Έρωτας σαν εμετός

Το απόσπασμα είναι προδημοσίευση από το πολυαναμενόμενο νέο βιβλίο της Ιφιγένειας Εναυλίδη «Έρωτας σαν εμετός» – εκδόσεις Εμμηνόπαυσις. Τα προηγούμενα best-seller της Ιφιγένειας Εναυλίδη, «Το σπίτι δίπλα στη χαβούζα» και «Τα τριαντάφυλλα είχαν μελίγκρα», κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κλιμακτήριος.

Η δυνατή βροχή μαστίγωνε τα παράθυρα του αρχοντικού της Κλάρας Καστελάνου. Λίγα χρόνια πριν, η Κλάρα θα είχε λόγους να ανησυχεί, γιατί όλο και κάποιος δικός της άνθρωπος θα βρισκόταν στον δρόμο και θα κινδύνευε από τη λυσσασμένη μπόρα που απειλούσε να μετατρέψει τους δρόμους της Ζακύνθου σε μανιασμένους χείμαρρους. Όμως, τώρα η Κλάρα ήταν μόνη της. Μόνη με τις αναμνήσεις της…

Η Κλάρα Καστελάνου δεν ήταν γραφτό να γνωρίσει τους γονείς της. Ο Ριχάρδος Καστελάνος και η Εριέττα Καστελάνου-Λεβάντε ήταν το πλουσιότερο ζευγάρι στη Ζάκυνθο, αλλά αυτό δεν εμπόδισε το σκουπιδιάρικο του δήμου να πάρει παραμάζωμα τη Ρολς Ρόις τους και να την κάνει σμπαράλια. Επέστρεφαν ευτυχισμένοι από το νοσοκομείο στο σπίτι τους, μετά τη γέννηση της Κλάρας.

Η Εριέττα καθόταν στο πίσω κάθισμα, κρατούσε στην αγκαλιά της τη νεογέννητη Κλάρα και έλαμπε από χαρά. Στη στροφή της Μπόχαλης, ο Ριχάρδος Καστελάνος γύρισε για να κοιτάξει το πρώτο του παιδί και δεν είδε τη σκουπιδιάρα που έμελλε να τους στείλει στον άλλον κόσμο. Η τελευταία φράση του ήταν «Ρε συ Εριέττα, πολύ μαύρο είναι αυτό το παιδί. Δεν πιστεύω να κουτουπώθηκες με κανέναν αραπά». Η Εριέττα δεν πρόλαβε να απαντήσει. Την επόμενη στιγμή ήταν νεκροί και οι τρεις.

Τα άσχημα νέα έκαναν γρήγορα τον γύρο του νησιού και όλη η Ζάκυνθος, από το πόρτο μέχρι την Αναφωνήτρια, μιλούσε για τον τραγικό χαμό των Καστελάνων και της νεογέννητης κόρης τους. Φυσικά, το φλέγον θέμα δεν ήταν ο θάνατος αλλά το τι θα απογίνει η αμύθητη περιουσία των Καστελάνων.

Κάποιοι συγγενείς ήδη έτριβαν τα χέρια τους, αλλά λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο. Τελικά, η τελευταία απορία του Ριχάρδου Καστελάνου ήταν σωστή. Το κοριτσάκι που κρατούσε στην αγκαλιά της η Εριέττα δεν ήταν η Κλάρα. Μια απρόσεκτη μαία είχε πάει στην Εριέττα το μωρό μιας Aθιγγανίδος και είχε δώσει στην Aθιγγανίδα τη μικρή Κλάρα.

Ο Aθίγγανος πατέρας, ο Χρυσοβαλάντης Βοναπάρτης, αισθάνθηκε οργή όταν αντίκρισε την ξανθιά, μπαλαμή κόρη του. Γρήγορα, όμως, η οργή του μετατράπηκε σε χαρά, αφού σκέφτηκε πως το ξανθό κοριτσάκι θα πουλιόταν πολύ πιο ακριβά σε κάποιο απελπισμένο ζευγάρι αστών, που θα είχε δοκιμάσει, χωρίς αποτέλεσμα, όλους τους τρόπους για να αποκτήσει ένα παιδί. Η χαρά του δεν κράτησε πολύ, αφού το έμπειρο μάτι του γιατρού Γουλιέλμου Ντελαγκράτσια αναγνώρισε στο πρόσωπο του μωρού που κρατούσε η Aθιγγανίς στην αγκαλιά της το κοριτσάκι που είχε βγάλει με τα ίδια του τα χέρια από τα σωθικά της Εριέττας Καστελάνου.

Οι Aθίγγανοι διαμαρτυρήθηκαν έντονα -ειδικά αφού έμαθαν πως η δική τους κόρη ήταν νεκρή-, αλλά όταν ο Ντένης Καστελάνος, αδερφός του Ριχάρδου, κόλλησε στο κούτελο του Χρυσοβαλάντη Βοναπάρτη μια επιταγή με αμέτρητα μηδενικά -αλλά και τον αριθμό 1 μπροστά-, οι διαμαρτυρίες πήγαν περίπατο και η Κλάρα βρέθηκε αμέσως στην αγκαλιά του θείου της. Ο Ντένης Καστελάνος κοίταξε με απορία την Κλάρα και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν πως τα μάτια της ήταν μενεξεδιά σαν τα δικά του. Τι στην ευχή, σκέφτηκε, μόνο πέντε φορές φιστίκωσα την Εριέττα.

Την επόμενη στιγμή, η Κλάρα έκανε τα νερουλά κακάκια της πάνω στην πανάκριβη κόκκινη ζακέτα που ο Ντένης είχε αγοράσει από το Μιλάνο. «Τα σκατά είναι λεφτά! Είσαι πολύ τυχερός, αφέντη!» φώναξε αμέσως ο Aθίγγανος. «Τα σκατά είναι λεφτά στα όνειρα, ηλίθιε» του πέταξε νευριασμένος ο Ντένης και κατευθύνθηκε γρήγορα προς την Πόρσε του. Κι όμως, ο Aθίγγανος είχε δίκιο. Τα σκατά είναι λεφτά στα όνειρα, αλλά μήπως η Κλάρα δεν ήταν ένα όνειρο για τον Ντένη Καστελάνο;

Τα παιδικά χρόνια της Κλάρας δεν σημαδεύτηκαν από την απουσία των γονιών της. Σε οποιοδήποτε άλλο μέρος, αυτό θα ήταν καταστροφικό για τη μικρή Κλάρα, αλλά, τελικά, δεν την ένοιαζε και ιδιαίτερα, επειδή στη Ζάκυνθο όλα τα παιδιά μεγαλώνουν σαν ορφανά και οι γονείς τους τα έχουν γραμμένα στα παλιά τους τα παπούτσια.

Όταν δήλωσε στο θείο της και στη θεία της πως σκοπεύει να τελειώσει και το λύκειο, αυτοί έμειναν εμβρόντητοι, γιατί τα περισσότερα παιδιά στο νησί εγκαταλείπουν το σχολείο μόλις μάθουν να γράφουν το όνομά τους. Παράλληλα, η Κλάρα έκανε σπουδές στο Ωδείο και έγινε άσος στο μπουζούκι. «Κύριε Καστελάνο, η ανιψιά σας είναι ο θηλυκός Ζαμπέτας» ανακοίνωσε με περηφάνια μια μέρα στον έκπληκτο θείο της η δασκάλα της, η κυρία Λάουρα Τσουτσουνοπνίχτρα.

Το μπουζούκι έμελλε να αποδειχτεί μοιραίο για τη ζωή της Κλάρας, αφού έγινε η αφορμή να γνωρίσει τον Ρωμανό Φαρμακοτρίφτη, ένα όμορφο ξανθό αγόρι, που σπούδαζε ντέφι στη διπλανή αίθουσα. Ένα βράδυ, ενώ περπατούσαν στη Στράντα Μαρίνα, ο Ρωμανός έπιασε το χέρι της Κλάρας και της είπε με φωνή που έτρεμε από τη συγκίνηση: «Κλάρα, καρδιά μου, σε αγαπάω». «Ρωμανέ, μάτια μου, εγώ σε βλέπω σαν φίλο. Ας μη χαλάσουμε, ψυχούλα μου, την αγνή φιλία μας, με μια σχέση που δεν θα οδηγήσει πουθενά» του είπε ήρεμα η Κλάρα και τον φίλησε τρυφερά στο μάγουλο. «Θα φύγω, Κλάρα, τζόγια μου. Θα πάω στο Παρίσι για να σε ξεχάσω» είπε με ραγισμένη φωνή ο Ρωμανός και άρχισε να τρέχει μέσα στη νύχτα, ενώ τα δάκρυα αυλάκωναν τα μάγουλά του.

Γιατί όλοι όσοι θέλουν να ξεχάσουν κάποιον πάνε στο Παρίσι;, αναρωτήθηκε από μέσα της η Κλάρα και προχώρησε με αργά βήματα προς το άγαλμα του Διονυσίου Σολωμού. Για μια στιγμή σκέφτηκε μήπως φέρθηκε σκληρά στον Ρωμανό, αλλά αμέσως ήρθε στο μυαλό της η απόφασή της να δοθεί μόνο στον άντρα που θα ερωτευόταν.

Η ερωτική αδιαφορία της Κλάρας δεν είχε περάσει απαρατήρητη από τη θεία της, την Ρεγγίνα Καστελάνου-Ξεκώλου. «Ούλες οι Ζακυνθινές είμαστε τρούπιες από τα δεκατρία μας και εσύ είσαι δεκαεφτά χρονών μουλάρα και νοιάζεσαι μόνο για τα βιβλία και το μπουζούκι» της πέταξε μια μέρα, αλλά η Κλάρα ούτε που της έδωσε σημασία, γιατί εκείνη την ώρα έπαιζε στο μπουζούκι το «Παπόρι απ’ την Περσία» και είχε μερακλώσει…

Τελικά, ο Ρωμανός Φαρμακοτρίφτης πήγε στο Παρίσι και σπούδασε αρχαιολογία. Στη συνέχεια, πήγε στην Αίγυπτο και ανακάλυψε τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου κάτω από μια πυραμίδα. Οι ξένες εφημερίδες έγραφαν ύμνους για τον Ρωμανό και δεν ήταν λίγοι αυτοί που τον συνέκριναν ακόμα και με τον Ιντιάνα Τζόουνς. Όταν ανακάλυψε και τον τάφο του Χριστού κάτω από τη συκιά του Ιούδα, το όνομά του έγινε θρύλος, αλλά η απόλυτη καταξίωση για τον Ρωμανό ήρθε όταν ανακάλυψε τον τάφο του Καραγκιόζη στα Καμένα Βούρλα.

Μια και δεν προβλέπεται Νόμπελ Αρχαιολογίας, η Σουηδική Βασιλική Ακαδημία των Επιστημών αποφάσισε να του απονείμει -κατ’ εξαίρεσιν- ένα Νόμπελ Τάφων. Η τελετή της απονομής έσπασε όλα τα ρεκόρ τηλεθέασης, αφού οι ABBA αποφάσισαν να ενωθούν ξανά για μια και μοναδική εμφάνιση και να τραγουδήσουν προς τιμήν του Ρωμανού το «Mamma Mia».

Στον λόγο που εκφώνησε ο Ρωμανός για την αποδοχή του βραβείου αφιέρωσε το Νόμπελ στη γυναίκα η οποία αρνήθηκε τον έρωτά του και έγινε η αφορμή να εγκαταλείψει τη Ζάκυνθο. «Εγώ δεν αναζητούσα τάφους, αναζητούσα την αγάπη» είπε ήρεμα, και εκατομμύρια γυναίκες σε όλο τον κόσμο βούρκωσαν γι’ αυτό τον όμορφο και επιτυχημένο άντρα, ο οποίος αγάπησε χωρίς ανταπόκριση και δεν ντρεπόταν να το ομολογήσει μπροστά σε τρία δισεκατομμύρια τηλεθεατές. «Νόμπελ Αγάπης για τον Ρωμανό Φαρμακοτρίφτη» έγραψαν την επόμενη ημέρα στο πρωτοσέλιδό τους οι «New York Times».

Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε, ένας δημοσιογράφος του BBC προσπάθησε με διακριτικό τρόπο να μάθει περισσότερα γι’ αυτήν τη μυστηριώδη γυναίκα. «Κύριε Φαρμακοτρίφτη, λένε πως πίσω από κάθε σπουδαίο άντρα κρύβεται μια σπουδαία γυναίκα». Ο Ρωμανός κοίταξε για μια στιγμή πίσω από την πλάτη του και στη συνέχεια είπε: «Εγώ δεν βλέπω κάποια».

«Εδώ είμαι αγάπη μου! Εδώ είμαι ψυχή της ψυχής μου! Σε αγαπάω! Να με κάψει ο Άγιος, άμα λέω ψέματα!». Η Κλάρα παρακολουθούσε την τελετή στην τηλεόραση από τη βίλα του θείου της στο Ακρωτήρι και, μόλις άκουσε τα τελευταία λόγια του Ρωμανού, πετάχτηκε από τη θέση της και ξέσπασε σε κραυγές και αναφιλητά.

Όλα αυτά τα χρόνια, ο Ρωμανός δεν είχε σταματήσει να της στέλνει γράμματα από τα μέρη στα οποία έκανε ανασκαφές. Στο τελευταίο γράμμα του της έγραφε: «Ο Μεγαλέξανδρος είχε τη Ρωξάνη, ο Χριστός τη Μαρία τη Μαγδαληνή και ο Καραγκιόζης την Αγλαΐα. Εγώ δεν έχω εσένα. Άρα, δεν έχω τίποτα. Σ’ αγαπώ…». Η Κλάρα βγήκε τρέχοντας από τη βίλα, μπήκε στο τζιπ της και κατευθύνθηκε προς την πόλη. Ήταν αποφασισμένη να βρει τον πατέρα του Ρωμανού και να του ζητήσει το τηλέφωνο του γιου του. Ήθελε να του μιλήσει. Ήθελε να του πει πως τον αγαπάει.

Μόλις έφτασε έξω από το κατάστημα του Βαλέριου Φαρμακοτρίφτη στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, την πλημμύρισε η απογοήτευση. Χιλιάδες κόσμου ήταν έξω από το μαγαζί και πανηγύριζαν κρατώντας ελληνικές σημαίες. Ο Βαλέριος Φαρμακοτρίφτης είχε εκμεταλλευτεί τη δόξα που γνώριζε ο γιος του -ανακαλύπτοντας τάφους διάσημων προσώπων- και είχε ανοίξει ένα γραφείο τελετών. Το είχε ονομάσει «Νόμπελ» και το σλόγκαν του ήταν «Θα βρω τον τάφο σου».

Σε μια κρίση εθνικού παροξυσμού, όλοι οι Έλληνες ήθελαν να αγοράσουν έναν τάφο στη Ζάκυνθο και να έχουν την τιμή να τους θάψει ο πατέρας του νομπελίστα που δόξασε την Ελλάδα στα πέρατα της οικουμένης. Δεν ήταν λίγοι μάλιστα αυτοί που αυτοκτονούσαν για να απολαύσουν την εμπειρία της ταφής μια ώρα αρχύτερα. Το νησί κινδύνευε να γίνει ένα απέραντο νεκροταφείο. Οι σταυροί από τα μνήματα ξεπρόβαλλαν ακόμα και στις κοσμοπολίτικες πλαζ με τη χρυσή άμμο. Ευτυχώς, κάποιος είχε την ιδέα να φτιάχνουν ψηλούς σταυρούς, ώστε να βάζουν από πάνω καλάμια και να γίνονται ομπρέλες για τους τουρίστες.

Όταν κατάλαβε πως ήταν αδύνατο να περάσει μέσα από το ξέφρενο πλήθος, η Κλάρα άρχισε να περπατάει αργά προς το πόρτο. Έσερνε τα βήματά της και μονολογούσε. «Σε αγαπάω, Ρωμανέ. Σε αγαπάω… Άγιε μου Διονύσιε, δώσε μου κουράγιο. Φέρ’ τον κοντά μου, Άγιε μου…». Οι καμπάνες του Αγίου άρχισαν να χτυπάνε χαρμόσυνα. Δεν χτυπούσαν, όμως, για την Κλάρα. Χτυπούσαν για τον Ρωμανό…

Όσο καιρό ο Ρωμανός έσκαβε για να βρει τάφους, η Κλάρα δεν είχε μείνει με σταυρωμένα τα χέρια. Η πρόοδός της στο μπουζούκι και τη σύνθεση ήταν εκπληκτική και είχε δώσει μάλιστα το πρώτο της ρεσιτάλ στο Μέγαρο Μουσικής, όπου ερμήνευσε -μεταξύ άλλων- και τη μεγάλη της επιτυχία, την «Κατσικοκλέφτρα».

Αυτό, όμως, που είχε σημαδέψει τη ζωή της ήταν η γνωριμία της με τον Βαγγέλη Καλιακούδα. Ο Καλιακούδας ήταν ένας ανερχόμενος και φιλόδοξος αρχιτέκτονας, ο οποίος είχε σπουδάσει στη Φλωρεντία και ονειρευόταν να μετατρέψει τη Ζάκυνθο σε Ντουμπάι του Ιονίου. Ήδη, έχτιζε στην Μπόχαλη έναν υπερμοντέρνο ουρανοξύστη, ο οποίος είχε ύψος δυο χιλιομέτρων. Οι ενστάσεις των τοπικών Αρχών για τον ουρανοξύστη ήταν έντονες -εξαιτίας της υψηλής σεισμικότητας του νησιού-, αλλά ο Καλιακούδας παρουσίασε ένα πρωτοποριακό σχέδιο που έκαμψε τις αντιρρήσεις τους: είχε τοποθετήσει ειδικούς αισθητήρες στα θεμέλια και, μόλις θα εκδηλωνόταν ο σεισμός, ο ουρανοξύστης θα μεταφερόταν μέσω μιας γιγαντιαίας τσουλήθρας στη θάλασσα και θα μετατρεπόταν σε υπερωκεάνιο.

Η Κλάρα αγνοούσε τις δραστηριότητες του Καλιακούδα. Αυτό που την είχε αναστατώσει ήταν το βλέμμα του, όταν τον αντίκρισε για πρώτη φορά. Ήταν προσκεκλημένη στο καθιερωμένο αποκριάτικο πάρτι στη βίλα του Ουμπέρτο Σεμιτέκολο στο Σαρακινάδο, όταν βρέθηκε να χορεύει με κάποιον που ήταν μεταμφιεσμένος σε μελιτζάνα. Μόλις έβγαλε τη μάσκα του, η Κλάρα ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά, το στομάχι της να δένεται κόμπος, τα πόδια της να τρέμουν και τις ρώγες της να σκληραίνουν.

Όταν, την επόμενη ημέρα, περιέγραφε αυτό που ένιωσε στη φίλη της Λορέττα Φιορεντίνου, κατέληγε στο συμπέρασμα πως τελικά αυτό πρέπει να ήταν ο έρωτας. Η Λορέττα την κοίταξε βαριεστημένα και της είπε «Κλάρα, ψυχή μου, αυτό που εσύ θεωρείς έρωτα, όλοι εμείς οι υπόλοιποι το λέμε απλώς καύλα». Όπως κι αν το έλεγαν, η Κλάρα ήξερε πως είχε γεννηθεί μόνο και μόνο για να δοθεί σε αυτό τον άντρα. Μαγνητισμένη από το βλέμμα του, δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία στο όνομά του. «Βαγγέλης Καλιακούδας» της είχε συστηθεί και έσκυψε ιπποτικά για να της φιλήσει το χέρι. Τι δουλειά, όμως, είχε ένας Βαγγέλης σε μια ιστορία γεμάτη Ριχάρδους, Ρωμανούς και Βαλέριους;

Η Κλάρα και ο Βαγγέλης κάθονταν στον «Κόκκινο Βράχο» και έπιναν το τσάι τους αμίλητοι. Τους αρκούσε που ήταν μαζί. Ένα αγοράκι με βρόμικα και σχισμένα ρούχα άπλωσε το χέρι του προς το μέρος του Βαγγέλη και διέκοψε την ηρεμία τους. Ο Βαγγέλης έβγαλε ένα μάτσο τσαλακωμένα χαρτονομίσματα από την τσέπη του και τα έδωσε στον μικρό. Ήταν σαράντα χιλιάδες ευρώ, αλλά ο πιτσιρίκος δεν ήξερε να μετράει και δεν έδειξε ενθουσιασμό.

Καθώς ο μικρός απομακρυνόταν, η Κλάρα γύρισε στον Βαγγέλη και του είπε: «Βαγγέλη, ψυχή μου, γιατί υπάρχουν φτωχοί σε αυτόν τον κόσμο;». «Κοίτα Κλάρα, κοκόνα μου, σύμφωνα με τη θεωρία της υπεραξίας, την υπεραξία της εργασίας την καρπώνονται οι καπιταλιστές που εκμεταλλεύονται τις παραγωγικές δυνάμεις του προλεταριάτου. Ο προλετάριος αλλοτριώνεται από το προϊόν της εργασίας του και…». Η Κλάρα, γοητευμένη από τη μαρξιστική θεωρία, έσκυψε προς το μέρος του και τα χείλη τους ενώθηκαν με πάθος. Ευτυχώς, είχαν φάει και οι δυο σκορδαλιά, οπότε κανείς τους δεν ενοχλήθηκε από τη βρομερή αναπνοή του άλλου…

Η επιστροφή του Ρωμανού Φαρμακοτρίφτη στη Ζάκυνθο ήταν θριαμβευτική. Όλη η πόλη ήταν φωταγωγημένη και τέσσερις μπάντες παιάνιζαν διαρκώς στρατιωτικά εμβατήρια και τον Εθνικό Ύμνο. Ο δήμαρχος και ο μητροπολίτης του νησιού απένειμαν τιμητικές πλακέτες στον νομπελίστα Ζακυνθινό, ενώ ο υπουργός Πολιτισμού, γεμάτος περηφάνια, ανακοίνωσε πως η πολιτεία, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, προσφέρει στον Ρωμανό Φαρμακοτρίφτη μια άδεια ΠΡΟΠΟ, μια άδεια ταξί και μια άδεια περιπτέρου. Η Κλάρα παρακολουθούσε την τελετή ανάμεσα στο συγκεντρωμένο πλήθος και περίμενε με αγωνία την ώρα που θα έσφιγγε τον Ρωμανό στην αγκαλιά της…

Την επόμενη ημέρα, ο Βαγγέλης τηλεφώνησε στην Κλάρα και της είπε πως δεν θα μπορούσε να τη συναντήσει· έπρεπε να πάει στην Μπόχαλη, γιατί είχε παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα με τα υδραυλικά του διακοσιοστού πεντηκοστού πέμπτου ορόφου του νεοαναγειρόμενου ουρανοξύστη.

Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο, η Κλάρα σκέφτηκε πως ήταν μια χρυσή ευκαιρία να συναντήσει τον Ρωμανό. Δεν θα του τηλεφωνούσε. Ήταν αποφασισμένη να του κάνει έκπληξη. Φόρεσε ένα απλό κόκκινο φόρεμα, μπήκε στην ξεσκέπαστη Φεράρι της και κατευθύνθηκε προς τη βίλα των Φαρμακοτρίφτηδων στο Αργάσι. Ήταν απόγευμα και οι γονείς του Ρωμανού θα βρίσκονταν στο γραφείο τελετών. Έτσι, θα είχαν την ευκαιρία να μείνουν μόνοι τους.

Η Κλάρα έφτιαξε τα μαλλιά της και χτύπησε το κουδούνι. Δεν άκουσε τον ήχο του κουδουνιού· προφανώς, το κουδούνι είχε χαλάσει. Σήκωσε τη γλάστρα με τον βασιλικό και είδε το κλειδί της βίλας· χωρίς να το σκεφτεί, το πήρε και ξεκλείδωσε την πόρτα. Ο κάτω όροφος ήταν σκοτεινός, αλλά από πάνω ακουγόταν μια απαλή μουσική. Η Κλάρα ανέβηκε την ξύλινη σκάλα και άκουσε θόρυβο από το δωμάτιο του Ρωμανού. Άνοιξε με προσοχή την πόρτα και αυτό που είδε της έκοψε την ανάσα: ο Ρωμανός και ο Βαγγέλης ήταν γυμνοί στο κρεβάτι και αγκαλιάζονταν με πάθος.

Για μια στιγμή, η Κλάρα σκέφτηκε να φύγει, αλλά αμέσως άλλαξε γνώμη. Πέταξε τα ρούχα της και πήδησε με φόρα πάνω στο κρεβάτι ανάμεσα στον Βαγγέλη και στον Ρωμανό, που έκαναν σαν τρελοί από τη χαρά τους. Πότε άλλοτε θα είχε την ευκαιρία να πετύχει μαζί τους δυο άντρες της ζωής της;