Έχουμε χαραμίσει τη μισή ζωή μας στο περίμενε

Αγαπημένε μου Πιτσιρίκο, καιρό είχα να σου γράψω και επειδή το εορταστικό πρόγραμμα της 17 Νοέμβρη δεν με συγκίνησε ούτε στους τύπους αλλά ούτε και στην ουσία, είπα να απέχω.

Ίσως όμως υποσυνείδητα επηρεασμένος -α πα πα, το γύρισα στο ψυχαναλυτικό με τα συνειδητά και υποσυνείδητα-από τα κείμενα και τα γεγονότα, σκέφτηκα να σου γράψω μια ιστορία σχετικά με έναν ασθενή μου.

Για τον ασθενή αυτόν, τον Τζαμάλ, θα αναφέρω πως κατάγεται από μια από τις χώρες εκείνες τις ισλαμικές, που δεν σηκώνουν και πολλά πολλά.

Ο Τζαμάλ λοιπόν ανήκε στην ανώτερη τάξη, όντας το επάγγελμά του και αυτό της γυναίκας του αρκετά βαρύγδουπα. Σαν να λέμε ιατρός, δικηγόρος κλπ.

Επίσης, ήταν και επαγγελματίας αθλητής ο Τζαμάλ μας, όμορφο και καλοφτιαγμένο παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά, και αφού είχε σταματήσει να αγωνίζεται το είχε ρίξει στην παράλληλη καριέρα του προπονητή.

Πήρε τα παιδιά και τη γυναίκα λοιπόν μια φορά και έναν καιρό, και πήγαν διακοπές σε μια χώρα της Ευρώπης για να δουν και λίγο πολιτισμό, ρε αδερφέ.

Ο Τζαμάλ, ανασαίνοντας αέρα πολιτισμού και ελευθερίας, μερακλώθηκε και έγραψε πέντε πράγματα παραπάνω σε ένα μπλογκ που είχε καλή ώρα σαν και το δικό σου.

Κάτι για αθεΐες, δημοκρατίες και κάτι τέτοια παράλογα.

Την επόμενη ημέρα που προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους γονείς του, τα τηλέφωνα δεν απαντούσαν. Ενημερώθηκε από κάποιους καλούς του φίλους πως, αν θέλει οι γονείς του να βγουν από τη φυλακή, θα πρέπει να γυρίσει και να παρουσιαστεί στο αστυνομικό τμήμα.

Ο Τζαμάλ σκέφτηκε όλες τις ιστορίες που είχε ακούσει για τα μπουντρούμια της αστυνομίας και την μεταχείριση -πριν την εκτέλεση- που περιμένει αυτούς που προσβάλλουν το καθεστώς και το ισλάμ και πήγε πάσο.

Πήρε την οικογένεια, και καθώς η βίζα που είχε για τη χώρα θα έληγε, πήγε και ζήτησε πολιτικό άσυλο στη Σουηδία.

Η σουηδική υπηρεσία μετανάστευσης του ζήτησε να καταθέσει τα δικαιολογητικά του, εννοώντας πως για να παραμείνει στην χώρα έπρεπε να αποδείξει με κάποιο τρόπο πως η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο.

Η Σουηδία ξέρει πως όλα αυτά που ανέφερε ο Τζαμάλ στην αίτησή του τιμωρούνται με την ποινή του θανάτου στην πατρίδα του, αλλά έπρεπε να αποδείξει πως είναι καταζητούμενος για αυτά τα αδικήματα.

Στο μεταξύ, η σελίδα του μπλογκ είχε φυσικά κατέβει και ούτε ίχνος στο σέρβερ δεν υπήρχε πλέον για να αποδείξει πως ο Τζαμάλ είχε καταφερθεί ανοιχτά κατά του καθεστώτος και να στηρίξει την αίτησή του για άσυλο.

Ο Τζαμάλ δεν μπορούσε να κοιτάξει την τρομαγμένη γυναίκα του στα μάτια πλέον. Περίμεναν από στιγμή σε στιγμή την απέλαση.

Την ημέρα σκεφτόταν τους γονείς του στη φυλακή. Το βράδυ, γυρνώντας από την πιτσαρία που είχε πιάσει δωδεκάωρη δουλειά για πέντε μαύρα φράγκα, κοίταζε συνεχώς πίσω από την πλάτη του μήπως τον απαγάγουν οι ντόπιοι φιλοκαθεστωτικοί και τον παραδώσουν στην πρεσβεία.

Διπλοκλείδωνε την πόρτα και κοίταζε πίσω από τα παράθυρα μέσα στη νύχτα. Πεταγόταν από εφιάλτες στους οποίους έβλεπε πως τον βασάνιζαν και τον εκτελούσαν.

Ήρθε τρεις ή τέσσερις φορές στο ιατρείο, στο Γκέτεμποργκ, πάντα με διερμηνέα. Άλλος φόβος εκεί, γιατί καλό το ιατρικό απόρρητο αλλά πού να ξέρεις και τις πολιτικές πεποιθήσεις του άλλου.

Στην επίσκεψη, εκτός από όλα τα άλλα, μου μιλούσε για τις ενοχές του απέναντι στη γυναίκα του και στα παιδιά του.

Δεν μπορούσε να καταλάβει και ο ίδιος πως ήταν τόσο αφελής ώστε να πιστέψει πως το καθεστώς θα τον άφηνε να συνεχίσει να γράφει ανενόχλητα, και πως η αφέλειά του στέρησε την οικογένειά του από την άνετη ζωή στην καθωσπρέπει τάξη της κοινωνίας του.

Την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε τον αποχαιρέτησα, του είπα πως θα σταματήσω τη δουλειά μου σε αυτό το ιατρείο και πως θα αναλάβει άλλος την περίπτωσή του.

Χαμογέλασε πικρά αλλά μου είπε πως, για να φεύγω, προφανώς θα πάω σε κάποια καλύτερη δουλειά και πως θα έκανε και αυτός το ίδιο.

Με ευχαρίστησε γιατί θεωρούσε πως το να μιλά σε κάποιον που προσπαθεί να τον καταλάβει σαν άνθρωπο χωρίς να τον κρίνει ήταν μια ανακούφιση, αν και ήξερε πως δεν μπορούσα να βοηθήσω στην αίτησή του για πολιτικό άσυλο ακόμα και με την ιατρική βεβαίωση που έγραψα.

Όποτε διαβάζω για αστυνομική βία, επαναστατικές ενέργειες, αντίσταση στο σύστημα και λοιπά, σκέφτομαι μεταξύ άλλων τον Τζαμάλ. Έναν ευγενικό νέο που έχασε τα πάντα γιατί πίστεψε πως το σύστημα θα του φερθεί διαφορετικά. Ήταν από αφέλεια, από έπαρση, από κανένα ποτηράκι κρασί στις διακοπές; Δεν έχει πια σημασία για αυτόν τον άνθρωπο και την οικογένειά του.

Η απορία που δημιουργείται από αυτή την ιστορία είναι μάλλον αν προωθώ τη νοοτροπία του “κάντε τουμπεκί μάγκες, μπας και την βγάλουμε καθαρή”.

Ειλικρινά; Ναι! Αν δεν μπορείς να φανταστείς πως θα πάρεις τα όπλα κατά του συστήματος, κάνε καλύτερα την πάπια. Γιατί το σύστημα θα πάρει τα όπλα εναντίον σου, αυτό είναι σίγουρο. Δεν εξοπλίζει και εκπαιδεύει τόσο κόσμο για να κατέβουν να το συζητήσουν πολιτισμένα.

Το σύστημα δεν κάνει συμβολικές πορείες και 24ωρες απεργίες, δεν πετάει τρικάκια και δεν γράφει συνθήματα σε τοίχους. Έχει πάνοπλους και εξαγριωμένους φρουρούς, καλοπληρωμένους προπαγανδιστές και όλα τα τεχνικά μέσα με το μέρος του. Μπορούμε να ρίξουμε και τα σώματά μας στα γρανάζια των μηχανών για να τις κάνουμε να σταματήσουν, αλλά, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, το αποτέλεσμα είναι πρόσκαιρο.

Εδώ και καιρό δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με τις μηχανές και τα γρανάζια τους, αλλά με όπλα και σφαίρες, πολύ περισσότερα από τα σώματά μας. Επίσης, υπάρχει και ένα περίσσευμα σωμάτων που είναι διατεθειμένα να πάρουν τη θέση μας, όταν θα μας έχουν κάνει σουρωτήρι.

Οι μηχανές δεν θα σταματήσουν να λειτουργούν για τόσο όσο χρειάζεται για να δημιουργηθεί πρόβλημα.

Η πρότασή μου, γιατί πρέπει να έρχεσαι και με μια πρόταση στο τραπέζι, δεν είναι καθόλου επαναστατική. Παρ’ όλα αυτά, είναι η απλούστερη που μπορώ να σκεφτώ:

Αντί να σκέφτομαι πώς θα διορθώσω τον κόσμο, θα προσπαθήσω να διορθώσω τον εαυτό μου.

Μέσα από την αλληλεπίδρασή μου με τον κόσμο, θα προσπαθήσω να κάνω ό,τι καλύτερο για εμένα και τους γύρω μου. Δεν θα σκοπεύω να αλλάξω τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων αλλά να βελτιώσω έστω και ελάχιστα τη ζωή αυτών των δέκα που συναντάω στην καθημερινότητά μου.

Δέκα επί διακόσιες ημέρες επί είκοσι χρόνια ίσον σαράντα χιλιάδες. Βγάλε αυτούς που συναντάς ξανά και ξανά, αυτούς με τους οποίους θα αποτύχεις, κάν’ τους χίλιους πεντακόσιους – να τ’ αφήσω;

Αν αυτοί οι χίλιοι πεντακόσιοι επηρεάσουν άλλους τόσους ο καθένας στα επόμενα είκοσι χρόνια από τη στιγμή που το πήραν απόφαση, βελτιώνεται η ζωή πάνω από δύο εκατομμυρίων ανθρώπων.

Αρχίζω και πιστεύω πως η δύναμη της συλλογικής δράσης έχει χάσει έδαφος και καπηλεύεται συστηματικά.

Ταυτόχρονα, μας κάνει να πιστεύουμε πως σαν άτομα είμαστε ανήμποροι.

Ναι, είμαστε ανήμποροι να έχουμε απευθείας επιρροή σε μεγάλες αποφάσεις, αλλά μπορούμε να πάρουμε χιλιάδες μικρές αποφάσεις για εμάς και τους γύρω μας.

Αυτό ως ένα βαθμό εξαρτάται από εμάς και όχι από το σύστημα και την άδικη την κενωνία, που, αν δεν διορθωθεί, μας δίνει το δικαίωμα να φερόμαστε μεταξύ μας σαν βάρβαροι.

Επίσης, κάποιοι θα είναι πάντα ανθεκτικοί (με την κακή έννοια) στην αλλαγή, στην καλοσύνη, στην αλληλεγγύη. Θα είναι παρτάκηδες, πονηροί, κακοπροαίρετοι κλπ.

Είδαμε ποτέ κάποια κοινωνία που να μην είχε τέτοιους;

Κάποιοι θα πιστεύουν σε θεούς και δαίμονες· 60 χρόνια υπαρκτού σοσιαλισμού και, όταν κατέρρευσε, έτρεξαν στις εκκλησίες να προσκυνήσουν.

Δεν πειράζει, έτσι είναι η ανθρώπινη φύση. Αν η πλειοψηφία όμως είναι πιο λειτουργική και δίκαιη, αυτά θα είναι μεμονωμένα φαινόμενα που δεν θα βαραίνουν στη λειτουργία του συνόλου.

Φυσικά, όπως έχουμε πει και στα πόντκαστ με τον Κώστα, είμαι άκρως απαισιόδοξος για το μέλλον της ανθρωπότητας. Η φυσική πορεία του είδους θα αλλάξει μόνο με μετεωρίτη, και όχι σίγουρα προς το καλύτερο.

Μέχρι την σύγκρουση με κάποιο διαστημικό σώμα, στέλνω την αγάπη μου από την υπέροχη Ρόδο

Βασίλης

Υ.Γ.1 Εχθές που πήγα για τρέξιμο, παρατηρούσα από την μία τα αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονταν, καθώς ήταν η ώρα που σχολούσε ο κόσμος, και από την άλλη κοίταζα τα μυρμήγκια που πηγαινοέρχονταν στις φωλιές τους (κοιτάω κάτω όταν τρέχω γιατί προσπαθώ να μην καταστρέφω όσο μπορώ τα ζωντανά της πλάσης, για διάφορους λόγους· θέμα χρόνου να γίνω χορτοφάγος). Τέλος πάντων, δυο σειρές τα έντομα, δύο τα θηλαστικά. Μια πήγαινε, μια ερχόταν. Αισθάνθηκα μια βαθειά σύνδεση με τα μυρμήγκια· παρεμπιπτόντως, ίσως το μόνο άλλο είδος που υποδουλώνει άλλα άτομα του είδους, ίσως και κάποιες μέλισσες αλλά δεν είμαι σίγουρος.

Υ.Γ.2 Είχα αρχίσει να διαβάζω ένα βιβλίο του Φουκώ γιατί ο Κώστας με έβαλε στην πρίζα. Το έχω αφήσει λίγο, και εχθές που άκουγα Λέοναρντ Κοεν και διάβαζα τους στίχους του (“I’ve been waiting night and day, I didn’t see the time, I waited half my life away”) μου ήρθε ξαφνικά μια σκέψη σαν αστραπή: “Τι μ@λακίες γράφουν οι φιλόσοφοι, μάλλον οι ποιητές την έχουν πιάσει την αλήθεια”.

(Φίλε Βασίλη, δεν ξέρουμε ποια είναι η μισή ζωή μας γιατί δεν ξέρουμε πόση είναι όλη η ζωή μας. Όση και να ‘ναι η ζωή, δεν γίνεται να την χαραμίσουμε γιατί η ζωή είναι ένα δώρο. Και το δώρο το κάνεις ό,τι θέλεις. Βασίλη, οι άνθρωποι γοητεύονται από τα μεγάλα θέματα που τους ξεπερνούν επειδή ξέρουν πως είναι σκατάδες στα μικρά καθημερινά θέματα που τους αφορούν. Δηλαδή, τα μεγάλα θέματα -που δεν μπορείς να επηρεάσεις- είναι μια τέλεια δικαιολογία για να μην ασχοληθείς ποτέ πραγματικά με τα δικά σου θέματα και με τα θέματα της κοινωνίας. Βασίλη, εννοείται πως οι ποιητές τα ξέρουν όλα και τα έχουν πει όλα. Φιλόσοφοι γίνονται αυτοί που δεν μπορούν να είναι ποιητές. Γιατί ο ποιητής γεννιέται, δεν γίνεται. Αλλά οι άνθρωποι εντυπωσιάζονται από τους φιλοσόφους, όχι από τους ποιητές. Γενικά, πουλάνε τα φούμαρα και οι αναλύσεις. Καλά, σήμερα πουλάει το Instagram, οπότε game over. Να είσαι καλά, Βασίλη. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.