Μπλόκο στη Δημοκρατίας

(Γεια σου, πιτσιρίκο)
Στο τρίτο γύρισμα η μίζα σπινθήρισε και το αυτοκίνητο πήρε μπροστά. Ο άγνωστος κούμπωσε τη ζώνη, όπως κι η γυναίκα του, στη θέση του συνοδηγού. Στον καθρέφτη, άλλη μια γυναίκα στο πίσω κάθισμα, φόρεσε τρομοκρατημένη τη μάσκα της.

Άναψε τους προβολείς και ξεχύθηκαν στην άσφαλτο. Κόντευαν μεσάνυχτα. Ήξεραν κι οι τρεις τι τους περίμενε, αν έπεφταν σε κάποιο μπλόκο. Οι μπάτσοι τους κυνηγούσαν εδώ και καιρό. Αυτούς, ή άλλους σαν αυτούς. Εγκληματίες και παρανόμους της στιγμής, της ώρας, της εποχής.

Ο νόμος ήταν ξεκάθαρος. Κάπως αντισυνταγματικός, ελαφρώς παράλογος, ωστόσο ξεκάθαρος, και μόλις τον είχαν παραβεί. Ο οδηγός είδε από μακριά τον φάρο να αναβοσβήνει, κι έστριψε απότομα το τιμόνι.

Το στενό που είχαν χωθεί θα τους έβγαζε από τον δρόμο τους, αλλά θα ήταν για λίγο ασφαλείς. Ευτυχώς, ήξερε την περιοχή. Μόλις βγήκαν στον παράλληλο της εθνικής, ο οδηγός πάτησε κι άλλο το γκάζι.

Αναλογίστηκε την κατάστασή τους. Πώς είχαν καταλήξει έτσι τα πράγματα. Σημάδια των καιρών.

Χτύπησε το κινητό. Η γυναίκα στο πίσω κάθισμα αντάλλαξε δυο κουβέντες όλες κι όλες και το έκλεισε. «Έχει μπλόκο στη Δημοκρατίας», τους είπε, και φόρεσε ξανά τη μάσκα της, βουλιάζοντας χαμηλά στο κάθισμα.

«Ψάξε στο ντουλαπάκι», είπε ο οδηγός στη γυναίκα του, κοιτάζοντας νευρικά τον καθρέφτη. «Πρέπει να ‘χω αφήσει μερικές για ώρα ανάγκης».

Εκείνη αφού έψαξε για λίγο, βρήκε δυο παλιές βρώμικες μάσκες. «Είσαι σίγουρος;» του είπε.

«Δεν μπορούμε να το ρισκάρουμε τέτοια ώρα», απάντησε αυτός.

Τη στιγμή που περνούσαν κάτω από το γεφυράκι της εθνικής, το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. «Μπλόκα στην Εθνικής Αντιστάσεως και στην πλατεία Ελευθερίας», τους ενημέρωσε η γυναίκα στο πίσω κάθισμα».

«Σκατά!», είπε ο οδηγός και χώθηκε σε ένα ακόμα στενό. Έκοψε ταχύτητα και σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. «Καλύτερα να χωριστούμε».

«Δεν μένω μακριά από δω», είπε η γυναίκα στο πίσω κάθισμα. «Θα πάω με τα πόδια».

«Είσαι σίγουρη;» είπε ο οδηγός.

«Ναι. Αν είστε δύο στο αυτοκίνητο μπορεί να μη σας σταματήσουν, κι εγώ θα πω ότι ψάχνω φαρμακείο».

«Θα πάρεις και την τσάντα ή να την κρατήσουμε εμείς;» είπε η γυναίκα του.

«Θα την πάρω μωρέ, σιγά τώρα».

Αφού ευχήθηκαν για μια καλή νύχτα, η φίλη τους βγήκε από το αυτοκίνητο και πήρε με τα πόδια τον δρόμο για το σπίτι της. Ο άντρας και η γυναίκα αντάλλαξαν ανήσυχα βλέμματα, γεμάτοι φόβο και αβεβαιότητα. Συλλογίζονταν κι οι δυο, αν θα ήταν καλύτερα να μην είχαν βγει καθόλου από το σπίτι εκείνη τη μέρα.

«Πάμε;» είπε εκείνη τελικά και κοίταξε έξω από το παράθυρο για να κρύψει τα συναισθήματά της.

Η μηχανή μούγκρισε και οι προβολείς φώτισαν ξανά τον έρημο δρόμο. Σε λίγο θα ήταν σπίτι, κι αύριο θα ξημέρωνε μια καινούρια μέρα.

Η γυναίκα βάδιζε γοργά με τη σακούλα στο χέρι. Ο ήχος του μηνύματος στο κινητό τράβηξε την προσοχή της. «Μπλόκο στη Δικαιοσύνης».

«Όχι, ρε γαμώτο», είπε και στράφηκε προς την ανατολική μεριά της πόλης.

Παράτησε τη σακούλα στο πεζοδρόμιο και έψαξε τις κλήσεις στο κινητό. «Σκατά, σκατά, σκατά, γαμώτο». Κανείς τους δεν σήκωνε το τηλέφωνο.

Η πλατεία θύμιζε εγκαταλελειμμένο χωριό. Παντού σκοτάδι κι ερημιά. Μονάχα ο φάρος του περιπολικού φώτιζε με γαλανόλευκες ριπές τον δρόμο. Ο οδηγός κοίταξε την γυναίκα του, τη στιγμή που ο αστυνομικός του χτυπούσε το τζαμί.

«Είμαι έγκυος και με έχουν πιάσει πόνοι στην κοιλιά», του ψιθύρισε. Εκείνος της χαμογέλασε πίσω από τη μάσκα.

«Η γυναίκα μου είναι έγκυος», φώναξε καθώς χαμήλωνε το παράθυρο. «Πονάει και πρέπει να πάμε στον γιατρό το συντομότερο».

«Εντάξει. Δείξτε μου τις ταυτότητες σας και τα απαραίτητα έγγραφα».

Σε ένα άλλο μπλόκο στην οδό Μεσολογγίου, κοντά στο κέντρο της πόλης, δυο αστυνομικοί κουβέντιαζαν νυσταγμένοι. Η απαγόρευση της κυκλοφορίας έμπαινε σε ισχύ με το πού έπεφτε το σκοτάδι, και εδώ και λίγες ώρες δεν κυκλοφορούσε ψυχή.

Ξαφνικά, μια γυναίκα φάνηκε στη στροφή. Όταν τους είδε κοντοστάθηκε σαστισμένη.
«Τώρα θα σπάσουμε πλάκα», είπε ο ένας και της αναβόσβησε το φακό που κρατούσε. Η γυναίκα προσποιήθηκε πως δεν τους είχε δει και συνέχισε την πορεία της με σκυμμένο το κεφάλι. Αν κατάφερνε μόνο να φτάσει ως το επόμενο τετράγωνο.

«Μα τι κάνει η μαλακισμέvη ρε, είναι σοβαρή;» είπε ο άλλος αστυνομικός.

«Αστυνομία!» φώναξε ο άλλος. «Ακίνητη!», είπε και τράβηξε το όπλο του.
«Μείνε εκεί που είσαι!».
«Αστυνομία!».

Ο φριχτός ήχος των πυροβολισμών τάραξε τη σιγαλιά της νύχτας. Μερικά φώτα άναψαν στις γύρω πολυκατοικίες κι ο κόσμος άρχισε να βγαίνει στα μπαλκόνια.

Ο αστυνομικός στάθηκε πλάι στην άψυχη γυναίκα και η κάνη του όπλου κάπνιζε ακόμα. Με την αρβύλα κλότσησε τη σακούλα στο πλάι.

«Τι έχει μες στη σακούλα;» ακούστηκε η φωνή του άλλου από πίσω.

«Πατατάκια. Επιτραπέζια παιχνίδια, και πατατάκια».

Νίκος Σ.

Ηράκλειο Κρήτης

Υ.Γ. Αδέρφι πιτσιρίκο και λοιπά αδέρφια, καλή λευτεριά.

(Αγαπητέ φίλε, ήρθαν οι πρώτοι Γερμανοί τουρίστες στην Κρήτη, οπότε τα περιοριστικά μέτρα θα πάνε στον διάολο. Θα μπορούσε η κυβέρνηση να συνεχίσει τα μέτρα μόνο για Έλληνες αλλά έρχονται εκλογές. Να είστε καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.