Η ζωή στα χωριά είναι κάπως δύσκολη


Κομπανιέρο Πιτσιρίκο,
Ξέρω πως δεν εννοούσες εμένα με αυτό που έγραψες, αλλά μου έδωσες πάλι αφορμή να πω διάφορα.

Τώρα, αν ποτέ γράψεις κάτι και παρεξηγηθώ, δεν μιλάω για ξεκάθαρη προσωπική προσβολή -που ούτε εκεί, αλλά λέμε τώρα, εκτός αν με πεις Έλληνα (χεχεχεχε εριστικός που γίνομαι)-, το πρόβλημα είναι δικό μου και όχι σ’ αυτό που έγραψες.

Γενικά, να ξέρεις, δεν παίρνω επί του προσωπικού τίποτα σχεδόν, ειδικά τον γραπτό λόγο που ο καθένας τον κόβει και τον ράβει στα μέτρα του.

Όπως έλεγε ο Γκαίτε, όταν δυο άνθρωποι μαλώνουν, φταίει εκείνος που είναι πιο έξυπνος.

Και αλίμονο σε εκείνον που θα τα βάλει με έναν βλάκα.

Αλίμονο σου, λοιπόν, κομπανιέρο, αν χρειαστεί να τα βάλεις μαζί μου. Χαχαχαχα!

Οπότε, οφείλω να σου πω, πως δεν συμφωνώ πάντα μαζί σου, λες και αυτό δεν είναι αυτονόητο.

Άρα, δεν θα μου κάνει εντύπωση αν εκφράσεις τη διαφωνία σου σε κάτι, ακόμα και με άκομψο τρόπο.

Για την ακρίβεια, δεν μου αρέσει καθόλου να συμφωνούμε σε όλα.

Και μου αρέσει αφάνταστα η κριτική.

Έτσι γίνεται πάνω-κάτω διάλογος και δεν τα μπορώ αυτά τα μικροαστικά με τις αλληλοαποθεώσεις, τις κολακείες και τις ευγένειες και τις …ολοκληρωτικές ταυτίσεις απόψεων.

Αυτό δεν σημαίνει, κιόλας, ότι μπορώ και τα κολλήματα.

Στην παρούσα φάση, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα να μην τα βάζω με ανθρώπους που είναι έτοιμοι να τσακωθούν μαζί σου για μια πρόταση ή λέξη· ξαναλέω, πως δεν βάζω στην ίδια κατηγορία τις προσωπικές προσβολές, δηλαδή υπάρχουν μονολεκτικές φράσεις που είναι τίγκα στο δηλητήριο, τι να λέμε τώρα.

Σέβομαι τον αντίλογο και καταλαβαίνω ότι δεν γίνεται να συμφωνούμε σε όλα, δεν λέω δηλαδή πως προσπερνάω τους …διαφωνούντες -ελλείψει καλύτερης λέξης-, απλά πως όπου μπορώ τους αποφεύγω, άνθρωπος είμαι κι εγώ, και δεν θα τα λύσω όλα, να μείνει και κάτι για τους μεταγενέστερους.

Ειλικρινά, θυμάμαι όλα τα χρόνια μέσα από τις επιτροπές, τις συλλογικότητες και τους κοινωνικούς αγώνες, πως το χειρότερο πράγμα που συνέβαινε ήταν που κολλούσαμε στις έννοιες και στις λεπτομέρειες, και αν πρέπει να πάμε στο απέναντι πεζοδρόμιο ή στο παραδίπλα και τι να γράφει στο πανό.

Δεν συνέβαινε τόσο έντονα όσο το αφήνω να εννοηθεί, αλλά συνέβαινε.

Λες και όλα αυτά δεν μπορούσαν να λυθούν άλλη ώρα.

Αντί να κοιτάμε αυτά που μας ενώνουν, εμείς κοιτούσαμε αυτά που μας χωρίζουν.

Και κάποια στιγμή, έφτασε το πανό να είναι σημαντικότερο από το πλήθος των ανθρώπων που θα το συνοδεύουν.

Άλλο πράγμα ο διάλογος και άλλο πράγμα η οχλαγωγία.

Δεν ξέρω αν βγάζω νόημα, αν δεν το κατάφερα μέχρι εδώ δεν θα βγάλει νόημα παρακάτω.

Από εκεί και πέρα, παντού υπάρχει μίσος· άλλωστε, αν το πρόβλημα ήταν ελληνικό, δεν θα ήταν ο κόσμος μας αυτό το χάλι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η εξουσία δεν κατέχει τη μερίδα του λέοντος όσον αφορά τις επιμέρους ευθύνες.

Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει κιόλας πως επειδή ο κόσμος είναι μπoυρδέλο, η Ελλάδα δεν έχει τις ιδιαιτερότητές της· αν δεν το πίστευα αυτό, δεν θα ασχολούμουν τόσο με την ελληνική πραγματικότητα, ούτε τότε ούτε τώρα.

Δεν μας προβληματίζει, όμως, που ξεχωρίζουμε σαν τη μύγα μέσα στο γάλα, έτσι;

Ακόμα και ένα κομμάτι των Ελλήνων του εξωτερικού είναι για κλωτσιές.

Γενικά, δεν μπορώ το ύφος τους, αυτό το αρχοντικό στυλ ανθρώπου που τα ξέρει όλα και έχει τη σωστή απάντηση σε όλα τα ερωτήματα, λες και είναι αμάρτημα να πεις «δεν ξέρω».

Που σε διακόπτει, επειδή «δεν τα λες καλά».

Δεν αντέχω τόση …αριστεία.

Μέχρι που πρόπερσι συζητούσαμε, μια σχετικά μεγάλη παρέα ελληνόφωνων, για τη γενικότερη κατάσταση της Ελλάδας -και της Κύπρου- και κάποια στιγμή ο ένας αποκάλεσε «μη πατριώτες» (unpatriotic) όσους φεύγουν στο εξωτερικό· χωρίς ο ίδιος να μένει φυσικά στην Ελλάδα, επειδή η εταιρεία που ήθελε να δουλεύει, δεν έχει γραφεία στην Ελλάδα.

Να πω ψέματα; Δεν την μπορώ αυτή την υποκρισία, αυτή τη διγλωσσία, αυτή την διάσταση ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις.

Πάντως, μην σε ξεγελάει η γυαλιστερή επιφάνεια στα προηγμένα δυτικά κράτη, δηλαδή πως εμείς είμαστε οι «καλοί».

Για την Αγγλία, πχ, εμπιστεύομαι όσα λέει ο Ηλίας.

Προσωπικά, η αμερικανική κοινωνία μου θυμίζει τις διαφημίσεις της δεκαετίας του ’60, με τα μονίμως χαμογελαστά πρόσωπα -σαν να έχουμε κάνει 200 μπότοξ- και τα αστραφτερά, μοντέρνα σπίτια, με μόνη διαφορά ότι τότε ακόμα δεν είχε χτυπήσει η μάστιγα της παχυσαρκίας την αμερικανική κοινωνία.

The American dream, αααααααχ.

Και στο επόμενο πλάνο, βγαίνουν τα όπλα και γαζώνει ο ένας τον άλλον.

Όλο αυτό το μίσος και το πολεμικό κλίμα δεν φαίνονται μόνο στην οπλοχρησία, αλλά και στον ρατσισμό που βιώνουν καθημερινά οι ισπανόφωνοι και οι μαύροι· παράλληλα με τον τρόπο που τους συμπεριφέρεται το αστικό κράτος, το οποίο τους έχει μετατρέψει στα εξιλαστήρια θύματα κάθε αντιδημοκρατικής πρακτικής.

Κάτι σαν πειραματόζωα ενός συστήματος που ψάχνει τρόπους να υποδουλώσει περισσότερο τους ανθρώπους, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι.

Αν και πουθενά στην αμερικανική νομοθεσία δεν λέει ότι οι μαύροι είναι πιο επιρρεπείς στο έγκλημα, παρ’ όλα αυτά ο μισός πληθυσμός των αμερικανικών φυλακών είναι μαύροι, παρ’ ότι αντιστοιχούν μόλις στο 13% του πληθυσμού των ΗΠΑ.

Την ίδια στιγμή, γέμισε ο τόπος νεοναζί -εδώ τους λέμε white supremacists- και ραδιόφωνα όπου μπορεί ο «εξαπατημένος» λευκός άντρακλας να ξεράσει ότι μπορεί για εκείνους που απειλούν το μεγαλύτερο έθνος του πλανήτη.

Και να ‘χεις μέσα σ’ όλα αυτά και τον μέσο Αμερικάνο, που, για να νοιώθει ασφαλής, πρέπει η αστυνομία «του» να πυροβολεί ότι κινείται μετά τη δύση του ήλιου.

Έχω χάσει πια το λογαριασμό με τους νεκρούς της αστυνομικής βίας.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Stephon Clark που δέχθηκε 20 σφαίρες στην αυλή της γιαγιάς του, κρατώντας ένα iPhone, χωρίς να αποδοθούν κατηγορίες στους δυο αστυνομικούς.

Εντάξει, δεν έγινε και τίποτα, στον επόμενο θα είναι πιο προσεκτικοί.

Και το χειρότερο είναι που δεν βλέπουν οι υπόλοιποι, ότι ο Stephon -και ο κάθε Stephon- είχε στοχοποιηθεί από καιρό, επειδή ήταν μαύρος.

Οι μαύροι βέβαια φωνάζουν -δεν ξεχνώ το Ferguson κ.α.-, αλλά αρκεί αυτό;

Για κάθε άνθρωπο που φωνάζει ενάντια στον ρατσισμό, το σύστημα αντιπαραβάλλει έναν -συνήθως λευκό, τυχαίο;- που θεωρεί ότι «οι μαύροι έχουν δίκιο, αλλά δεν είναι λύση και να τα σπάνε, κάπου-κάπου έπρεπε και εκείνοι να ήταν σωστότεροι άνθρωποι».

Δηλαδή, βγάλτε τον σκασμό, μην είστε οι επόμενοι.

Προσωπικά δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στην αστική δημοκρατία και στους νόμους της.

Ο λόγος που υπάρχουν (οι νόμοι) είναι για να κρατάνε δεμένους τους εξεγερμένους και τα θύματα της κρατικής βίας.

Οι νόμοι δεν αφορούν τους ισχυρούς και τους …πραιτοριανούς του συστήματος· μάλιστα, λειτουργούν ως μια εύκολη δικαιολογία για να επιβάλλουν στους «παράνομους» ό,τι αντίμετρο γουστάρουν.

Είναι άλλος ένας τρόπος διαχωρισμού των ανθρώπων -μια μορφή κοινωνικού αποκλεισμού.

Οι νόμοι υπάρχουν, επειδή η κοινωνία κανιβάλων, στην οποία ζούμε, προκειμένου να μην φάει τις σάρκες της, έβαλε κάποιους περιορισμούς στην …κατανάλωση, ενώ τους χρησιμοποιεί και σαν ελαφρυντικό σε τυχόν κατηγορίες περί έλλειψης δικαιοσύνης.

Όσο περίεργο και ουτοπικό και αν ακουστεί, η επόμενη κοινωνία δεν θα έχει νόμους.

Απλά γιατί δεν θα τους χρειάζεται -«Δικαιοσύνη; Θα βρεις δικαιοσύνη στον άλλο κόσμο. Σ’ αυτή τη ζωή έχουμε μόνο νόμους», William Gaddis.

Και εκεί νομίζω πέτυχες διάνα, επειδή οι νόμοι υπάρχουν, απλά δεν τηρούνται.

Οπότε, ποιο το νόημα τους;

Ξέρω άλλο εννοείς παράλληλα, απλά μου έδωσες έναυσμα να εκφράσω κάτι άσχετο και σχετικό με αυτό που είπες.

Στην πραγματικότητα και παρά τις διαφορές της -καλά, κάποιες βγάζουν μάτι για να λέμε την αλήθεια- η Ελλάδα είναι μια μικρογραφία μιας ευρύτερης παγκόσμιας κοινωνίας, που θαρρεί πως επειδή ζωγράφισε ηλίθιες γραμμές -που τις λέει σύνορα- κατάφερε να περιορίσει τη δυστυχία και την ηλιθιότητα σε μερικές μόνο από τις 200 περίπου οικονομικές της ζώνες, που τις λέει χώρες.

Η Ελλάδα, στην τελική, είναι ένα χωριό.

Και η ζωή στα χωριά είναι κάπως δύσκολη.

Είναι δύσκολο να πείσεις τους κατοίκους του χωριού πως η Γη γυρίζει και πως τα «φωτάκια» που βλέπουν στον ουρανό είναι δισεκατομμύρια μίλια μακριά.

Υπάρχουν και οι …ντόπιοι που βλέπουν πέρα από τον ορίζοντα του χωριού, αλλά ισχύει και η τιμημένη παροιμία που λέει πως μπορείς να βγάλεις έναν χωριάτη από το χωριό, αλλά ποτέ το χωριό από τον χωριάτη.

Το πρόβλημα, δηλαδή, είναι στην ίδια την ύπαρξη του χωριού που γεννάει χωριάτες -δεν ξέρω πραγματικά πώς αλλιώς να το πω.

Ασχέτως τι λέμε, πάντως, το πλοίο άρχισε να παίρνει νερά και έρχονται περίεργες μέρες τα επόμενα χρόνια.

Θα το καταλαβαίνουμε αυτό, όσο περνάει ο καιρός, καθώς ο καπιταλισμός μπορεί να είναι παντοδύναμος, αλλά έχει προσκρούσει σε παγόβουνο, μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Το …χρυσόψαρο, μεγαλώνοντας, όλο και στριμώχνεται στη γυάλα της απίθανης ανάπτυξης του.

Πού να μείνει χώρος μετά για τους υπόλοιπους;

Και όταν τους ακούω να λένε για εξορύξεις στην Αλάσκα και την Ανταρκτική ή για ενδεχόμενη αξιοποίηση των πρώτων υλών που θα βρίσκουμε σε άλλα ουράνια σώματα -ναι, το πιστεύουν οι Μπέζος και Μασκ, αυτό-, υποψιάζομαι πως οδεύουμε προς το τελευταίο αδιέξοδο.

Το δικό τους αδιέξοδο, που δεν χρειάζεται να γίνει και δικό μας.

Εκεί θα κριθούν όλα, ή μάλλον εκεί θα κριθεί αν θα υπάρχει συνέχεια.

Γι’ αυτό η ελίτ προοδεύει συνεχώς, για να είναι πάντοτε πέντε βήματα μπροστά μας.

Μην περιμένουμε να διανύσουμε όλη την απόσταση από εδώ μέχρι εκεί, όλη τότε.

Αυτοί έχουν ήδη ξεκινήσει και εμείς καθόμαστε στην γραμμή εκκίνησης και λογομαχούμε ποιος έχει δίκιο.

Δεν θα προλάβουμε και θα την πατήσουμε, όπως αυτός που κατέβηκε από το χωριό με τον γάιδαρο και βρέθηκε ξαφνικά μέσα στις λεωφόρους της πόλης.

Όπως και να το κάνουμε, δεν καλύπτεις αυτό το χάσμα σε μια μέρα.

Και αλίμονο σε όποιον έχει να προτάξει απέναντι στα …ρομπότ, το …ξεμάτιασμα.

Είναι χαμένος από τώρα.

Με εκτίμηση,

Άρης

(Φίλε Άρη, σήμερα άκουσα κάποια παιδιά 12-13 ετών, να παίζουν και να λένε «πες τρία γράμματα που να ξεκινάνε με το γράμμα ‘ρ'». Φυσικά, εννοούσαν «λέξεις». Το έλεγαν συνέχεια. Όλα. Καθόμουν λοιπόν και τα άκουγα και συνειδητοποίησα πως χρησιμοποιούσαν λάθος λέξεις. Αν προσέξεις, πάρα πολλοί άνθρωποι δεν ξέρουν καν τη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούν. Από αυτό και μόνο καταλαβαίνεις πως ο διάλογος δεν είναι και πολύ εύκολος. Όταν ο ένας δεν καταλαβαίνει ούτε τι λέει ο άλλος, ούτε τι λέει ο ίδιος, ποιος διάλογος να γίνει; Επίσης, αυτός ο διαρκής «διάλογος» στα social media, είναι ανυπόφορος και δεν έχει κανένα νόημα. Αυτό είναι ακράτεια και χρήζει ψυχιατρικής παρακολούθησης. Άρη, προσωπικά τα παίρνουν όλα μόνο οι ηλίθιοι. Δηλαδή, καθυστερεί το λεωφορείο, περιμένουν τριάντα άνθρωποι στη στάση, αλλά ο ηλίθιος πιστεύει πως το λεωφορεί καθυστερεί προσωπικά για αυτόν. Οι κόλακες είναι χειρότεροι από τους εχθρούς σου. Όλα αυτά τα γράφω από προσωπική εμπειρία. Άρη, η διπλή ηθική θερίζει στην Ελλάδα. Στον εαυτό μας και στην παρέα μας επιτρέπουμε τα πάντα, με τους άλλους είμαστε αμείλικτοι. Δηλαδή, αν εγώ ήμουν ΚΚΕ, δεν θα τους πείραζε να δουλεύω και για τον Μαρινάκη. Και για τον Άλ Καπόνε. Θα με αγαπούσαν αν δούλευα για τον Αλ Καπόνε. Αλλά επειδή δεν έχω αφεντικό ούτε κόμμα, δεν μου επιτρέπεται να έχω άποψη. Μιλάμε για ζώα. Που τα ζώα δεν φταίνε σε τίποτα, να λέμε τον κάθε φανατικό καθυστερημένο «ζώο». Όλοι με σηκωμένο το δάχτυλο και να νομίζουν πως είναι κύριοι, ακέραιοι, αξιοπρεπείς, ελεύθεροι, επαναστάτες και άλλα τέτοια. Δηλαδή, οι άνθρωποι δεν ξέρουν ποιοι είναι. Νομίζουν πως είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι. Και όλοι τόσο βέβαιοι για όλα, που κανείς δεν θέλει διάλογο. Να επιβληθεί θέλει. Οπότε, να μας λείπει τέτοιος «διάλογος». Άσε που με αγνώστους, οι γονείς μας μας έλεγαν να μη μιλάμε. Σοφό, τελικά, αυτό. Χώρια που ο πολύς διάλογος σου τρώει τη ζωή. Είπες εσύ, να πω εγώ, να ξαναπείς εσύ, και όχι δεν κατάλαβες τι εννοούσα, αλλά κι εγώ άλλο ήθελα να πω, δουλειά δεν είχε ο διάολος, γαμoύσε τα παιδιά του. Όπως είχε πει μια Ρωσίδα συντρόφισσα στον Νίκο Καζαντζάκη που είχε πάει στη Σοβιετική Ένωση το 1925 και είχε όρεξη για πάρλα και ανάλυση, «σύντροφε, η συζήτηση είναι μια αρρώστια των γέρων». Ξερός ο Καζαντζάκης. Κι όμως, είχε δίκιο η συντρόφισσα. Οι άλλοι έκαναν επανάσταση και πήγε ο Καζαντζάκης να τους κάνει ανάλυση. Ας έκανε την ανάλυση στους αστούς της Αθήνας, που διασκέδαζαν με λύσσα για να ξεπεράσουν την διασκέδαση που έριχναν μέσα στην Μικρασιατική Καταστροφή. Άρη, έχει γεμίσει ο τόπος από νάρκισσους και χειριστικούς ανθρώπους, που σου τρώνε τη ζωή. Αν δεν ξέρεις να τους ξεχωρίζεις και να τους αποφεύγεις, μπορεί να ξυπνήσεις μια μέρα εξήντα χρονών και να αναρωτηθείς πού πήγε η ζωή σου. Άρη, για την Ελλάδα ισχύει το «Κακό χωριό τα λίγα σπίτια». Όσα σπίτια και να χτίσουν οι Έλληνες, η Ελλάδα θα είναι πάντα κακό χωριό. Άρη, τώρα μπορώ να γράφω δυο μέρες αλλά να μη γίνω σαν αυτούς που κοροϊδεύω. Όταν έρθεις στην Ελλάδα για διακοπές, πίνουμε ένα καφάσι μπύρες και τα λέμε. Εμένα μου αρέσει και η σαμπάνια. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

(Άρη, επειδή γράφεις για τον ρατσισμό απέναντι στους ισπανόφωνους και τους μαύρους στις ΗΠΑ, δεν υπάρχει ρατσισμός απέναντι στους μαύρους και στους ισπανόφωνους. Υπάρχει ρατσισμός απέναντι στους φτωχούς μαύρους και ισπανόφωνους. Οι πλούσιοι μαύροι και ισπανόφωνοι δεν αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα. Αντιθέτως, χαίρουν σεβασμού. Κανένας στην Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα με τον πλούσιο Άραβα που αγοράζει νησιά στο Αιγαίο. Αυτός είναι επενδυτής και κύριος. Το πρόβλημα το έχουν με τον φτωχό πρόσφυγα που ζει σε τέντα στη Μόρια. Το επισημαίνω γιατί αυτό το ξεχνάμε και μιλάμε για ρατσισμό, γενικά. Στο έγραψα και στο σχόλιο για το κείμενο για τον Ζακ Κωστόπουλο. Άλλο ο ομοφυλόφιλος από λαϊκή γειτονιά, και άλλο ο ζάπλουτος ομοφυλόφιλος. Να είσαι καλά.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.