές εικόνες των ηλιοβασιλεμάτων με τις σέλφι, μακριά από τη χωματερή της πληροφορίας, των έτοιμων εικόνων, των συναθροιζόμενων δεδομένων χωρίς κριτήρια και των αλγορίθμων, στην άλλη πλευρά, εκεί που τα πράγματα δεν μετριούνται, ή που έστω για λίγο δεν μπορούν να καταγραφούν, μακριά από τον κόσμο που μοιάζει όλο και περισσότερο να εγκλωβίζεται στις επαναλήψεις των like και τους κομεντοριολόγους του Γρηγόρη, κάπου εκεί σε αυτές τις “διακοπές” του προ-γράμματος, προ των λέξεων, σε ένα ‘άνοιγμα”, μια αποεσωτερικοποίηση, εξωτερίκευση, ή όπως θέλετε, ίσως, εκεί μπορεί να προκύψουν «άλλοι τρόποι να ζεις» (Κώστας).

Στα απρόβλεπτα σταμάτημα λοιπόν..

Με πολλή αγάπη

Ανθή

(Αγαπητή Ανθή, πολύ όμορφος ο τρόπος που περιέγραψες την ατμόσφαιρα στη Σαμοθράκη μετά τον αποκλεισμό. Οι άνθρωποι έρχονται κοντά, όταν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, με αφορμή ένα απρόοπτο περιστατικό. Κρίμα που οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν πως είναι στην ίδια κοινή κατάσταση πάντα. Αλλά αυτό χρειάζεται ελεύθερος χρόνος και συνείδηση για να το αντιληφθούν. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.