Εκεί

Πιτσιρίκο
δεν ξέρω πώς γίνεται να μανιάζει ο πόλεμος δίπλα μας, και κάποιοι, πολλοί, να λένε, ακόμα και να σκέφτονται, όλα αυτά. Του τύπου “Να καθίσουν εκεί να πολεμήσουν.”

Επίσης, δεν καταλαβαίνω πώς κανείς δε σέβεται τον πόνο αυτών των ανθρώπων. Που έζησαν στο πετσί τους πόσο θηρίο μπορεί να γίνει ο άνθρωπος, τη φρίκη παντού γύρω, το χαμό αγαπημένων τους.

Και για να ξεφύγουν απ’ τον θάνατο, άφησαν πίσω τα χώματα που ήξεραν για πατρίδα. Και είναι πλέον ανέστιοι.

Οι πιο πονετικοί άνθρωποι που έχω συναντήσει στη ζωή μου είχαν βιώσει τραγικές απώλειες.

Νομίζω η απώλεια κι ο κόπος, μας ταπεινώνουν και μας ανθρωπεύουν.

Θυμάμαι ανθρώπινα βλέμματα. Τον Ραντζάι, από την Παλαιστίνη. Τον είχα γνωρίσει στα φοιτητικά χρόνια. Σπούδαζε μαζί μας στη Θεσσαλονίκη, μα μέσα στα μάτια του κρυβόταν γνώση του κόσμου και του πόνου που ούτε να υποψιαστούμε μπορούσαμε.

Σπούδαζε γιατρός, μια ανάπαυλα λίγων χρόνων ως να γυρίσει, να προσφέρει.

Στην πατρίδα του ο αιώνιος πόλεμος, ερχόταν πότε πότε το μαύρο μαντάτο για κάποιον δικό του. Μα κι όλοι όσοι χάνονταν εκεί δικοί του ήταν.

Κάποιο βράδυ, στο σπίτι μιας φίλης, από κείνα τα βράδια με κρασάκι σπιτικό, μεζέ “ό,τι έχουμε” και πολλή αλήθεια, έβαλε ξαφνικά ο Ραντζάι μια κασέτα δική του να παίζει. Έναν σκοπό δικό τους παραδοσιακό, αργόσυρτο, ανατολίτικο. Στάθηκε μέσα στη μέση του δωματίου και χόρεψε τον πιο όμορφο χορό της κοιλιάς που έχω δει στη ζωή μου.

Έφυγε μετά το τέλος των σπουδών του, γύρισε εκεί. Δεν ξέρω αν ζει.

Εκεί. Αυτή τη λέξη έλεγαν πάντα οι Μικρασιάτες παππούδες μου, ποτέ δεν έλεγαν Μικρά Ασία ή Σμύρνη ή Αϊδίνι. “Εκεί”, αραιά και πού, με χαμηλή φωνή, μέσα σε μια σύντομη φράση μεταξύ τους, που συνέχεια δεν είχε ποτέ.

Για Εκεί, αλλά και για όσα είδαν στις τελευταίες ματωμένες μέρες, και φεύγοντας τελικά, μέσα απ την καταστροφή και το μακελειό, ποτέ δε μιλούσαν.

Σκόρπια γεγονότα έμαθα, από άλλους.

Για το βράδυ που είχαν μαζευτεί οι γέροι, τα μωρά και οι γυναίκες, και η γιαγιά μου μαζί, θα ‘ταν δώδεκα χρονών, σε μια εκκλησία της Σμύρνης. Ενώ έξω ξερνούσε ο ουρανός φωτιά και αίμα.

Και ήρθαν τα ξημερώματα οι άντρες, ανάμεσά τους κι ο πατέρας της, μαύρος απ’ τον καπνό, με μια τρύπα στο πουκάμισο στο μέρος της καρδιάς. Μια σφαίρα καρφωμένη εκεί, πάνω στο σταυρό που του είχε βάλει η γυναίκα του στην τσέπη.

Φύγαν όλοι, μπήκαν στα καράβια στο λιμάνι όπως όπως, όσοι κατάφεραν να φτάσουν ως εκεί. Οι προγονοί μου τα κατάφεραν.

Στη μητέρα Ελλάδα που τόσο αγαπούσαν δεν ήταν καλοδεχούμενοι από τους περισσότερους ντόπιους. Ήταν “αούτηδες”, και οι γυναίκες τους “παστρικιές”.

Πολλές οι ιστορίες που μαρτυρούν τη μικρότητα των ανθρώπων, απέναντι στον αδύναμο. Δεν θα πω καμία.

Στην αρχή έλπιζαν ότι θα γυρίσουν στη γη τους, με τον καιρό κατάλαβαν. Δούλεψαν σκληρά οι παππούδες, με τα χέρια τους χτίσανε την καινούρια ζωή, σπιτάκι απ τα θεμέλια, φτωχικό, αλλά από τα πιο ζεστά σπιτικά που έχω βρεθεί ποτέ.

Δουλειά απίθανα πολλές ώρες, πότε κοιμόταν ο παππούς δεν ξέρω, δυο δουλειές έκανε.

Παιδιά πολλά. Κέρδισαν την εκτίμηση του περιγύρού τους, κυριολεκτικά με τον ιδρώτα τους.

Παρέμειναν για όλη τους τη ζωή “οι πρόσφυγες”, στη συνείδηση των άλλων, αλλά και στην καρδιά τους.

Βρήκα κάποτε μια παλιά φωτογραφία της γιαγιάς μου με μια συντοπίτισσά της, κοπελίτσες και οι δύο στα πρώτα χρόνια τους στην Ελλάδα. Από πίσω έγραφε: “Με αγάπη: Η προσφυγούλα σου.”

Έχω την εικόνα τους, στα τελευταία χρόνια της ζωής τους (γιατί όταν έφυγε ο παππούς έλιωσε και η γιαγιά, γλυκά και ήσυχα, θα της πήρε δυο χρόνια εκείνος ο καρκίνος μέχρι να την στείλει εκεί που επιθυμούσε, στον Αλέκο της.).

Έχω την εικόνα τους, τη γιαγιά με την καλή της ρομπίτσα, πάντα πεντακάθαρη και σιδερωμένη, και τον παππού με το καλό του γιλέκο, λεβέντη με άσπρα πυκνά μαλλιά και φρυδάρες καραμανλίδικες, να κάθονται χέρι χέρι στην μεγάλη πλατεία της πόλης μας. Για μια λεμονάδα.

Χωρίς λόγια, μόνο το ένα γέρικο χέρι να κρατά το άλλο. Όλο το νόημα και η δύναμη της πορείας τους. Πολλά χρόνια μετά κατάλαβα τη σοφία, τη βαθιά γνώση εκείνης της σιωπής.

Κι άλλη μια εικόνα, απ τις τόσες πολλές, πολύτιμες. Τα μεσημέρια της Κυριακής, που έρχονταν στο σπίτι μας για να φάμε όλοι μαζί, μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό, μέχρι να ψηθεί η πίττα (“Λες Βασιλεία να μας έχει φτιάξει η Φανούλα εκείνη την πίτα;” έλεγε ο παππούς στη γιαγιά, με παιδική λαχτάρα) κάθονταν στο σαλονάκι, στον καναπέ. Χέρι χέρι.

Και μου ζητούσαν να τους βάλω “εκείνη την πλάκα”. Εκείνη η πλάκα ήταν ένας δίσκος βινυλίου με Μικρασιάτικα.

Τον έβαζα. Κι απ’ τη μια πλευρά κι απ την άλλη. Κι έμεναν καθισμένοι, χέρι-χέρι, σιωπηλοί. Κάθε φορά. Ώσπου να τελειώσουν οι αγαπημένοι ήχοι που αντηχούσαν εκείνο το Εκεί.

Απ’ όπου, νομίζω, μέσα τους ποτέ δεν έφυγαν.

Ανέφικτο αυτό που ζητώ. Αλλά θα ήθελα απλά να σωπαίνουμε μπροστά στον πόνο των ανθρώπων.

Εύχομαι να είσαι καλά. Και να προσέχεις.

Την αγάπη μου

Λίλα

(Αγαπητή Λίλα, χαίρομαι γιατί το μπλογκ το διαβάζουν και άνθρωποι. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.