Συκοφαντία

Πιτσιρίκο,
ακολουθώντας τους ατέλειωτους συνειρμούς μου, ένα τρένο άναρχο με αμφίβολο προορισμό, έφτασα σε λίγα λόγια που μου είχε στείλει ένας παιδικός, αδελφικός φίλος πριν από πέντε περίπου χρόνια.

Είχα βρεθεί τότε μέσα σε μία δίνη, που είχε προκληθεί από τις κακόβουλες -και κυρίως παρανοϊκές- σκέψεις μιας γυναίκας, Με τη ρίζα τους σε προσωπικό της μαρτύριο χρόνων, κατέληξα εκ των υστέρων.

Οι σκέψεις εκείνες την οδήγησαν σε συκοφαντία. Πολύ συγκεκριμένη, εκ διαμέτρου απέναντι από την πραγματικότητα.

Το θέμα λύθηκε εντός ημερών, η συκοφαντία κατέπεσε πανηγυρικά, η αίσθηση από το δάγκωμα φαρμακερού δοντιού παρέμεινε. Δίδαγμα.

Δύο ψυχικές αναμνήσεις μου έχουν μείνει ζωντανές από εκείνο το σύντομο χρονικό διάστημα.

Η μια ότι έπρεπε να διαλέξω, αν θα μετέδιδα αλλού το δηλητήριο, με τη σειρά μου, ή αν θα το κρατούσα μέσα μου. Μέση οδός δεν υπήρχε.

Προτίμησα να μη συνεχίσω τη θλιβερή αλυσίδα.

Μίλησα, βέβαια, στην ίδια, ολάνοιχτα και τσεκουράτα, αλλά δεν έκανα κάποια κίνηση αντεπίθεσης.

Όχι πως είμαι μεγαλόψυχη. Απλά, σεβάστηκα άλλους ανθρώπους που αγαπούσα και κάποιο φωτεινό κάποτε.

Σεβάστηκα το πρόβλημα του ανθρώπου που με είχε διαβάλει, και νομίζω σεβάστηκα κι εκείνο που θέλω να είμαι. Σπανίως το καταφέρνω, αλλά είναι ο στόχος.

Η δεύτερη ψυχική ανάμνηση αφορά τη στάση των ανθρώπων. Σ’ εκείνο το σύντομο χρόνο είδα σχεδόν αγνώστους, που έφτασε η διαβολή στ’ αυτιά τους, να φέρονται λεβέντικα. Και στοργικά. Η καλοσύνη των ξένων που έλεγε κι ο Τατσόπουλος.

Είδα και κάποιες μικρότητες, ήταν διδακτικές κι αυτές.

Δεν μιλώ για τους δικούς μου ανθρώπους, εκείνοι ήταν και είναι σπαθί.

Σήμερα η σκέψη λοιπόν στάθηκε στο γράμμα του αδελφικού φίλου. Ξεκινούσε έτσι:

«Αχ, γλυκιά μου και παντοτινή Φίλη και Αδελφή…»

Παραλείπω το σώμα του γράμματος, τα πάντα του δηλαδή. Δεν χρειάζονται.

Είμαι φανατικά υπέρ της περιφρούρησης, με νύχια, δόντια κι ό,τι άλλο απειλητικό χρειαστεί, της μοναδικής προσωπικής σχέσης κι επαφής δύο ανθρώπων. Και κατά της κλειδαρότρυπας (που έτσι φυσικά κι ανέμελα προωθείται από τα μέσα δικτύωσης).

Στάθηκα στη μοναδική αίσθηση του δικού μας ανθρώπου που μας ξέρει, μας νιώθει, μας στηρίζει, μας πιστεύει. Διαλύει τις σκιές, μας υπερασπίζεται στο άδικο, δεν έχει διφορούμενο λόγο. Του δικού μας, ίσιου ανθρώπου. Στην περίπτωση εκείνη, του Γιώργη μου.

Στάθηκα στη φιλία και στην αγάπη.

Σε φιλώ να προσέχεις. Κι αν τέλειωσαν τα μπάνια, όμορφα φθινοπωρινά βράδια σου εύχομαι, με τους ανθρώπους σου.

Την αγάπη μου

Λίλα

(Αγαπητή Λίλα, αν έμαθα κάτι στη ζωή μου, είναι να αποφεύγω τις πολλές συναναστροφές και την πολλή συνάφεια του κόσμου, που λέει και ο ποιητής. Κι όταν αρχίζουν τα «μου είπε πως ο τάδε έκανε αυτό και η δείνα έκανε εκείνο», την κάνω τρέχοντας. Η Ελλάδα, ως βασίλειο του μικραστισμού, είναι γεμάτη συκοφάντες και ρουφιάνους. Η καλοσύνη των ξένων είναι μια ατάκα που λέει η Μπλανς Ντιμπουά στο «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς. Για να δούμε, τελείωσαν τα μπάνια; Σε ευχαριστώ. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.