Πόσο Έλληνας είναι ο Όμηρος;

Γεια σου πιτσιρίκο,
με αφορμή το ωραίο κείμενο του Ηλία για τους μετανάστες και τη δική σου επισήμανση για τη στάση των Νεοελλήνων που δεν είναι καθόλου ελληνική, στέλνω δύο αποσπάσματα από τη διασκευή της ομηρικής Οδύσσειας που απευθύνεται σε παιδιά και πρόκειται να κυκλοφορήσει προσεχώς.

Πρόκειται για ένα απόσπασμα από τη ραψωδία ζ και ένα από τη ραψωδία ξ.

Παρότι εδώ και δεκαετίες διδάσκονται στα σχολεία μας τα ταλαίπωρα ομηρικά έπη, τα ακόμη πιο ταλαίπωρα ελληνόπουλα έχουν γίνει οι σημερινοί …Έλληνες.

Πριν από 2.800 χρόνια, ειπώθηκαν περίπου αυτά τα λόγια.

Ραψωδία ζ

…Κρύβοντας τη γύμνια του με ένα πυκνό κλαδί ο Οδυσσέας εμφανίζεται στα κορίτσια. Οι κοπέλες σκορπίζονται τρομαγμένες. Μόνο η Ναυσικά μένει ασάλευτη μπροστά του.

Οδυσσέας: λυπήσου με, βασίλισσα, στα γόνατά σου πέφτω! Δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφη κοπέλα! Μοιάζεις με την Άρτεμη στην ομορφιά και χάρη! Ευτυχισμένοι οι γονείς σου που έχουν τέτοια κόρη, μα πιο πολύ ο άντρας που θα σε κάνει ταίρι του. Πάλεψα με τα κύματα σχεδόν είκοσι μέρες, μέχρι να βγω στη χώρα σου. Βοήθησέ με, δείξε μου την πόλη, δώσε μου ρούχο να φορέσω και οι θεοί ό,τι ποθείς να σου χαρίσουν: άντρα σωστό και σπιτικό με αγάπη και ομόνοια.

Ναυσικά: ξένε, φαίνεσαι καλός και μυαλωμένος άνθρωπος. Εδώ που ήρθες είναι η χώρα των Φαιάκων κι εγώ η κόρη του βασιλιά Αλκίνοου. Ο λαός μας είναι φιλόξενος, δε νοιάζεται για όπλα. Αγαπάει τα καράβια και τα θαλασσινά ταξίδια. Γι αυτό και συ θα έχεις ό,τι χρειάζεται ένας δυστυχισμένος ξένος. [στις υπηρέτριες] Κορίτσια, γιατί φύγατε; Φοβηθήκατε τον ξένο; Μα είμαστε άνθρωποι ειρηνικοί, δεν έχουμε εχθρούς, οι θεοί μας αγαπούν. Τους φτωχούς και τους ξένους ο θεός τους στέλνει, κι αυτόν τον δύστυχο πρέπει να τον βοηθήσουμε. Δώστε φαί και λούστε τον στο ποτάμι.

Ραψωδία ξ

…Η καλύβα του Εύμαιου βρίσκεται σ’ ένα δασωμένο μέρος έξω από την πόλη. Μόλις φτάνει ο Οδυσσέας-ζητιάνος, τα σκυλιά του επιτίθενται, ενώ ο Εύμαιος τρέχει και τα διώχνει φοβερίζοντάς τα.

Εύμαιος: γέρο, δε μου φτάνουν οι πίκρες που έχω, παραλίγο θα σε καταξέσκιζαν τα σκυλιά και θα είχα κι άλλον μπελά! Έλα, όμως, μέσα να σε φιλέψω και μετά μου λες τα βάσανά σου.

Οδυσσέας-ζητιάνος: οι θεοί να σου δίνουν ό,τι ποθείς, που με δέχτηκες με καλοσύνη.

Εύμαιος: οι ξένοι είναι σταλμένοι απ’ τον θεό, πάντα τους καλοδέχομαι. Δυστυχώς, μου λείπει ο αφέντης μου, που τόσο μ’ αγαπούσε και αν ήταν εδώ θα είχα καλύτερη τύχη. Πολέμησε στην Τροία και από τότε χάθηκε, δεν τον είδε κανείς- όλοι τον θεωρούν νεκρό.

Στη συνέχεια, ο Εύμαιος προσφέρει γεύμα φιλοξενίας.

Εύμαιος: έλα να φάμε , ξένε, λίγο χοιρινό απ’ αυτό που τρώνε οι δούλοι. Γιατί τα καλύτερα θρεφτάρια τα ζητούν οι απαίσιοι μνηστήρες, που είναι στο παλάτι. Κάθε μέρα απαιτούν απ’ όλους τους βοσκούς να στείλουμε το καλύτερο σφαχτό. Πιες κι απ’ το κρασί μου αν θέλεις, απ’ τη δική μου κούπα.

με εκτίμηση

Μερόπη

(Αγαπητή Μερόπη, υπάρχουν και σήμερα Έλληνες σαν τον Όμηρο. Υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Όμηρο. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.