Η σιωπή των αμνών

Φίλε μου Πιτσιρίκο,
Καιρό έχουμε να τα πούμε. Όπως και καιρό είχα να κάτσω και να γράψω κάτι τον τελευταίο καιρό. Αλλά είναι δύσκολο να μείνω για πολύ μακριά από το γράψιμο, και καμιά φορά οι λέξεις απαιτούν να πάρουν σάρκα και οστά, να μπουν σε προτάσεις, και να διαβαστούν.

Σκεφτόμουν, που λες, Πιτσιρίκο, ότι μια από τις πιο μη-αναστρέψιμες επιλογές στην ανθρώπινη Ιστορία, έγινε από έναν και μόνο άνθρωπο, και επισημοποιήθηκε σε ένα χειρόγραφο σημείωμα στο κενό μιας σελίδας. Σε εκείνο το σημείωμα, ο Αμερικανός Πρόεδρος Χάρι Τρούμαν εξουσιοδότησε την ρίψη της πρώτης ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα. Το σημείωμα έγραφε το εξής: “ρίξτε την μόλις είστε έτοιμοι”.

Η πρώτη ρίψη ατομικής βόμβας στην Ιστορία, και μάλιστα εναντίον άμαχου πληθυσμού, δεν κρίθηκε άξια ούτε για μια συνεδρίαση του Κογκρέσου. Όλα συνέβησαν στη σιωπή των θεσμών και, ακόμη σημαντικότερα, στη σιωπή των ανίδεων αμερικανών πολιτών. Το μόνο δημοκρατικό φίλτρο απέναντι σε ένα από τα χειρότερα εγκλήματα στην ανθρώπινη Ιστορία, ήταν απλώς η προσωπική συνείδηση του προέδρου εκείνη τη στιγμή.

Εκ πρώτης όψεως, αυτό μπορεί να φαντάζει ως μια σύγχρονη αποτυχία της δημοκρατίας, ένα σύμπτωμα των θεσμών που έχουν απομακρυνθεί από την λαϊκή βούληση και κυβερνούν χωρίς καμία λογοδοσία. Όμως το θέμα πάει βαθύτερα από αυτό. Η ιδέα ότι οι ηγέτες μπορούν να αποφασίζουν για τον πόλεμο χωρίς να συμβουλεύονται εκείνους που θα υποστούν το κόστος του, είναι πολύ παλαιότερη από τη δημοκρατία. Απορρέει από μια ηθική κληρονομιά που σμίλεψε την πολιτική εξουσία για αιώνες, διδάσκοντας στους ηγεμόνες να παρουσιάζουν τη βία ως καθήκον, και την υπακοή ως αρετή. Ένας τρόπος δικαιολόγησης της βίας της εξουσίας, διατηρώντας ταυτόχρονα την εξουσία ως προνόμιο των ελίτ.

Προτού γίνει πολιτικό ζήτημα, ο πόλεμος κατέστη νοητός στους ανθρώπους μέσα από μύθους και ιστορίες που προσπαθούσαν να τον παρουσιάσουν ως δίκαιο, και ηρωικό. Οι Σταυροφόροι πήγαιναν να “απελευθερώσουν” τους ιερούς τους τόπους, και οι κονκισταδόροι να “εκπολιτίσουν” τους άγριους πληθυσμούς του κόσμου. Είχε σημασία ο σκοπός, όπως και το αφήγημα που τον δικαιολογεί.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όμως, το αφήγημα άλλαξε. Ένας πόλεμος θα μπορούσε να είναι πλέον αποδεκτός μόνο εάν αποκαθιστούσε την ειρήνη, τιμωρούσε την αδικία ή υπερασπιζόταν τους αδύναμους και τους καταπιεσμένους (εκτός κι αν ήσουν Παλαιστίνιος, ή κομμουνιστής). Ο πόλεμος πρεπε να καθοδηγείται από κάποια επείγουσα ανάγκη εξωτερικής παρέμβασης, όχι από προσωπική φιλοδοξία, και να μετριάζεται από έλεος, ακόμα και απέναντι στους ηττημένους. Από αυτή την ηθική εξισορρόπηση άρχισαν να βλασταίνουν και οι ρίζες αυτού που μέχρι πρότινος ονομάζαμε ‘δίκαιο του πολέμου’. Το θανατερό δίδαγμα δύο διαδοχικών παγκόσμιων πολέμων, δίδαξε για λίγο στην ανθρωπότητα να διαλέγει καλύτερα τους λόγους, καθώς και το αφήγημα που τους ξεπλένει.

Στις μέρες μας οι ιστορίες και η μυθοπλασία μας σερβίρονται καθημερινά στα νέα των εννιά ως το κυρίαρχο αφήγημα, και σε εικοσιτετράωρη βάση μέσω των κοινωνικών δικτύων. Τα ψέματα που παρουσιάζουν τους πολέμους της Δύσης ως δίκαιους, ή που δικαιολογούν την ατιμωρησία τους, συνεχίζονται με αδιάκοπη ροή, εκπαιδεύοντας τους αλγορίθμους που εκπαιδεύουν εμάς. Γι’ αυτό και ξοδεύονται δισεκατομμύρια για την κατασκευή πολιτικής συναίνεσης μέσω της μιντιακής προπαγάνδας. Αν η συναίνεση δεν ήταν απαραίτητη, ο μηχανισμός αυτός θα ήταν αχρείαστος.

Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός, ότι, αυτές οι ιδέες περί δικαιολόγησης ενός πολέμου δεν γεννήθηκαν σε δημοκρατίες. Προήλθαν από μοναρχίες, βασιλείς και αυτοκράτορες, και υπό τη σκιά του “θεϊκού δικαιώματος” τους, ώστε να πείθουν τον απλό λαό να σκοτώνει και να πεθαίνει γι’αυτούς. Ενώ ο πόλεμος μπορεί να είναι τόσο παλιός όσο η ανθρωπότητα, η δημοκρατία όμως δεν είναι, και αυτή η διαφορά επαναπροσδιορίζει σήμερα τα ερωτήματα που οι πολίτες οφείλουν να θέσουν στους εαυτούς τους. Τι συμβαίνει, όταν η σοβαρότερη των πολιτικών πράξεων —η απόφαση να αφαιρεθεί ζωή— λαμβάνεται χωρίς τη συγκατάθεση των πολιτών;

Οι ηγέτες αντιμετωπίζουν τη σιωπή των πολιτών —η οποία και επιβάλλεται δομικά μέσω της καταστολής—, ως σιωπηρή συναίνεση, μετατρέποντας έτσι την απουσία έκφρασης γνώμης σε αποδοχή. Σε αυτό το σημείο η δημοκρατία διατηρείται μόνο κατ’ όνομα —και κατά φαντασία—, αφού χάνει πλήρως οποιοδήποτε νόημά της.

Σήμερα, έχουμε κληρονομήσει εκλεπτυσμένες συζητήσεις για το τι καθιστά έναν πόλεμο δίκαιο, αν υπάρχει δίκαιη αιτία, όπως η αυτοάμυνα, ή η απελευθέρωση από την καταπίεση, και αν ο πόλεμος διεξάγεται με τη σωστή πρόθεση και τα κατάλληλα μέσα. Η κληρονομιά αυτή πλέον βρίσκεται κάτω από τα συντρίμμια της Γάζας, ανάμεσα σε διαμελισμένα παιδικά κορμιά. Αλλά ασχέτως ουσίας και βαθμού υποκρισίας, υπάρχει κάτι που παραμένει μονίμως ανεξέταστο, και δεν τίθεται ποτέ στον διάλογο: η εξουσία της απόφασης.

Για αιώνες, το ηθικό βάρος της βαρβαρότητας του πολέμου το έφεραν οι ηγεμόνες. Όμως, σε μια δημοκρατία, οφείλει να το φέρει ο λαός. Αυτή η ηθική παράβλεψη έχει παγιωθεί πλέον σε πολιτική συνήθεια. Φταίει ο πρόεδρος, φταίει το κόμμα, φταίει ο δικτάτορας, αλλά ποτέ ο λαός. Βλέπεις, αυτό που υποψιάζομαι σοβαρά ότι αποτυγχάνει σήμερα, δεν είναι μόνο ο διεθνές δίκαιο, αλλά και το ίδιο το πολίτευμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Μια δομή εξουσίας που έμαθε να δικαιολογεί τον πόλεμο και τα εγκλήματα πολέμου, χωρίς να μάθει ποτέ πώς να μοιράζεται την εξουσία της επιλογής με τους ανθρώπους που καλούνται να πληρώσουν γι’ αυτόν, και να πεθάνουν γι’ αυτόν.

Αυτή η αποτυχία δεν είναι τυχαία. Είναι ενσωματωμένη στον τρόπο με τον οποίο η αντιπροσωπευτική δημοκρατία οργάνωσε την κρατική εξουσία, και τον τρόπο που ο καπιταλισμός επιβάλλει την ταξική διαστρωμάτωση στα εντός της. Τα σύγχρονα αντιπροσωπευτικά συστήματα αντικατέστησαν το “θεϊκό δικαίωμα” του μονάρχη με την ψήφο του πολίτη για την εκλογή αντιπροσώπων, αλλά εντός ενός άνισου καπιταλιστικού συστήματος διατήρησαν την ίδια λογική απόστασης μεταξύ εκείνων που αποφασίζουν, και εκείνων που υπακούουν.

Η λίστα των αντιπροσώπων προς εκλογή δεν καθορίζεται από το ποιόν του υποψηφίου και την πολιτική του δράση, αλλά από κομματικούς ανταγωνισμούς και προσωπικές χάρες. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, υπό αυτή την έννοια, είναι ταυτόχρονα μια δημοκρατική νίκη, αλλά και ένα ταξικό φίλτρο της εξουσίας. Είναι αυτό που καθιστά την όποια δημοκρατία εφικτή στις σύγχρονες κοινωνίες μετά την πτώση των μοναρχιών, αλλά είναι επίσης και αυτό που εισάγει μια αναπόφευκτη απόσταση μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Οι εκλογές δεν είναι καθρέφτες της κοινωνίας γιατί δεν γίνονται ποτέ σε πραγματικές δημοκρατίες, γι’ αυτό και ποτέ δεν θα αντικατοπτρίσουν την αλήθεια της λαϊκής βούλησης. Και έτσι, η δημοκρατία εντός του καπιταλισμού πάντα θα παραμένει ανεκπλήρωτη.

Η υλική ισχύς μπορεί πάντα να επικρατήσει της ηθικής. Είναι η νίκη του φασίστα. Η νίκη του όπλου έναντι της πένας. Η υλική ισχύς μπορεί να καταστρέψει ακόμη και τον πιο εκλεπτυσμένο πολιτισμό, εάν αυτός δεν γνωρίζει πώς να αμυνθεί με τα κατάλληλα μέσα απέναντι στις επιθέσεις της βαρβαρότητας και της παράλογης βίας της εξουσίας. Οποιοδήποτε άγριο θηρίο μπορεί να κατασπαράξει έναν άνθρωπο, ακόμα κι αν είναι μια ιδιοφυΐα, ένας Αϊνστάιν ή ένας Λεονάρδο ντα Βίντσι, αν αυτός είναι αρκετά αφελής ώστε να πιστεύει ότι μπορεί να χαλιναγωγήσει το θηρίο υποδεικνύοντάς του μια επιστημονική ανακάλυψη, ή ένα έργο τέχνης.

Όμως η βαρβαρότητα σπάνια θριαμβεύει οριστικά. Και σε κάθε περίπτωση, οι επιτυχίες της ιστορικά δεν υπήρξαν ποτέ καθολικές και διαρκείς. Αν οι άνθρωποι αναγνωρίσουν τον πόλεμο γι’ αυτό που πραγματικά είναι, και, ακόμα κι αν αδυνατούν να τον ξεριζώσουν, αποστραφούν από αυτόν ως κάτι βλοσυρό και αποτρόπαιο, τότε οι πολεμοκάπηλοι δεν θα έχουν πουθενά να στηριχθούν. Ο φασισμός, ο οποίος συνθέτει όλη την αντίδραση και ζωντανεύει όλη την υποβόσκουσα αταβιστική αγριότητα του ανθρώπου, νικά σήμερα επειδή είχε την οικονομική στήριξη των πλούσιων ελίτ και την υλική βοήθεια διαφόρων κυβερνήσεων που ήθελαν να τον χρησιμοποιήσουν ενάντια στην απειλή της δυσαρέσκειας των δικών τους λαών. Νικά, επειδή βρήκε απέναντί του μια κουρασμένη μάζα, απογοητευμένους ψηφοφόρους και αβοήθητους εργαζόμενους μετά από πενήντα χρόνια κοινοβουλευτικής προπαγάνδας, ιδιωτείας, και νεοφιλελεύθερης λαίλαπας των αγορών. Κυρίως, όμως, νικά επειδή η βία και τα εγκλήματά του προκάλεσαν το μίσος και το πνεύμα εκδίκησης των “προσβεβλημένων” μειοψηφούντων, δεν φαίνεται να αφύπνισε παράλληλα εκείνη τη γενική κατακραυγή της των πλειοψηφούντων, την ηθική αγανάκτηση, τον ηθικό τρόμο που πιστεύαμε ότι θα έπρεπε να αναδύεται αυθόρμητα σε κάθε ευγενή ψυχή όταν τέτοιες σοβαρές αδικίες παραμένουν ατιμώρητες από τις κυβερνήσεις τους.

Έχουν υπάρξει πολλές επαναστάσεις στην ανθρώπινη Ιστορία. Υπήρξαν βιομηχανικές επαναστάσεις, τεχνολογικές επαναστάσεις, κοινωνικές επαναστάσεις. Αλλά δεν υπήρξε ποτέ μια ηθική επανάσταση. Και δυστυχώς, δεν θα υπάρξει ανακατάληψη του κράτους από τους φασίστες και την εκτελεστική τάξη, αν δεν υπάρξει μια ηθική εξέγερση. Ο πόλεμος δεν είναι μόνο η απειλή της γενικευμένης βίας. Είναι η κατάρρευση της ηθικής και πολιτικής τάξης εντός της κοινωνίας: μια στιγμή όπου οι κανόνες της συνύπαρξης διαλύονται, οι νόμοι διαστρεβλώνονται σε κάτι άλλο, και η ανθρώπινη ζωή χάνει παντελώς την αξία της.

Στον σύγχρονο πόλεμο, οι συγκρούσεις σπάνια διεξάγονται άμεσα από την ίδια την κοινωνία των πολιτών. Διεξάγονται από στρατούς επαγγελματιών στρατιωτών, εθελοντών, παρακρατικών στρατών, και μη-επανδρωμένων αυτόνομων μηχανών. Όλα αυτά όμως χρηματοδοτούνται από την κοινωνία των πολιτών μέσω της φορολογίας, και το χρήμα φέρει το δικό του ηθικό βάρος. Η απόφαση δεν λαμβάνεται στο πεδίο της μάχης, αλλά εντός θεσμών που ισχυρίζονται ότι μιλούν εξ’ ονόματος του λαού, αποφεύγοντας ταυτόχρονα να ακούσουν τη φωνή του. Αυτή η σιωπή είναι επικίνδυνη. Μας δεσμεύει ως πολίτες στις συνέπειες του πολέμου, ενώ μας αρνείται οποιονδήποτε ρόλο στην απόφαση για τη διεξαγωγή του. Όταν η βία ασκείται στο όνομά μας, αλλά χωρίς τη δική μας φωνή, τι είδους δημοκρατία απομένει;

Είναι παράλογο να αντιμετωπίζουμε την απόφαση για κήρυξη πολέμου όπως μια φορολογική μεταρρύθμιση, ένα συγκοινωνιακό πλάνο, ή ένα νομοσχέδιο για την υγεία. Αυτού του είδους οι αποφάσεις είναι αναστρέψιμες, περιορισμένου βεληνεκούς, και υπόκεινται σε λογοδοσία προς τους ψηφοφόρους. Ο πόλεμος δεν μοιάζει με καμία άλλη κυβερνητική πράξη, γιατί μετατρέπει τον πλούτο μιας κοινωνίας σε εργαλεία θανάτου και αποφασίζει ποιες ζωές θα θυσιαστούν γι’ αυτόν. Στα σύγχρονα Δυτικά κράτη αρέσει να πιστεύουν, και να επαναλαμβάνουν, ότι έχουν ξεπεράσει τον πόλεμο μεταξύ τους. Τους αρέσει να αυτοαποκαλούνται “πολιτισμένα”. Και, ως έναν βαθμό, έχει μια αλήθεια, αφού έχουν σταματήσει να πολεμούν πλέον το ένα το άλλο με τους στρατούς τους. Έχουν μάλιστα σχηματίσει ισχυρές συμμαχίες μεταξύ κρατών που κάποτε υπήρξαν θανάσιμοι εχθροί για αιώνες. Η θεωρία της “δημοκρατικής ειρήνης”, ως η ειρήνη μεταξύ “δημοκρατικών” κρατών, φαίνεται να ισχύει. Τουλάχιστον στα χαρτιά.

Ωστόσο, η ειρήνη στο εσωτερικό συχνά συγκαλύπτει τον πόλεμο στο εξωτερικό. Αυτό που έχουν κάνει οι δυτικές “δημοκρατίες” είναι να συνεχίζουν να χρηματοδοτούν μακρινούς πολέμους, να προμηθεύουν με όπλα δικτάτορες και τρομοκρατικές ομάδες και να συντηρούν οικονομικές και πολιτικές συμμαχίες με κράτη που διαπράττουν εγκλήματα πολέμου, ακόμη και γενοκτονία —το ειδεχθέστερο όλων των εγκλημάτων— προκειμένου να τηρήσουν την υπόσχεση τους να μην στρέψουν ποτέ τα όπλα τους το ένα εναντίον του άλλου.

Αυτό που ενώνει αυτά τα κράτη, όμως, είναι η αίσθηση ανωτερότητάς τους. Ο ρατσισμός τους. Η ρατσιστική λευκή Δύση συνεχίζει να πολεμά τους λαούς αυτού του κόσμου χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμη μορφή αποικιοκρατίας, άλλοτε μέσω της ιδιωτικοποίησης των πόρων, άλλοτε μέσω κυρώσεων, άλλοτε μέσω πολέμου, ή μέσω πολέμων δι’ αντιπροσώπων (proxy wars), πραξικοπημάτων και επιχειρήσεων αποσταθεροποίησης. Άλλοτε το κάνει με μνημόνια δανεισμού και εκποίηση της δημόσιας περιουσίας της χώρας που στοχεύει. Αλλά πάντα, με απεριόριστα επίπεδα διαφθοράς. Την ίδια στιγμή, σε αυτές τις διεφθαρμένες κοινωνίες που αυτοαποκαλούνται “ελεύθερες”, χιλιάδες πολίτες σήμερα διαδηλώνουν διαμαρτυρόμενοι για την άρνηση των κυβερνήσεών τους να δράσουν ώστε να σταματήσει η γενοκτονία στη Γάζα και ο πόλεμος στο Ιράν, ενώ ξυλοκοπούνται, φυλακίζονται και διώκονται από τα ίδια “δημοκρατικά” και “ελεύθερα” κράτη που υποστηρίζουν την Ισραηλινή γενοκτονία των Παλαιστινίων, και την εθνοκάθαρση τους από τα εδάφη τους. Τα ίδια κράτη που χρηματοδοτούν τη γενοκτονία, και κερδοσκοπούν οικονομικά από αυτήν, και που βομβαρδίζουν σήμερα σχολεία και νοσοκομεία στο Ιράν και το Λίβανο.

Όμως οι άνθρωποι βρίσκονται ξανά στους δρόμους. Μαζικά. Από το Λονδίνο μέχρι τη Ρώμη, από τη Νέα Υόρκη μέχρι τη Μελβούρνη, από τη Σεούλ μέχρι το Βερολίνο και από την Αθήνα μέχρι το Άμστερνταμ, το μήνυμα είναι το ίδιο: όχι στο όνομά μας. Οι διαμαρτυρίες, φυσικά, δεν είναι κάτι καινούργιο. Τα αντιπολεμικά κινήματα δεν υπήρξαν ποτέ ιδιαίτερα επιτυχημένα, ακόμα κι αν κατάφεραν να ανεβάσουν τον πήχη της ηθικής μας για ένα διάστημα. Αλλά αυτή τη φορά, οι φιλοπαλαιστινιακές και αντιπολεμικές διαδηλώσεις ενάντια στους πολέμους της αμερικανικής αυτοκρατορίας στη Δυτική Ασία, φαίνονται διαφορετικές. Οι διαμαρτυρίες στις ΗΠΑ τις ίδιες, φαίνονται διαφορετικές. Φαίνονται ευρύτερες και ποικιλόμορφες πληθυσμιακά, πιο συντονισμένες, και αξιοσημείωτα επίμονες σε χρόνο και προσπάθεια, ενώ εξαπλώνονται σε όλες τις ηπείρους και φαίνεται διαρκούν πολύ πέρα από μερικούς μήνες. Έχουν περάσει χρόνια, και δεν υποχωρούν.

Αυτό υποδηλώνει ότι κάτι βαθύτερο μετατοπίζεται στην πολιτική συνείδηση των σύγχρονων κοινωνιών, ακόμη και στις γηρασμένες και κουρασμένες ευρωπαϊκές χώρες. Κάτι γενεαλογικό. Μόνο ο χρόνος θα δείξει. Ωστόσο, αυτές οι αντιδράσεις, όσο ισχυρές κι αν είναι, έρχονται όλες κατόπιν εορτής. Προκύπτουν μόνο αφού οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί. Η διαμαρτυρία, στην πραγματικότητα γίνεται η τελευταία διαθέσιμη μορφή επικοινωνίας για τους πολίτες, όταν οι δημοκρατικές φωνές μέσα στον λαό διολισθαίνουν σε μια σιωπηλή υπακοή, και σε μια απολιτίκ αποδοχή της κατάστασης πραγμάτων.

Ενώ όμως η διαμαρτυρία επιτρέπει στους πολίτες να εκφράσουν την άρνησή τους στο εδώ και τώρα, δείχνει επίσης το πόσο λίγος πολιτικός χώρος τους απομένει μέσα στην επίσημη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Επειδή η διαμαρτυρία συμβαίνει πάντα έξω από την αρχιτεκτονική της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, δεν μπορεί από μόνη της να αποκαταστήσει τη λαϊκή συγκατάθεση. Μπορεί να καταγράψει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, αλλά όχι να μεταβάλει τη διαδικασία που την αποκλείει από τις αποφάσεις.

Το ζήτημα δεν είναι απλώς να πούμε ότι οι πολίτες πρέπει να κυβερνούν μόνοι τους. Αν και καλά θα ήταν. Αλλά ότι η λαϊκή κυριαρχία δεν ζει μόνο στην κάλπη. Ζει στην ικανότητα να καλείται κανείς σε δράση, όταν η Ιστορία χτυπά την πόρτα.

Η Ιστορία σήμερα μας χτυπά την πόρτα. Και κάθε μέρα.

Τελικά, ίσως η παρωχημένη αντίληψη ότι “η σιωπή σημαίνει αποδοχή” δεν είναι κάτι που οι πολίτες πρέπει να υπομένουν ή να αποδεχτούν ως ιστορική αλήθεια, αλλά κάτι που πρέπει να ξεπεράσουν και να υπερβούν. Κάθε κοινωνία βιώνει στιγμές που πρέπει να βρει τη φωνή της και να διεκδικήσει ξανά τον σκοπό της, που βρίσκεται στο ίδιο το όνομα του πολιτεύματος: δημο-κρατία. Η εξουσία του δήμου, του λαού. Είναι δημοκρατικό καθήκον να μιλάς ανοιχτά, με όποια μορφή κι αν επιλέξεις, όταν η σιωπή πια έχει γίνει πιο βολική από την αλήθεια. Ο πόλεμος είναι ένα από εκείνα τα ζητήματα που το απαιτούν, από όλους μας. Η υπεράσπιση της δημοκρατίας σε περιόδους πολέμου σημαίνει, λοιπόν, την άρνηση να επιτρέψουμε να χρησιμοποιείται το όνομά μας χωρίς να αφήσουμε τη φωνή μας να ακουστεί.

Δεν θα έπρεπε να είναι εύκολο γι’ αυτούς.

Και πάνω απ’ όλα, σημαίνει να αναρωτηθούμε αν η σιωπή που μας προστατεύει σήμερα από τη δίωξη από το ίδιο μας το κράτος, μπορεί τελικά να οδηγήσει στην πλήρη εξάλειψη της ελευθερίας που ελπίζουμε να διατηρήσουμε, παραμένοντας σιωπηλοί.

Στη σιωπή των αμνών.

Έχουμε ξαναβρεθεί εδώ. Στην Ιστορία αρέσει πάντα να επαναλαμβάνει τις ερωτήσεις που παραμένουν αναπάντητες, ή κρυμμένες από την κοινή θέα. Και θα υπάρξει μια στιγμή στο εγγύς μέλλον που θα είναι πια πολύ αργά για να γίνει το οτιδήποτε για όλα αυτά.

Αλλά δεν έχει έρθει ακόμη αυτή η στιγμή.

Από το μακρινό Αμστελόδαμο, πάντα με αγάπη,

Κώστας

(Φίλε Κώστα, αν οι πολίτες το επιθυμούσαν, δεν θα γινόταν κανένας πόλεμος. Θα αρκούσε με το πού ξεκινά ένας πόλεμος να μην πάνε για 2-3 μέρες στη δουλειά τους. Θα ήταν αδύνατον να γίνει πόλεμος. Αλλά δουλειά κάποιων είναι να φτιάχνουν βόμβες και πυραύλους, και δουλειά κάποιων άλλων να ξεκινούν με ένα βομβαρδιστικό από τις ΗΠΑ, να πηγαίνουν στο Ιράν, να βομβαρδίζουν από σχολεία και νοσοκομεία μέχρι στρατώνες, και μετά να επιστρέφουν στα σπίτια τους και να παίζουν με τα παιδιά τους, πιστεύοντας πως δεν έχουν καμία ευθύνη. Και εμείς υπάλληλοι είμαστε. Και εμείς εντολές εκτελούμε. Έτσι έλεγαν και αυτοί που έκαιγαν ανθρώπους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αυτά λένε και οι φονιάδες Ισραηλινοί σήμερα που κάποιοι πρόγονοί τους κάηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δεν πιστεύω στα αντιπολεμικά κινήματα, αυτά είναι γραφικότητες και δικαιολογίες ενοχής. Αν πάρεις τους ανθρώπους έναν-έναν, και τους ρωτήσεις για ποιον δουλεύουν, θα διαπιστώσεις πως κι αυτοί συμμετέχουν στον πόλεμο από μακριά. Η εταιρεία ή η επιχείρηση στην οποία δουλεύουν συμμετέχει με κάποιο τρόπο στον πόλεμο. Κώστα, για να φουντώσει το αντιπολεμικό κίνημα, πρέπει να πολεμούν οι άνθρωποι. Το αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ ήταν πολύ ισχυρό στη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ, επειδή πήγαιναν υποχρεωτικά τα παιδιά των Αμερικανών στον πόλεμο και σκοτώνονταν. Από το 1973, η υποχρεωτική στράτευση καταργήθηκε, ο στρατός στις ΗΠΑ είναι επαγγελματικός και εθελοντικός, και το αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ πήγε στο σπίτι του και έπιασε δουλειά σε πολυεθνικές και βιομηχανίες όπλων. Κώστα, την ανθρώπινη φύση να μελετήσεις. Είσαι στην ιδανική χώρα για να το κάνεις αυτό. Δεν έχω γνωρίσει πιο παρτάκηδες και εγωπαθείς νάρκισσους από τους Ολλανδούς· ούτε πιο τσιγκούνηδες. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.