Ελπίδα

Αυτά τα τελευταία χρόνια κοντεύουν να κάψουν τον εγκέφαλό μου -ό,τι έχει απομείνει τέλος πάντων- αλλά, παράλληλα, μου έχουν δώσει την ευκαιρία να σκεφτώ και πράγματα που, σε διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, μάλλον δεν θα με απασχολούσαν.

Υπάρχει μια πολύ γνωστή φράση του Νίκου Καζαντζάκη από την Ασκητική: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος». Στον τάφο του, η επιγραφή γράφει «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λεύτερος».

Έχω διαβάσει διάφορες ερμηνείες της φράσης – οι περισσότεροι την αποδίδουν στο ότι ο Καζαντζάκης επηρεάστηκε από τον Βουδισμό.

Δεν μπορούσα να κατανοήσω απόλυτα, όμως, γιατί ο Νίκος Καζαντζάκης έβαλε στην ίδια μοίρα την ελπίδα και τον φόβο (βάζοντας μάλιστα πρώτη την ελπίδα, πριν τον φόβο). Δεν είναι η ελπίδα ένα θετικό συναίσθημα;

Όχι, δεν είναι. Πολλές φορές δεν είναι. Για πολλούς ανθρώπους δεν είναι.

Βλέποντας γύρω μου όλους αυτούς τους τσακισμένους και ηττημένους ανθρώπους που δεν έχουν ούτε σήμερα, ούτε αύριο, σκέφτομαι πως η ελπίδα μπορεί να είναι ένα τρομακτικό συναίσθημα.

Δεν την κατανοήσαμε την Ιστορία. Δεν εννοώ τις μάχες και τις ιστορικές συνθήκες. Εννοώ τα πρόσωπα των ανθρώπων από διαφορετικές ιστορικές περιόδους.

Πρόσωπα αιχμαλώτων, προσφύγων, πρόσωπα πεινασμένων παιδιών, τρομοκρατημένων ανδρών, ταλαιπωρημένων γυναικών, πρόσωπα νέων, πρόσωπα γέρων.

Τα έχετε προσέξει αυτά τα πρόσωπα; Έχετε δει τα βλέμματά τους; Αν όχι, κακώς. Τώρα θα ξέρατε τα πάντα.

Όλα αυτά τα εξαθλιωμένα πρόσωπα -που μας κοιτούν μέσα από φωτογραφίες και ντοκιμαντέρ αλλά και από τους δρόμους της Αθήνας πια- έχουν κάτι κοινό: είναι τα πρόσωπα ανθρώπων που οι ζωές τους έχουν τελειώσει αλλά πρέπει να συνεχίσουν να ζουν.

Δεν είναι απαραίτητα οι ίδιοι υπεύθυνοι για την κατάντια τους, για την απελπισία και την απογοήτευση -τις περισσότερες φορές δεν είναι- αλλά έχουν ξεχάσει πια πως κάποτε υπήρξαν άνθρωποι και είχαν τον σεβασμό των συνανθρώπων τους.

Ένα μόνο πράγμα μπορεί να κάνει ακόμα πιο τρομακτική και σπαρακτική την έκφραση αυτών των διαλυμένων ανθρώπων: η ελπίδα. Η προσδοκία πως κάτι θα αλλάξει και θα βρεθεί ένας ανοιχτός δρόμος για να γίνουν πάλι άνθρωποι.

Όμως, δεν υπάρχει δρόμος πια για αυτούς.

Είναι σαν τον ασθενή που πάσχει από ανίατη νόσο και πρόκειται να πεθάνει. Το ξέρουμε. Οι γιατροί είπαν πως θα πεθάνει. Απλά, δεν ξέρουμε πότε θα συμβεί αυτό. Σε δέκα μέρες; Σε ένα μήνα; Σε έναν χρόνο;

Η σκηνή είναι γνωστή, την έχουν ζήσει εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο.

Αν και ξέρεις πως ο δικός σου άνθρωπος θα πεθάνει, αν και έχεις καταρρεύσει, ένα μέτρο έξω από την πόρτα του θαλάμου του νοσοκομείου παίρνεις μια βαθιά ανάσα, φοράς ένα χαμόγελο, μπαίνεις μέσα και λες με όσο ενθουσιασμό μπορείς «Τώρα μίλησα με τους γιατρούς! Είσαι πολύ καλά πια! Σε λίγες μέρες θα βγεις από το νοσοκομείο! Θα πάμε σπίτι μας!».

Το πρόσωπο του ανθρώπου που θα πεθάνει φωτίζεται για μια στιγμή. Μια γκριμάτσα προσδοκίας και ελπίδας σχηματίζεται στο πρόσωπό του. Δεν θα την ξεχάσεις ποτέ.

Αυτήν την γκριμάτσα ελπίδας βλέπω στα πρόσωπα των διαλυμένων ανθρώπων που πληθαίνουν συνεχώς και κατακλύζουν τον πλανήτη, στα πρόσωπα των ανθρώπων για τους οποίους η ζωή έχει τελειώσει αλλά είναι καταδικασμένοι να ζήσουν λίγο ακόμα, στα πρόσωπα των ανθρώπων που περισσεύουν, στα πρόσωπα των ανθρώπων που πρέπει να χαθούν για να σωθούν οι αγορές, οι τράπεζες και άλλοι χρηματοοικονομικοί όμιλοι.

Η ελπίδα στα δικά τους πρόσωπα είναι η πιο άγρια αγωνία.

Η ελπίδα είναι αγωνία.

(«Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ» έγραψε ο Σεφέρης. Για πολλούς συνανθρώπους μας θα μπορούσε το καράβι να λέγεται ΕΛΠΙΔΑ. Το ίδιο είναι.)