Γράμμα από το Δουβλίνο

Άλλο ένα γράμμα από τα ξένα. Τι κοινότοπο τον τελευταίο καιρό. Απ’ όσο δηλώνεις, το απολαμβάνεις και ακόμα περισσότερο το εκτιμάς, αν και ακόμα δεν αποδέχεσαι τον τίτλο του εκδότη της ξενιτιάς… Είναι η τρίτη χώρα εξωτερικού που αλλάζω. Δεν έχω καμία διάθεση να πω το πόσο γαμάτα είναι εδώ και πόσο γάμα τα είναι στην Ελλάδα, παράδεισος δεν είναι πουθενά. Ο λόγος που σου γράφω είναι για να σου πω ένα μυστικό, ένα μυστικό που δεν το λέμε οι περισσότεροι που φύγαμε και ενδεχομένως να μη θέλουμε να το αποδεχτούμε, να το κρύβουμε με διάφορους τρόπους.

Είμαι τώρα στο Δουβλίνο και διαβάζω το blog σου. Προσπαθώ να στήσω μία νέα ζωή, για κάποιο διάστημα που γράφει το συμβόλαιό μου, και, όμως, διαβάζω το blog σου.

Δεν είσαι φίλος μου και δεν έχουμε γνωριστεί. Ενδεχομένως έχουμε βρεθεί δίπλα δίπλα στις πορείες, σε τόσες ήμουν, δε μπορεί, κάπου θα σε πέτυχα. Γιατί λοιπόν σε διαβάζω;

Γιατί συνεχίζω να σε διαβάζω, ενώ δεν μένω στη Ελλάδα; Γιατί σε διαβάζουν τόσοι από το εξωτερικό; Αυτό είναι το μυστικό…

Ένα πολύ μεγάλο μέρος των ανθρώπων που σε διαβάζουμε και έχουμε φύγει, φύγαμε γιατί μας έδιωξαν με τον τρόπο τους, ήμασταν με κάποια έννοια «περιττοί».

Δυστυχώς, το να δουλεύεις είναι προϋπόθεση για να βγάλεις τα προς το ζην.

Με 25% ανεργία λοιπόν έχεις τις ακόλουθες επιλογές:

α) μένεις και περιμένεις
β) ορμάς στους δίπλα
γ) φεύγεις…

Ακόμα και δουλειά όμως να έχεις, αυτό δεν έπεται ότι θα πληρωθείς, ούτε φυσικά πως θα δουλεύεις τις συμφωνημένες ώρες, πόσω μάλλον και να είσαι ασφαλισμένος.

Μείνε και πολέμα θα μου πεις. Δεκτό. Ίσως είμαι δειλός, το παιδί το απέκτησα στα μέσα της προηγούμενης φυγής, δεν αποτελεί λοιπόν δικαιολογία, καθώς είχα φύγει πιο πριν.

Προσπάθησα πολλά χρόνια. Γύρω στα 15 χρόνια, φώναζα ότι «παιδιά δεν πάει καλά το καράβι, θα βουλιάξουμε», και ήμουν ένας ακόμα γραφικός. Το καράβι βουλιάζει, δεν βούλιαξε, έχει ακόμα…

Αντί λοιπόν να μπούμε όλοι στις σωσίβιες λέμβους, μαζεύοντας αυτούς που το βούλιαξαν, προκειμένου να γίνουν τα πρέποντα, βλέπεις κάποιους να συνεχίζουν να συμπεριφέρονται όπως πριν, σαν να μη συνέβη τίποτα, άλλοι να ορμάνε και να δέρνουν τους καμαρότους, ενώ κάποιοι άλλοι να κλέβουν ότι προλάβουν από το πλοίο και τους επιβάτες, και να παίρνουν μία βάρκα μόνοι τους για την Ελβετία (για να το κάνω σουρεάλ)…

Το μόνο που νιώθω πως μπορώ να κάνω αυτή τη στιγμή είναι να πάρω τους δύο ανθρώπους μου και να μπούμε σε μία λέμβο μπας και σωθούμε.

Σε διαβάζω γιατί μαζί φωνάζαμε, γιατί φώναζα μαζί με αρκετούς που σε διαβάζουν. Μέσα στο καράβι υπάρχουν πολλοί, συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, που δεν χώραγαν στη λέμβο που είμαι.

Το blog αυτό για εμένα είναι ο ασύρματος που θα ακούσω το τι γίνεται με αυτούς, από κάποιον που τα βλέπει όπως εγώ, είναι σαν να είμαι και εγώ εκεί.

Από όσους είμαστε έξω, θα ακούσεις από κάποιους ότι έχει κρύο, δεν έχει ήλιο, από άλλους ότι είναι οργανωμένα, ότι σε σέβονται κτλ.

Μαλακίες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θέλουμε να γυρίσουμε, αυτή είναι η αλήθεια.

Άλλοι αργότερα, άλλοι άμεσα, άλλοι για να μείνουμε, άλλοι για να δούμε κάποιους ανθρώπους, άλλοι απλά για να δουν μία γειτονιά ή μία παραλία.

Όλοι μας θέλουμε να πιστεύουμε ότι τελικά το καράβι δεν θα βουλιάξει, οι τελευταίοι που έμειναν πάνω είναι αρκετά δυνατοί και θα το γυρίσουν το καράβι κοντά σε κάποια στεριά.

Δεν είμαι Μερκούρη να το παίζω επαναστάτης των σαλονιών του εξωτερικού, δεν είμαι Σημίτης να βάζω κροτίδες και κρεμμυδάκια για να δηλώσω στη συνέχεια επαναστάτης.

Δεν είμαι Καραμανλής για να επιστρέψω ως εθνάρχης. Δεν είμαι όμως ούτε αρουραίος. Νιώθω κάποιος που προσπάθησε αρκετά να βοηθήσει, απέτυχε και αποχώρησε.

Κλείνω το γράμμα με τους στίχους του Αγγελάκα:

«Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα και με μίσησαν περισσότερο από οπουδήποτε αλλού».

Κ.Π.

(Αγαπητέ φίλε, την διακρίνω τη νοσταλγία στα μέιλ των συμπατριωτών μας που έφυγαν στο εξωτερικό. Ακόμα και στα μέιλ αυτών που είναι πολύ επικριτικοί με την Ελλάδα – στα μέιλ αυτών είναι που διακρίνω ακόμα περισσότερο τη νοσταλγία. Ίσως, είστε λίγο άδικος με την Μελίνα Μερκούρη, δεν ήταν επαναστάτρια του σαλονιού. Η χούντα της αφαίρεσε την ιθαγένεια και δεν μπορούσε να έρθει στην Ελλάδα – έπαιζε στο Μπρόντγουεϊ όταν έγινε η δικτατορία και εγκατέλειψε μια καριέρα στο εξωτερικό, για να κινητοποιήσει την κοινή γνώμη ενάντια στη χούντα. Επίσης, βοήθησε πολλούς Έλληνες που διέφυγαν στο εξωτερικό και μαγείρεψε με τα χέρια της άπειρες μακαρονάδες για να τους ταΐσει. Δεν το έκαναν όλοι αυτό. Οι Νάνες Μούσχουρες δεν το έκαναν. Και με τον Σημίτη είστε λίγο άδικος, τουλάχιστον για εκείνη την περίοδο. Τέλος πάντων, αυτοί έκαναν ό,τι έκαναν, εμείς να δούμε τι θα κάνουμε τώρα. Καλή πατρίδα.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.