Μελίνα

Η Μελίνα μπήκε στη ζωή μας πριν από είκοσι χρόνια – τις πρώτες μέρες του Αυγούστου του 1990. Ένα μεσημέρι που έβρεχε ήρθε κι έκατσε δίπλα μου. Δεν αγαπούσα τις γάτες, οπότε της είπα με ύφος: «Τι θέλεις εσύ;». Με αγνόησε εντελώς. Ξάπλωσε δίπλα μου και κοιμήθηκε.



Όταν ξύπνησε, δεν έφυγε – έκοβε βόλτες γύρω μου. Σκέφτηκα πως μπορεί να πεινάει, οπότε της έδωσα λίγο ζαμπόν. Τις επόμενες ημέρες, η Μελίνα βρισκόταν συνέχεια κάπου γύρω μας, χωρίς όμως να το κάνει θέμα. Ερχόταν και έφευγε.

Δυο μήνες αργότερα, ένα βράδυ η Μελίνα ακολούθησε τον αδερφό μου στο σπίτι μας. Η ίδια το επέλεξε. Το πρόβλημα ήταν ότι στο σπίτι μας υπήρχαν τρία σκυλιά, αλλά η Μελίνα δεν έμοιαζε να ενοχλείται. Τα σκυλιά μας κυνηγούσαν όλες τις γάτες εκτός από τη Μελίνα.

Η Μελίνα άρχισε να κοιμάται μαζί μας πάνω στα κρεβάτια μας, μπαινόβγαινε στο σπίτι και τον επόμενο χρόνο γέννησε πάνω στο κρεβάτι των γονιών μου. Της είχαμε στρώσει εφημερίδες πάνω στο κρεβάτι και γέννησε τέσσερα πανέμορφα γατάκια. Όταν μεγάλωσαν λίγο, τα δώσαμε σε φίλους και γνωστούς, και αποφασίσαμε να κάνουμε στείρωση στη Μελίνα.

Ήταν μια πολύ κοινωνική γάτα – πηδούσε στα ξένα μπαλκόνια και στις αυλές, και έπιανε φιλίες με όλους. Την τάιζε και μια γιαγιά εδώ δίπλα – το πήραμε χαμπάρι μετά από πολλά χρόνια.

Με την Μελίνα είχες πάντα την αίσθηση πως κάποια μέρα δεν θα γυρίσει στο σπίτι. Πάντα, όμως, επέστρεφε. Μπορεί να ήταν εξαφανισμένη τρεις ημέρες, αλλά μετά ερχόταν σαν να μην έτρεχε τίποτα. Ήταν φοβερή κυνηγός και δεν ήταν λίγες οι φορές που μας έφερνε πουλάκια στο σπίτι, για να μας δείξει την αξία της – της λέγαμε «μπράβο», της τα παίρναμε από το στόμα και τα αφήναμε ελεύθερα, ενώ η Μελίνα μας κοιτούσε γεμάτη απορία.

Εν τω μεταξύ, στη ζωή μας είχαν μπει ακόμα δυο γάτες. Ο πατέρας μου είχε βρει στη Ζάκυνθο μια γάτα που είχε ένα απαίσιο και μεγάλο σκίσιμο στο πλευρό της, την λυπήθηκε και την μάζεψε. Αυτή ήταν η Νανά. Η Νανά γέννησε μια φορά και ο πατέρας μου κράτησε το πιο μικρό γατάκι – ήταν θηλυκό και το λέγαμε «Νανάκι». Μετά την λέγαμε όλοι «Αγκαλίτσα», γιατί ήταν πάντα στην αγκαλιά του πατέρα μου.

Η Νανά και η Αγκαλίτσα έμειναν αναγκαστικά μόνες τους στη Ζάκυνθο το 2004 και η Νανά είχε ένα πολύ άσχημο τέλος. Η Αγκαλίτσα επιβίωσε, περιμένοντας, μάταια, τον πατέρα μου να γυρίσει.

Ξαφνικά, το 2004 βρεθήκαμε με δυο γάτες και κανένα σκύλο. Η μητέρα μου χάρισε τα σκυλιά του πατέρα μου στους φίλους του στη Ζάκυνθο. Είναι πολύ περίεργο πως, ενώ για πολλά χρόνια λατρεύαμε τα σκυλιά και κανείς μας δεν αγαπούσε τις γάτες, βρεθήκαμε να έχουμε μόνο γάτες. Είναι και λίγο αστείο, γιατί όλοι οι παιδικοί μου φίλοι ήξεραν πόσο αγαπούσα τα σκυλιά και πόσο αντιπαθούσα τις γάτες – είχα μεγαλώσει σε ένα σπίτι, όπου η πρώτη μου ανάμνηση δεν ήταν κάποιο μέλος της οικογενείας μου, αλλά η Λίντα, ένα πανέμορφο ασπρόμαυρο σέτερ.

Η Μελίνα και το Νανάκι –η Αγκαλίτσα- έμεναν πια μαζί μου. Η Αγκαλίτσα συνέχεια πάνω μου και η Μελίνα κάπου γύρω μου – γράφαμε παρέα. Συνήθως η Αγκαλίτσα ήταν στην αγκαλιά μου και η Μελίνα ήταν ξαπλωμένη δίπλα στην οθόνη του υπολογιστή.

Η Μελίνα τον τελευταίο ενάμισι χρόνο είχε αλλάξει τις συνήθειές της και δεν έκανε τις συνηθισμένες εξορμήσεις της στη γειτονιά – οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν σιγά-σιγά και ήταν σχεδόν συνέχεια μέσα στο σπίτι. «Παλιά δεν μας έκανες παρέα, αλλά τώρα που γέρασες δεν ξεκολλάς από το σπίτι» της έλεγα.

Ήταν μια περίεργη γάτα. Από τη μια σου έδειχνε πως δεν σε είχε καθόλου ανάγκη και πως δεν την ενδιαφέρεις ιδιαίτερα, αλλά από την άλλη ήταν πολύ τρυφερή. Ποτέ δεν θα ξεχάσω – σε μια πολύ άσχημη οικογενειακή στιγμή- τη Μελίνα να γλείφει τα δάκρυα της μητέρας μου.

Ήμουν το πρώτο μέλος της οικογένειας που την συνάντησε και η μοίρα ήθελε να είμαι και ο τελευταίος. Ήταν ξαπλωμένη στο χώμα και έμοιαζε να κοιμάται. Την φώναξα, για να την ταίσω. Δεν κοιμόταν.

Η Μελίνα περίμενε να φύγει η μητέρα μου για τη Ζάκυνθο – πέθανε μια ώρα, αφού η μητέρα μου είχε φύγει.

Τώρα, με την Αγκαλίτσα στα πόδια μου, θέλω να πω στη Μελίνα ένα μεγάλο «ευχαριστώ», για όλα όσα μου έμαθε αυτά τα είκοσι χρόνια. Μελίνα, μας λείπεις πάρα πολύ. Και στην Αγκαλίτσα λείπεις, αν και σε ζήλευε επειδή ήσουν πιο όμορφη.