Τα τελευταία χρόνια

Γεια σου αγαπημένε μου πιτσιρίκο,
είναι καιρός που θέλω να σου γράψω και μου έχει «κολλήσει» αυτή η φράση στο μυαλό σαν να μη μπορεί να κάνει βήμα: «Τα τελευταία χρόνια».

«Τα τελευταία χρόνια.» «Τα τελευταία χρόνια» και ξύνω το κεφάλι μου ξανά και ξανά. Τα τελευταία χρόνια και τελεία σκέφτομαι. Μπορεί εκεί να αρχίζει και εκεί να τελειώνει. Είναι τα τελευταία χρόνια. Μα όχι, άλλο ήθελα σίγουρα να πω γιατί αυτό μυρίζει θάνατο. Όπως και τα τελευταία χρόνια.

Αχ, ωραία θα σου γράψω κι εγώ τον πόνο μου. Τα τελευταία χρόνια έγινε του μoυνιού το πανηγύρι αν και με αυτή μου τη φράση υποτιμώ υπερβολικά το μoυνί.

Ίσως έγινε της αγαμίας ή της κακογαμίας το πανηγύρι. Καλύτερο αυτό.

Όμως λέγονται αυτά τα πράγματα; Δεν λέγονται που λες κι εσύ. Ειδικά σε αυτή την μικρή επαρχίτσα του κόσμου, σε αυτό το μικρό χωριό. Που νομίζεις πως πρόκειται για το μεγάλο κατιναριό. Μου φαίνεται μικρή πως ήμουν σοφότερη. Θυμάμαι που έλεγα «να θυμάμαι ποτέ να μη μπερδευτώ και νομίσω πως το δικό μου χούι είναι κι η θεωρία της ζωής».

Σκεφτόμουν αυτό που έγραψε ο φίλος Άρης: «Στην πραγματικότητα, πάντως, ο βασικός λόγος που η ιστορία έρπει, είναι επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν να χάσουν αυτό που έχουν σήμερα μπροστά στα μάτια τους, για χάρη ενός αβέβαιου μέλλοντος. Αυτό που έκανε μαεστρικά η ελίτ, είναι που αξιοποίησε αυτή τη λαχτάρα».

Την εξουσία την φαντάζομαι πάντα σαν ένα αλλόκοτο και γερασμένο ερμαφρόδιτο που πάντα βρίσκει τη θέση της τσατσάς και του νταβατζή μαζί· σε αυτή και σε κάθε εποχή.

Για εμένα, αυτό το σίχαμα ξέμεινε από ιδέες και δυναμικό. Έπρεπε να γίνει μία «νέα» βαμπιρική επίθεση, να αναζητήσει ανθρώπους με φαντασία που θα το έγλειφαν ή έστω θα δέχονταν τις όποιες επιδιώξεις του, όσο άρρωστες κι αν ήταν.

Και κατάλαβαν -χωρίς να το περιμένουν- πως είχαμε καλύτερα πράγματα να ασχοληθούμε και πως καρφάκι δεν μας καιγόταν, αν αύριο έσβηνε η εξουσία μες το μίσος και τα περιττώματα της.

Κατάλαβαν πως καρφάκι δε μας καιγόταν για τα σκατά που όλοι μέρα ασχολούνταν, δε μας ένοιαζε.

Κι όχι τίποτα άλλο, κατάλαβαν –το κυριότερο– πως τους καταλάβαμε. Ότι κάτω από το ακριβό του φόρεμα και παντελόνι, δεν υπήρχε τίποτα να νιώσει. Μήτε έρωτα, μήτε κάβλα, μήτε τίποτα. Ένα κούφιο πτώμα που δεν έλεγε να πεθάνει. Κι οι αυλικοί το ‘θέλαν οπωσδήποτε ζωντανό.

Δεν έχω ικανή καμιά ελίτ να αξιοποιήσει τίποτα πέρα από αυτό που ήδη γνωρίζει. Την καταστροφή και την υποτέλεια. Ίσως κι αυτούς τους κακαίσθητους ουρανοξύστες.

Δηλαδή, τουλάχιστον για τα προηγούμενα χρόνια, μου φαίνεται πως η ελίτ θα δυσκολευόταν πολύ περισσότερο για ένα αβέβαιο μέλλον, όταν πολλές και πολλοί δεν γνώριζαν αν και πότε θα πληρωθούν.

Δεν ξέρω μήπως, κάποια στιγμή, αναρωτήθηκαν κι αν πρέπει να πληρώνονται για τον κόπο τους όταν άλλοι έστυβαν το μυαλό τους πώς θα εξοντώσουν τους μη «παραγωγικούς» ανθρώπους και θα ξεζουμίσουν τους «παραγωγικούς», τους άλλους για να συνεχίσουν να αρπάζουν όπως μάθανε.

Άσε, που η κατάχρηση της κόκας δεν κάνει καλό στο τέλος. Πολλοί άνθρωποι ένιωσαν πως δεν είχαν να χάσουν κάτι και πόνταραν σε ένα αβέβαιο μέλλον, κι οι περισσότεροι με αισιοδοξία.

Η ελίτ αξιοποίησε ό,τι βρήκε. Μα το φιλότιμο, μα την δεοντολογία, μα την βλακεία και τα ψέματα -που θεέ μου πόσα μπορεί να είναι- μα τη φιλοδοξία και δεν της έφτανε.

Τι μένει λοιπόν; Η καταστροφή του άλλου.

Όταν γουργουρίζει το στομάχι κι η πραγματικότητα κι ο φόβος σε έχουν υπερβεί, είναι σχεδόν μαθηματικά βέβαιο πως θα κάνεις μ@λακία. Δίνουν και μια «άδεια» σε αυτά τα θορυβώδη παράσιτα και το μυαλό σου γίνεται καμένο βούτυρο σε μπεν μαρί.

Άνθρωποι είμαστε, όμως. Εγώ τουλάχιστον τίναξα τα πέταλα από την κούραση.

Ρώταγε ένας συνάδελφος κάποια στιγμή, όταν του έλεγα για μια συνέντευξη του Βέγγου, πως δεν απάντησε όταν τον ρώτησαν για την εξορία και μου είπε «και γιατί δεν μιλάνε; Γιατί;».

Νομίζω πως, αν έχεις δει το τέρας από πολύ κοντά, δυσκολεύεσαι να μιλήσεις γι’ αυτό. Ειδικά σε αυτή τη μικρή επαρχίτσα του κόσμου. Άλλωστε, υπάρχουν τόσο πιο όμορφα πράγματα για να μιλήσεις.

Και εσένα, απ’ την αρχή σε εκτιμούσα, αφού από την αρχή έβρισκα κάτι οικείο σε όσα έγραφες όμως σε αγάπησα σε ένα κλικ.

Όταν καλή ώρα, πριν από τέσσερα και κάτι περίπου χρόνια που ήμουν βέβαιη πως θα ξεχυθούμε όλοι στους δρόμους, στις ενημερωτικές σελίδες που διάβαζα άρχισα να νομίζω πως τρελάθηκα για λίγο.

Καλά, συντρέχαν κι άλλοι προσωπικοί λόγοι, κατά πολύ σπουδαιότεροι. Όμως, το θυμάμαι εκείνο το κλικ. Νόμιζα πως όλοι ήπιαν από το δηλητηριασμένο νερό του πηγαδιού και τώρα θα έπρεπε κι εγώ να πιω· μα όλοι είχαν αλλάξει γνώμη;

Μετά το κλικ και τα καντήλια που έριχνες, ένιωσα λιγότερο μόνη. Είναι πολύ όμορφο αυτό, αν και τότε δεν αισθανόμουν καθόλου όμορφα.

Πάντως, δεν ξέρω, μου φαίνεται πως τώρα, ίσα-ίσα είμαστε διαρκώς σε έναν αβέβαιο κόσμο. Και είτε βέβαιος είτε αβέβαιος, το οποίο δεύτερο βέβαια βασίζεται και στην πραγματικότητα γιατί, όπως λες κι εσύ, αύριο κανείς δεν ξέρει τι θα ‘ρθει, μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που χαίρονται τη ζωή.


Νομίζω δε πως αυτή η γελοιογραφία του Κυρ συμπίπτει ακριβώς με αυτό που έχω σκεφτεί τα τελευταία χρόνια -να τα πάλι- ως το μείζον πρόβλημα. Υπάρχει μια διαταραχή ταυτότητας σε αυτή την κοινωνία. Το ερώτημα αλλάζει ανά εποχή και συνθήκη. Είμαι το ένα, είμαι το άλλο; Κάπως χάνεται ο σκοπός. Χμ, για πού είπαμε πως πήγαινα; Με ποιους είπαμε πως πήγαινα; και ούτω καθεξής. Κάτι σαν φασαίοι δηλαδή.

Ελπίζω να βγάζουν κάποιο νόημα όλα αυτά.

Αγουρίδα

(Αγαπητή φίλη, μια χαρά νόημα βγάζουν όλα αυτά. Οτιδήποτε νιώθουμε, βγάζει νόημα. Αρκεί ο άλλος να θέλει να καταλάβει. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.