Η ημέρα της μαρμότας

Αγαπημένε μου Πιτσιρίκο, γεια σου και πάλι από την δροσερή Ρόδο.
Μας την σκάει λίγο ο ήλιος πού και πού εδώ κάτω, και αρχίζω και χοροπηδάω σαν το κατσίκι. Χώνω την κεφάλα μου στο ντουλάπι,για να είμαι σίγουρος ότι θα μπορέσω να βρω το μαγιό μου το πολύ σε πέντε λεπτά, όταν με το καλό η θερμοκρασία θα είναι ιδανική για βουτιά.

Έτοιμοι για όλα λοιπόν. Ανυπόμονα έτοιμοι θα έλεγα, αφού το ψ*λόκρυο της αρκούδας που έφαγα στην γενέτειρά μου αυτά τα Χριστούγεννα μου θύμισε έντονα Σουηδία. Ξούριζε ο παγωμένος άνεμος, έφτασαν στο σημείο οι Σουηδοί συνεργάτες να μου στέλνουν μηνύματα και να μου κάνουν κάζο, ότι και καλά έχουν καλύτερο καιρό εκεί επάνω.

Το οποίο ήταν και αληθές για κανα-δυο ημέρες, οπότε τους απαντούσα με απελπισμένο ύφος πως καλύτερα θα ήταν να ήμουν εκεί επάνω εγώ, και πόσο τραγικό λάθος έκανα που τα μάζεψα και ήρθα εδώ.

Δεν ήθελα να τους το χαλάσω και να τους πω αυτό που ήδη ξέρουν, πως δηλαδή όταν οι φρονιμίτες τους θα έχουν αφήσει εντύπωμα στην π**τσα τους από το συνεχές και δυνατό δάγκωμα λόγω του παρατεταμένου χειμώνα, εγώ θα τραβάω απλωτές χωρίς να με φοβίζει ούτε ο Ερντογάν από απέναντι.

Βάστα Τούρκο να βουτήξω.

Αλλά και στη Χαλκίδα, όπου πέρασα τις άγιες αυτές και γεμάτες κατάνυξη ημέρες, δεν μπορώ να πω πως το καταδιασκέδασα. Έλιωσα στον ύπνο, σε βαθμό που οι γονείς μου παίζει να πίστεψαν πως μάλλον το έχω ρίξει στην πρέζα τώρα στα γεράματα, και καβαλάω τον δράκο στους κινέζικους τεκέδες της Ρόδου.

Εκτός από ένα-δύο βράδια, που του ξέσκισα τον πάτο κυριολεκτικά. Τις εντυπώσεις μου από ένα από αυτά τα βράδια θα σου γράψω εδώ.

Ήταν εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο βαρδάρης, όπως έλεγε και ο ποιητής. Το βρωμόκρυο που έλεγα και πιο πάνω καλά κρατούσε δηλαδή, απλά μάλλον εμείς το είχαμε πλέον συνηθίσει και είχαμε βαρεθεί να το συζητάμε.

Πόσες φορές να πεις τα ίδια και τα ίδια; Είχαμε τα άλλα ίδια και τα ίδια να συζητήσουμε, γιατί εδώ και χρόνια όποτε συζητάω στη Χαλκίδα βρίσκομαι να λέω και να ακούω τα ίδια και τα ίδια.

Αλλάζουν στην καλύτερη περίπτωση τα πρόσωπα, αλλά οι καταστάσεις είναι οι ίδιες. Η γ@μημένη η ημέρα της μαρμότας. Έπρεπε να λέγεται «η ημέρα της Χαλκίδας» η ταινία. Άσε που στην ταινία είχε και το γούστο του να ανακαλύπτεις καινούργια πράγματα κάθε ημέρα και να λήγεις το ματσάκι με διαφορετικό τρόπο κάθε βράδυ.

Τώρα που το καλοσκέφτομαι, η ημέρα της Χαλκίδας είναι τελικά πιο εφιαλτική. Τα πράγματα επαναλαμβάνονται χωρίς να βρίσκει κανείς κάποιο στόχο. Στην ταινία τουλάχιστον, ο Bill Murray σκέφτηκε πως, αφού είμαι εδώ για την αιωνιότητα, τουλάχιστον θα κάνω τα πάντα να το ρίξω το γκομενάκι. Στη Χαλκίδα μου φαίνεται πως τα γκομενάκια είναι μέρος της επανάληψης.

Χάσταγκ μι του και τέτοια, μην μας πούνε και σεξιστικά αρσενικά σωβινιστικά γουρούνια του κώλου οι μιλένιαλ, που χρησιμοποιούμε τον όρο «γκομενάκι».

Φύσαγε ο βαρδάρης λοιπόν, και εμείς το είχαμε ρίξει έξω. Από το πολύ έξω, ρολόι δεν είχαμε κοιτάξει και κάποια στιγμή λέει και ο συνονόματος μπάρμαν «Ρε παιδιά, σπίτι δεν έχετε γ@μώ το σπίτι σας; Άντε να παίρνετε τον πούλο με ανάλαφρα πηδηματάκια, γιατί θα μας βρει το 2035 εδώ μέσα, και θα γυρίσω και θα βρω εγγόνια στο σπίτι αντί για παιδιά.»

Δεν το είπε ακριβώς έτσι δηλαδή, γιατί είναι καλό και ευγενικό παιδί και εμείς είμαστε πιστοί και τακτικοί αλκοολικ… εεε, πελάτες ήθελα να πω, οπότε δεν θα μας μιλούσε ποτέ έτσι. Πάντως αυτό ήταν το νόημα.

Τέλος πάντων, με τα πολλά και με τα λίγα το κόβουμε πέρα με τη σκέψη να πάμε στο άλλο το καλό το μαγαζί, το οποίο βρίσκουμε κλειδαμπαρωμένο. Μεγάλη απογοήτευση, να μην μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ένα μαγαζί πρέπει να κλείνει ήδη από τις έξι παρά τέταρτο το πρωί. Άλλοι σηκώνονται να πάνε στην φάμπρικα και στο χωράφι τέτοια ώρα ρε φίλε, και εσείς κουραστήκατε να βάζετε ποτά;

Ασυγχώρητοι, Πιτσιρίκο μου, τα τεμπελόσκυλα, με τέτοια έλλειψη εργατικότητας πώς να εκτιναχτεί το ελατήριο της οικονομίας; Τον σαμποτάρουν τον αρχηγό, αλλιώς της πoυτάνας θα είχε γίνει από τις ξένες επενδύσεις.

Αυτά σκεφτόμουν την ώρα που ο κολλητός είπε πως τελικά θα καταλήξουμε στην ύστατη λύση: Ένα μέινστριμ καφέ-μπαρ, που τέτοια ώρα θα έπαιζε ελληνικά, άντε στην καλύτερη ποπ.

Επειδή εμείς όμως δεν μασάμε από αντιξοότητες, και η βάρδια μας στο ξενύχτι είναι σκληροπυρηνικά δωδεκάωρη, μπουκάραμε με στυλάκι και ύφος «παιδιά ήρθαμε, ώρα να ανάψει το κέφι».

Το κέφι φυσικά ήταν αναμμένο, σιγά μην μας περίμεναν, καθώς και τα τσιγάρα όλων. Μέχρι και τα τσιγάρα τους είχαν ανάψει τσιγάρο εκεί μέσα. Ενστικτώδης απάντηση της παρέας μου φυσικά, το άναμμα τσιγάρου γιατί όπως είπαμε δεν μασάμε μια.

Ποιος να γράψει κλήση και ποιος να κάνει έλεγχο ξημερώματα, χρονιάρες μέρες, Πιτσιρίκο μου;

Το πρόβλημα όμως δεν ήταν ο καπνός, μια και είχαν προβλέψει και είχαν τεντώσει τον εξαερισμό σε βαθμό που να νομίζεις πως φυσάει περισσότερο μέσα παρά έξω.

Το πρόβλημα ήταν ο ήχος, ή μάλλον ο θόρυβος.

Λοιπόν, αν κάποιος αναγνώστης είναι ή γνωρίζει dj σε ελληνάδικα/γάμους και πανηγύρια – μέρη που έχω συναντήσει το φαινόμενο – ας τους πει τον/την παρακαλώ πολύ πως το γ@μημένο το ποτενσιόμετρο που γράφει “GAIN” δεν έχει την ίδια χρησιμότητα με αυτό που γράφει “VOLUME” και πως, αφού δεν ξέρουν τι ακριβώς κάνει, να πάνε να ρωτήσουν ή να το αφήσουν στην ησυχία του.

Τεζάρουν λοιπόν οι γιδοβοσκοί το προαναφερθέν ποτενσιόμετρο και ο ήχος παραμορφώνεται σε τέτοιο βαθμό που είτε παίζει σκυλάδικο είτε παίζει τραπ, το ένα και το αυτό ακούς. Η κυματομορφή έχει γίνει οδοντωτή σαν πριόνι και απλά γ@μεί πριονίζοντας το νευρικό σύστημα του κόσμου.

Η σκέψη μου κάθε φορά είναι να βάλω καμιά φίλη να την πέσει στον τζομπάνο και εγώ να προσεγγίσω καταδρομικά από την άλλη πλευρά την κονσόλα, να χαμηλώσω την ρύθμιση, να ξηλώσω το ποτενσιόμετρο και να το καταπιώ, και να ολοκληρώσω το έργο μου ρίχνοντας κόλλα ταχείας πήξης στο κενό, ώστε να μην το ξεκαρφώνεις ούτε με υδραυλικό γρύλο.

Τα αυτιά μου υποφέρουν, αράζουμε στην μπάρα και ένας τύπος από την διπλανή παρέα μου ζητά φωτιά. Πιάνω τον πρώτο αναπτήρα που βρίσκεται στην μπάρα για να του ανάψω το τσιγάρο, η κοπέλα που νταραβερίζονται κάνει αγώνα δρόμου να του ανάψει αυτή. Την προλαβαίνω στο φωτοφίνις και της δηλώνω θριαμβευτικά πως μάταια προσπαθεί γιατί απόψε είναι δικός μου ο τύπος.

Γελάνε και οι δύο, καλά να είναι τα παιδιά, κανένα ρίσκο παρεξήγησης. Μπορεί να μην είμαι και η πεμπτουσία της βαρβατίλας αλλά για gay δύσκολα με κάνει και ο άλλος.

Αυτή ήταν μια από τις λίγες φράσεις που κατάφερα να πω/ακούσω σε εκείνο το μαγαζί. Η μπαργούμαν από το στέκι μας, η οποία μας είχε ακολουθήσει σε αυτόν τον ναό της διασκέδασης, παίζει να μου είπε την ιστορία της ζωής της χωρίς να ακούσω στην πραγματικότητα ούτε λέξη. Θα μπορούσε να με βρίζει, να μου την πέφτει, να μου απαγγέλλει ποίηση, το ένα και το αυτό. Απλά κουνούσα το κεφάλι συγκαταβατικά.

Πριόνια…

Γύρω ολόγυρα φυσικά, προς τέρψιν οφθαλμών, ένας σκασμός πιτσιρίκες τέντα στο κέφι/αλκοόλ/τραβηγμένο ντύσιμο και πόζα για σέλφι να πάλλεται στον ρυθμό –πού στο διάολο καταλαβαίναν τον ρυθμό σε εκείνη την ηχορύπανση– της μουσικής.

Ήταν και κλειστά τα σχολεία/σχολές και ήταν στην μεγάλη τους πλειοψηφία στην ηλικία «θα μπορούσες να είσαι και κόρη μου».

Γυρνάω στον κολλητό και του λέω πως στα καλύτερα δεν με πάει, με πάει στα ροκάδικα, στα εναλλακτικά και στα κουλτουριάρικα, και μας τρώει η μιζέρια. Η απάντηση είναι πως τα ίδια του είπε και ο αδερφός μου όταν πήγαν εκεί.

Έχουμε το ίδιο χιούμορ με τον αδερφό μου, ο θεός να το κάνει χιούμορ φυσικά.

Γιατί όμως τα αναφέρω όλα αυτά; Α, για τους εξής λόγους, αρχίζοντας από το τέλος:

Καλό είναι στις ηλικίες που είμαστε οι περισσότεροι (άνω των 40), μια στις τόσες να μπουκάρεις σε κάτι τέτοια κωλοχανεία, και το λέω εγώ που τα απέφευγα ακόμα και στα νιάτα μου σαν τον διάολο το λιβάνι. Καλό είναι γενικά να μην αποφεύγεις εμμονικά την επαφή με τον κόσμο, για να θυμάσαι τις φάτσες που έχεις γύρω στη ζωή και στην καθημερινότητα και που μπορεί να μην έχεις άμεση επαφή μαζί τους, που είναι ένα είδος κομπάρσων στο έργο σου.

Τους παρατηρείς, πέφτουν επάνω σου, σε κοιτάνε και τους κοιτάς ή σε αγνοούν και τους αγνοείς. Αλλά με κάποιο τρόπο, γίνονται πιο ανθρώπινοι στα μάτια σου και πιο πραγματικοί.

Αν τους αποφεύγεις, με τον καιρό μετατρέπονται μέσα στο μυαλό σε καρικατούρες που χάνουν τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους και μετά από λίγο η αίσθηση που δημιουργείται είναι πως το μόνο που αξίζουν είναι η περιφρόνησή σου.

Αργά αλλά σταθερά αναπτύσσεται και η έλλειψη ανοχής στην ανθρώπινη παρουσία, και η δυσανεξία αυτή ανατροφοδοτείται και επιδεινώνεται όσο αποφεύγει κανείς το διαφορετικό. Φτάνει στο σημείο να ανέχεται ο ένας τον άλλο μόνο όταν οι απόψεις και το στυλ ταυτίζονται απόλυτα, και μερικές φορές ακόμα και τότε με το ζόρι.

Δε γ@μιέται, ρίξε και ένα λίκνισμα ακόμα και αν δεν καταλαβαίνεις καν αν παίζει Τερλέγκα ή Sin Boy ο γιδοβοσκός με την βαθύτατη άγνοια περί ήχου. Κούνα λίγο το γερασμένο και κοιμισμένο σου κορμί, έτσι για την αλητεία, και ας ξυπνήσει λίγο η σεξoυαλικότητά σου. Δεν πειράζει, μη σε τρομάζει. Το πιθανότερο είναι πως αύριο θα ξαναπάει για ύπνο, αλλά και αν δεν πάει μια ζωή την έχουμε. Όποιον/α βρεθεί στο διάβα σου καν’ τον/την παπά, και θάψε πέντε-έξι όσο προλαβαίνεις.

Όσο για την «ημέρα της Χαλκίδας», δεν νομίζω πως είναι το πρόβλημα του τόπου αλλά το πρόβλημα των ανθρώπων. Στην «ημέρα της μαρμότας» ο Bill Murray βάζοντας έναν στόχο ανακαλύπτει τελικά πώς είναι το να ζεις. Στην πραγματικότητα σταματάει να ζει την ίδια ημέρα και μαθαίνει συνεχώς καινούργια πράγματα μόνο όταν αρχίζει να ζει την ίδια ημέρα.

Σπίτι, δουλειά, καφές, αθλητικά, πολιτικά, μίρλα, σειρές, κοινωνικά δίκτυα, ό,τι άλλο να σκεφτείς. Ο περισσότερος κόσμος ζει την ίδια ημέρα ξανά και ξανά, χωρίς να έχει έναν στόχο που θα τον βάλει σε ένα ταξίδι να ανακαλύψει τις ομορφιές της ζωής.

Μέχρι να καταλάβουμε τι έγινε, χτυπά η πόρτα και μας περιμένει ο βαρκάρης να μας περάσει απέναντι. Όχι βέβαια πως παίζει κανέναν ρόλο τότε το τι έχεις κάνει ή όχι.

Παίζει όμως πριν.

Την αγάπη μου λοιπόν από την υπέροχη Ρόδο

Βασίλης

Υ.Γ.1 Επειδή το έκλεισα και βαθυστόχαστα -τόσο είναι πλέον το βάθος των στοχασμών μου, σε όποιον φαίνεται ρηχό να διαβάσει Γιαλομ-, να γράψω και ένα χουνέρι που έπαθα να γελάσετε με τα χάλια μου. Παραμονές πρωτοχρονιάς θέλω να ανέβω στα πεθερικά, καθώς ο κουνιάδος είναι συνονόματος και το γιορτάζουμε συνήθως μαζί. Με κάνει χρυσό ο πατέρας μου να πάω με το αυτοκίνητο –γιατρός άνθρωπος θα πάω με τα μέσα;- αλλά εγώ με την οικολογική μου συνείδηση ενισχυμένη από τους άθλους της συμπατριώτισσάς μου της Γκρέτας της Τούνμπερι -π@π@ρια, βαριέμαι την οδήγηση και μεταξύ βενζίνης και διοδίων κοστίζει γ@μησιάτικα, αλλά από την άλλη μάθατε πώς προφέρεται το επώνυμό της Γκρέτα στα σουηδικά- αρνούμαι και επιλέγω τρένο γιατί με βολεύει. Έχει τρένο στην Οινόη λοιπόν, στην οποία συνήθως με πάει κάποιος με αυτοκίνητο, αλλά επειδή ο καιρός λέει για ακραία φαινόμενα λέω να πάρω το τρένο για Αθήνα και να κατέβω Οινόη. Το συγκεκριμένο τρένο έχω να το πάρω κάτι παραπάνω από είκοσι χρόνια, κάποτε ήξερα τις στάσεις απ΄ έξω και ανακατωτά. Αράζω λοιπόν, προσπαθώ να έχω το νου μου αλλά ξαφνικά, εκεί που επιβραδύνει σε μια στάση ακούω «επόμενη στάση Δήλεσι». Σηκώνομαι πανικόβλητος, λέω μ@λάκα μου θα πας Αθήνα όπως πας, την έχασες τη στάση, πριν ήταν η Οινόη και αφαιρέθηκες; Κοιτάω την πινακίδα πάνω από την πόρτα, έχουν πάρει τα βαγόνια από τον προαστιακό και γράφει Μέγαρο Μουσικής, Κινέτα και Αεροδρόμιο. Τι Αεροδρόμιο σκέφτομαι, και όπως ανοίγει η πόρτα λέω «όρμα έξω και πάρε ταξί». Ορμάω λοιπόν, και βρίσκομαι σε μια στάση στην μέση των αγρών. Ούτε σταθμός, ούτε ταξί, με το ζόρι σήμα στο τηλέφωνο. Ανταπόκριση σε 20΄ στην Οινόη, τον ήπιαμε. Οι μπάρες κατεβασμένες στην φυλασσόμενη διάβαση, πλησιάζω τα αυτοκίνητα να ρωτήσω τι παίζει στα πέριξ. Οι τύποι νομίζουν πως είμαι ωτοστοπατζής και μετακινούνται μπροστά. Τους βλέπω μάλιστα να περνάνε τις κατεβασμένες ακόμα μπάρες αγνοώντας και τα ηχητικά προειδοποιητικά. Αν ήμουν κακός άνθρωπος θα ευχόμουν να έρθει άλλο ένα τρένο και να τους σμπαραλιάσει αλλά δεν είμαι βλέπεις. Βέβαια θα μπορούσα να δικαιολογηθώ μετά στη γυναίκα μου, πως και καλά ήμουν στο τρένο που συγκρούστηκε για αυτό έχασα την ανταπόκριση. Αλλά σώθηκα από θαύμα! Όμως μέσα στην γκαντεμιά (την χαζομάρα μου δηλαδή), έχει συμβεί το εξής: Οι μπάρες μένουν κατεβασμένες από βλάβη και σκάει μετά από 2 λεπτά το βανάκι με το συνεργείο του ΟΣΕ για να τις φτιάξει. Οι ευγενέστατοι κύριοι, αφού τους εξηγώ τη δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκα, καταλαβαίνουν τι σόι μ@λάκας είμαι και σου λέει μέρες που είναι ας κάνουμε το καλό και ας το ρίξουμε στο γιαλό. Με πάνε Οινόη. Σώζομαι στο 90’ και παίρνω το τρένο κύριος. Ξεφτίλα…

Υ.Γ.2 Η δουλειά του ψυχίατρου είναι λίγο περίεργη. Όπως σε κάθε δουλειά που έχει ανθρώπινη επαφή, ανεξάρτητα από την προσωπική χημεία με τον πελάτη/ασθενή/θεραπευόμενο, οφείλει να είναι κανείς επαγγελματίας. Στον ρόλο του ψυχίατρου καλό είναι ο ασθενής να μην γνωρίζει σχεδόν τίποτα για τη ζωή σου, ώστε να μπορείς και εσύ και αυτός/ή να αισθάνεται άνετα και η σχέση να παραμένει επαγγελματική. Στην περίπτωση πολλών ασθενών που με εμπιστεύθηκαν μέσω του blog υπάρχει μια ιδιομορφία: Ξέρουν ίσως περισσότερα αυτοί για εμένα παρά εγώ για αυτούς. Παρά το γεγονός αυτό – ή ίσως εξ αιτίας του – με εμπιστεύθηκαν και τους ευχαριστώ για αυτό. Από κάποιους παίρνω τα ίδια και ίσως περισσότερα από αυτά που τους δίνω, αλλά δεν τους λέω ποιοι είναι γιατί θα σταματήσουν να με πληρώνουν και θα πέσω έξω, θα φτωχύνω και θα ξαναμεταναστεύσω στη Σουηδία. Το έναυσμα για το κείμενο προήλθε από μια τέτοια συνεδρία ψυχοθεραπείας (και γ@μώ τις ψυχοθεραπείες που κάνω, ε; )

Υ.Γ.3 Σε κάποια σειρά ή ταινία που έβλεπα πρόσφατα – έβλεπε η γυναίκα μου, εγώ ήμουν απλά αραχτός για παρέα – τέθηκε το ερώτημα αν έπρεπε να βλέπεις μόνο μια ταινία για το υπόλοιπο της ζωής σου, ποια θα διάλεγες. Φυσικά θα διάλεγα την “ημέρα της μαρμότας”, η επανάληψη της επανάληψης της επανάληψης.

(Γεια σου Βασίλη άρχοντα! Βασίλη, δεν με χαλάει η επανάληψη. Οι μεταλλαγμένοι άνθρωποι με χαλάνε. Και όσους και να γνωρίσεις, δεν αλλάζει τίποτα. Χαμένος χρόνος. Οι άνθρωποι είναι ωραίοι το καλοκαίρι στα νησιά, όταν είναι χαλαροί, διαθέσιμοι και δεν παίρνουν τους εαυτούς τους πολύ στα σοβαρά. Πόσο στα σοβαρά να πάρεις τον εαυτό σου όταν είσαι με το μαγιό και ξυπόλητος όλη μέρα. Το πρόβλημα στις πόλεις είναι πως όλοι ψάχνουν για κοινό αλλά κανείς δεν θέλει να είναι ακροατής. Δηλαδή είναι όλοι του …γιατρού. Για να δουλέψεις κι εσύ. Να εισαι καλά, Βασίλη. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.