Ο μικρός

Ο Αλέξης Δεκέμβρης είναι 15 ετών. Ζει στην Αθήνα. Ο ίδιος λέει πως το σπίτι του είναι στα Εξάρχεια αλλά είναι στο Κολωνάκι· πιστεύει, όμως, πως σύντομα τα Εξάρχεια θα εξαπλωθούν μέχρι την Κηφισιά. Οι γονείς του σκοτώθηκαν σε τροχαίο ατύχημα –όταν ο Αλέξης ήταν 7 χρονών- και, έκτοτε, ζει με τη γιαγιά του. Πηγαίνει σε δημόσιο σχολείο, παίζει τους υπολογιστές στα δάκτυλα και του αρέσει να κάνει σκέιτμπορντ στους δρόμους της Αθήνας και να πίνει μπύρες τα βράδια με τους φίλους του. Όμως, αυτό το βράδυ, ο Αλέξης Δεκέμβρης γυρνάει μόνος του στους δρόμους.

Είναι μια γλυκιά νύχτα. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Η άνοιξη έχει μπει για τα καλά αλλά οι δρόμοι της Αθήνας είναι σχεδόν άδειοι. Η οικονομική κρίση κρατάει τους ανθρώπους κλεισμένους στα σπίτια τους. Ο Αλέξης Δεκέμβρης ρολάρει με το σκέιτμπορντ, περνώντας έξω από κλειστά και εγκαταλελειμμένα καταστήματα. Πού και πού κόβει ταχύτητα για να τσεκάρει τα συνθήματα στους τοίχους. Ακούει μουσική από τα ακουστικά και τραγουδάει. Hip-hop. Σε μια γωνία συναντάει έναν άντρα ξαπλωμένο στο πεζοδρόμιο. Είναι ένας μεσήλικας σκεπασμένος με μια κουβέρτα. Στα πόδια του είναι κουλουριασμένος ένας σκύλος. Ο Αλέξης σταματάει και πιάνει συζήτηση με τον άστεγο. Δεν μπορώ να ακούσω τι λένε. Βγάζει κάτι από την τσέπη του, το δίνει στον άστεγο και συνεχίζει.

Λίγο πιο κάτω, ακούει ποδοβολητά. Σταματάει, παίρνει το σκέιτμπορντ στα χέρια του και κρύβεται πίσω από ένα αυτοκίνητο. Βλέπει μια σκιά να περνάει σφαίρα από μπροστά του και αμέσως μετά έξι μεγαλόσωμους άνδρες να τρέχουν μαλλιά κουβάρια. Ο Αλέξης τους ακολουθεί από απόσταση. Μετά από πέντε τετράγωνα, ο Αλέξης –κρυμμένος πίσω από ένα φορτηγάκι- βλέπει μια σκηνή που του παγώνει το αίμα. Οι έξι άνδρες έχουν περικυκλώσει αυτόν που κυνηγούσαν και δεν είναι άλλος από τον Οδυσσέα Χαρακτήρα. Ο Οδυσσέας Χαρακτήρας είναι φίλος του Αλέξη Δεκέμβρη, είναι τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος, και δεν μιλάνε εδώ και ένα χρόνο για κάποιο λόγο που ο Αλέξης δεν μπορεί να θυμηθεί αυτή τη στιγμή. Ο Οδυσσέας είναι με την πλάτη στον τοίχο, οι διώκτες του πέφτουν πάνω του σαν λυσσασμένα σκυλιά, τον βρίζουν, τον χτυπάνε, τον κλωτσάνε και ξαφνικά στο χέρι ενός απ’ αυτούς εμφανίζεται ένα πιστόλι. Ο Αλέξης ξεχνάει πως είναι 15 χρονών και θα έπρεπε να είναι στο κρεβάτι του αυτή την ώρα, σπρώχνει το σκέιτμπορντ προς τη μεριά των έξι ανδρών που έχουν πέσει πάνω στο φίλο του, πετάει ένα δυναμιτάκι προς την ίδια κατεύθυνση και φωνάζει δυνατά «Φωτιά! Φωτιά! Φωτιά!». Τα παραθυρόφυλλα στις γύρω πολυκατοικίες ανοίγουν το ένα πίσω από το άλλο, κάποιος φωνάζει «Αστυνομία!», και οι έξι άνδρες τρέπονται σε φυγή. Ο Αλέξης τρέχει προς τη μεριά του φίλου του που κείτεται σχεδόν αναίσθητος δίπλα σε μια ζαρντινιέρα. Το πρόσωπο του Οδυσσέα Χαρακτήρα είναι γεμάτο αίματα. Ο Αλέξης δεν ξέρει τι να κάνει. Κανένας δεν έχει βγει στο δρόμο. Όλοι φοβούνται. Τρέχει στην είσοδο της διπλανής πολυκατοικίας, χτυπάει όλα τα κουδούνια και φωνάζει «Καλέστε ένα ασθενοφόρο!». Αμέσως μετά, γυρνάει δίπλα στον φίλο του. Του ανασηκώνει το κεφάλι και τα χέρια του γεμίζουν αίματα. Για μια στιγμή, νομίζει ότι είναι νεκρός αλλά όχι. Ένα βογκητό βγαίνει από το στήθος του Οδυσσέα. «Οδυσσέα, είμαι ο Αλέξης; Είσαι καλά, ρε μαν;» «Μια χαρά, δεν βλέπεις;» «Ποιοι ήταν αυτοί που σε χτύπησαν;» «Ασφαλίτες. Τους φωτογράφισα να κάνουνε πάσες στην Ομόνοια. Θα πάνε στο σπίτι μου. Πρέπει να ειδοποιήσεις τον αδελφό μου» «Θα τον ειδοποιήσω. Ποιος σε έδωσε;» «Σ’ αγαπάω, ρε φίλος» «Ποιος σε έδωσε; Ποιος σε έδωσε;». Ο Οδυσσέας Χαρακτήρας είναι αναίσθητος πια. Ο Αλέξης τηλεφωνεί από το κινητό στον αδελφό του Οδυσσέα, περιμένει να έρθει το ασθενοφόρο και επιστρέφει στο σπίτι του.

Η γιαγιά του κοιμάται στην πολυθρόνα μπροστά στην τηλεόραση. Την ξυπνάει τρυφερά, την βοηθάει να πάει στο δωμάτιό της και να ξαπλώσει. Την φιλάει στο μέτωπο, κλείνει αθόρυβα την πόρτα του δωματίου της πίσω του και ορμάει στο δικό του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, μπαίνει στο Διαδίκτυο. Σε μια ώρα, με τη βοήθεια των φίλων του, έχει ρίξει το σάιτ της Αστυνομίας και του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Θα έριχνε και το σάιτ του υπουργείου Δικαιοσύνης αλλά είχε πέσει μόνο του επειδή δεν είχαν πληρώσει την εταιρεία που φιλοξενούσε τη σελίδα τους.

Ξημερώνει. Δεν έχει κλείσει μάτι. Γυρνάει από σάιτ σε σάιτ, περιμένοντας μια είδηση. Στις 7 και τέταρτο, διαβάζει αυτό που φοβόταν: « Δεκαεννιάχρονος πέθανε κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, μετά από συμπλοκή με αγνώστους στα Εξάρχεια».

Ο Αλέξης Δεκέμβρης σηκώνεται από την καρέκλα, παίρνει ένα μαύρο σπρέι από το γραφείο του και γράφει με μεγάλα γράμματα στον άσπρο τοίχο: ΕΚΔΙΚΗΣΗ.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Unfollow του Μαρτίου. Οι περιπέτειες του Αλέξη Δεκέμβρη συνεχίζονται στο Unfollow που κυκλοφορεί την επόμενη εβδομάδα.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.