Μ’ ένα χαμόγελο

Πιτσιρίκο
διάβασα πριν από λίγες μέρες την απάντησή σου σε ένα ωραίο κείμενο της Ελένης για την κανονικότητα.

Έμεινα σε μια φράση σου:

«Είμαι με αυτούς που η ελληνική κοινωνία θεωρεί περιθωριακούς και αποσυνάγωγους.».

Με συγκίνησε. Γύριζε στο μυαλό μου για μέρες και σκέφτηκα να σου γράψω μια μικρή ιστορία.

Πριν από αρκετά χρόνια, φεύγοντας απ τη δουλειά, πρόσεξα έναν άνθρωπο που καθόταν στα σκαλιά του διπλανού, εγκαταλελειμμένου ωδείου.

Φορούσε τριμμένα ρούχα, είχε αφρόντιστη γενειάδα και δίπλα του είχε ακουμπισμένη μια πλαστική σακούλα.

Κατάλαβα ότι ήταν άστεγος. Από μια σύντομη κουβέντα μαζί του, κατάλαβα και ότι νοσούσε από κάποια ψυχική ασθένεια.

Μίλησα με κάποιους ανθρώπους του Δήμου, οργανώσεων, τι θα μπορούσε να γίνει, να τραφεί, να στεγαστεί. Να διαγνωστεί η ασθένεια και να πάρει κάποια αγωγή.

Μου είπαν ότι χρειάζεται η υπογραφή κάποιου συγγενή για να τον αναλάβουν. Και ότι ο ίδιος δε θέλει καμία βοήθεια.

Όποτε τον συναντούσα, τον ρωτούσα αν χρειάζεται κάτι. Λίγα χρήματα, λίγα τρόφιμα. Πότε δεχόταν και πότε όχι.

Κάποια μέρα, θα είχε περάσει χρόνος, όταν τον συνάντησα άρχισε να μου φωνάζει κάποιες βρισιές στα ιταλικά. Ήταν επιθετικός, και έφτυνε προς το μέρος μου.

Αυτό συνεχίστηκε κάθε φορά που τον συναντούσα πια, και δεν ήξερα τι να κάνω.

Τρόμαζα λίγο, δεν στο κρύβω, περνούσα από μακριά όταν τον έβλεπα, για να αποφύγω την ταραχή.

Πέρασε πάλι καιρός έτσι, ένα, δύο χρόνια. Ένα σκοτεινό απόγευμα μες στο καταχείμωνο βγήκα έξω από το γραφείο για να ρίξω λίγο φαγητό στις γατούλες της γειτονιάς. Στα πιατάκια που τους έχω δίπλα στο δέντρο απέναντι απ την πόρτα μου. Ο δρόμος έρημος.

Γέμισα τα πιάτα τους και πριν προλάβω να σηκωθώ κατάλαβα ότι κάποιος ήταν καθισμένος στο περβάζι της βιτρίνας από πίσω μου, σχεδόν με άγγιζε. Σηκώθηκε. Ήταν εκείνος ο κύριος.

Ήρθε από πάνω μου, του είπα δυο αμήχανες κουβέντες, κάτι σαν: «Ήρθα να βάλω λίγο φαγάκι, τι ζητάνε κι αυτές οι ψυχούλες… Λίγο φαγάκι κι ένα χάδι.»

Δεν μίλησε αλλά άρχισε να βγάζει άναρθρους και τρυφερούς ήχους. Δεν μπορώ να στους περιγράψω, έβγαιναν από το λαιμό του. Είχε χαμόγελο και ηρεμία στο πρόσωπό του. Γύρισε κι έφυγε.

Την ίδια εκείνη μέρα λίγο αργότερα, όπως μου είπαν, έπαιξε ξύλο με ένα άγνωστο αγόρι.

Κάτι στα ρούχα της κοπέλας του αγοριού τον είχε εξοργίσει και της είχε ορμήσει.

Από τότε, η επιθετικότητά του απέναντί μου κόπηκε μαχαίρι.

Την επόμενη φορά που τον συνάντησα, καθισμένο στην έξοδο ενός σούπερ μάρκετ, τον κοίταξα στα μάτια και του χαμογέλασα. Μου χαμογέλασε κι εκείνος.

Η επικοινωνία μας είναι αυτή πια, από τότε. Κοίταγμα στα μάτια και χαμόγελο χαιρετισμού.

Έμαθα πως τώρα κάπου κοιμάται και τρώει, όταν θέλει και μπορεί. Στις δομές του Δήμου. Είναι ένα ελάχιστο κάτι.

Τότε είχα γράψει αυτούς τους στίχους:

Συχνά τον βλέπω να περνά
στο δρόμο και στη γειτονιά
Φορές να κάθεται, μονάχος,
σ ένα σκαλί, στο χώμα, κάτω.

Ρούχα τριμμένα και παλιά
Τα υπάρχοντά του κουβαλά
σε τσάντα νάιλον γεμάτη
μ’ όση του απέμεινε αγάπη

Βλέμμα που το ‘πλυνε η βροχή
οργή που δεν παρακαλεί
Κάποτε μόνος του φωνάζει
κι έπειτα σαν παιδί κουρνιάζει.

Άραγε το μυαλό πονά
στην άλλη όχθη όταν περνά;
Όλοι τα μάτια αλλού γυρίζουν
λέν’ συμπονούν, μα δεν αγγίζουν.

Κι αν ζει σ’ απάτητο βυθό
μου δίνει δώρο ακριβό
κάποιες στιγμές που μ’ ανταμώνει.
Ένα χαμόγελο από χιόνι

Βλέμμα που το ‘πλυνε η βροχή…
…του στέλνω μια μικρούλα ευχή
Να νιώθει μέσα στο σκοτάδι
κάτι απ’ της μάνας του το χάδι.

Σε φιλώ, να προσέχεις.

Την αγάπη μου
Λίλα

(Αγαπητή Λίλα, όμορφο αυτό που έγραψες. Στην Ελλάδα, όπως πάνε τα πράγματα, περιθωριακοί και αποσυνάγωγοι δεν θα είναι μόνο οι άνθρωποι με ψυχολογικά προβλήματα αλλά θα είναι και όποιοι δεν συνεργάζονται με την Μαφία. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.