Διήθηση

(Αυτό το κείμενο το έχει γράψει ο Yosebu)
Η καλή μέρα ξεκινάει πάντα από το λεωφορείο. Ειδικά από το 843. Όταν ακούς μουσική, έχεις κλείσει τα μάτια μέσα από τα γυαλιά και αισθάνεσαι ότι πας πας πας χωρίς προορισμό. Ξέρεις ότι θέλεις να κατέβεις στον Πειραιά αλλά πας, πας, πας, χωρίς χρόνο και απαντήσεις. Όταν ξαφνικά ανοίγεις τα μάτια και βλέπεις το υπέρτατο διαστημικό μουναρομούλαρο απέναντι σου και άμεσα κορδώνεσαι σαν τσζιτζιφιόγκος.

Και εκεί που διαλογίζεσαι και οι σκέψεις έχουν πάει περίπατο, νάτες εμφανίζονται ξανά. “Από πού ξεπρόβαλε αυτό φως; Πώς θα γίνει να ενώσουμε τα υγρά μας;” και άλλα τέτοια πρόστυχα.

Tα γυαλιά της διαφανίζουν λιγουλάκι. Kάνω ότι κοιτάω το παράθυρο αλλά το βλέμμα μου καρφωμένο πάνω της· το κλασσικό κόλπο, δηλαδή, που κάνετε όλοι.

Με γδύνει με τα μάτια του το τρελόμουνο. Καλά, μετράω και σαν γκόμενος δεν το συζητώ. Είμαι μια φιγούρα, έτσι θα λέγαμε, που δεν την προσπερνάς εύκολα.

Φτάνουμε Ταμπούρια και βαρούν ταμπούρλα μέσα μου. Σκέφτομαι διαρκώς τον γαλακτοκόμο να φτιάχνει στραγγιστό γιαούρτι, και εικονοποιώ οτιδήποτε έχει να κάνει με αισθητηριακή εντύπωση.

Με αργές κινήσεις βάζω το χέρι στην τσέπη (όχι για να τον παίξω) άλλα για να κλείσω για λίγο την ένταση από το γουόκμαν μου και να ακούσω τι ακούει εκείνη στο δικό της γουόκμαν.

Μάταια, μάλλον δεν ακούει δυνατά, δεν είναι κουφή σαν έμενα. Φτάνουμε λιμάνι. Με φαντασιώνομαι γονατιστό στον Άγιο Ραφαήλ να προσεύχομαι στον Αλλάχ να κατέβει και εκείνη ηλεκτρικό. Και ναι σκοράρω ήδη, κατεβαίνει μαζί μου.

Σηκώνομαι με αργές κινήσεις για να δει πόσο ψηλό αγόρι είμαι. Είναι και εκείνη ψηλή. Σωστή αλόγα. Κάτι ποδάρια σαν τα πλοκάμια του Άλιεν όταν τύλιγαν σαν πιτόγυρο την Σιγκούρνει Γουίβερ.

Δεν κάνω κίνηση να κοιτάξω κώλο. Νοιώθω ότι είναι τούρλα. Δεν μπαίνω καν στον κόπο. Κατεβαίνω πρώτος για το ξεκάρφωμα.

Και αρχίζω να περπατάω σαν ανάπηρος, για να γελάσει. Αριστερό χέρι, αριστερό πόδι και τέτοια. Μετά περπατάω κανονικά, μην με περάσει και για κανέναν ζαβό.

Κάνω ότι βιάζομαι και τσουλάω προς τον ηλεκτρικό. Νοιώθω την ανάσα της στην πλάτη μου. Είχε φάει φακές.

Ανεβαίνω προς το τρένο και κόβω ταχύτητα. Την αφήνω απαλά να με προσπεράσει. Πηγαίνει προς τα πρώτα βαγόνια. Αμέσως συνειδητοποιώ ότι ταιριάζουμε πολύ. Και εγώ εκεί πάω. Μπαίνει στο δεύτερο βαγόνι. Και εγώ εκεί πάω γιατί έχει γαλαρία.

Άδειο το βαγόνι. Εδώ αρχίζω να προβληματίζομαι τώρα γιατί λέω άμα κάτσω μαζί της θα καρφωθώ. Λέ δεν γαμιέται ας καρφωθώ. Κάθομαι σε άδειο βαγόνι ακριβώς απέναντί της. Τα γόνατά μας ήδη έκαναν έρωτα. Δεν την κοιτάζω καθόλου. Κεφάλι και βλέμμα διαρκώς έξω.

Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις αυτοσχεδιάζω. Εδώ η περίπτωση είναι μυστήρια. Έχει φρακάρει η μπουκαπόρτα των νευροδιαβιβαστών μου και δεν στέλνουν σήμα.

Και εκεί που βγάζω το γουόκμαν να αλλάξω δίσκο ακούω τα ακόρντα της: Με παρακολουθεις;, μου γνέφει με ελαφρύ χαμογελάκι.

Όπα όπα όπα λογίζομαι. Ελαμούτο ελαμούτο ελαμούτο. Κοιτάω γύρω κανείς. Ρίχνω το ένα ακουστικό ερωτικά.

Συγγνώμη δεν σας άκουσα, της λέω…

Με παρακολουθείς; με ξαναρωτά. Όπα, όπα, όπα ξανασκέφτομαι, τι είναι τούτη τώρα θα δεις.

Όπως ο ουρανός την γη, της λέω. Γελάει. Της δίνω αμέσως να καταλάβει ότι έχει απέναντί της τον Μέσι και είναι έτοιμος να ντριπλάρει και τους οπαδούς για να βάλει γκολ στον αντίπαλο γαλαξία Ανδρομέδα.

Σιγή. Δεν μιλάει.

Προφανώς, βρεθήκατε στον δρόμο μου όπως ένα λουλούδι, της λέω.

Ίσως οφείλεται στην καθημερινότητά σας που βλέπεται την ζωή έτσι, μου λέει.

Όπα, όπα σκέφτομαι, τι είναι τούτη, ήρθε η ώρα να βγάλω το γεωτρύπανο για γεώτρηση.

Η συγκίνησή μου είναι οι εντυπώσεις από τον κόσμο γύρω μου,που συγχωνεύονται, για να σχηματίσουν τελικά, μια ενότητα.

Ρίχνει γυαλί κάτω από την μύτη και επιτέλους βλέπω τα μάτια της.

Μου χαμογελάει. Βγάζει τα γυαλιά εντελώς. Τα βγάζω και εγώ. Θεέ μου, ας βγάλουμε τώρα τα ρούχα μας, σκέφτομαι.

Συνεπώς κουβαλάς ένα σπουδαίο εργαλείο στην καθημερινότητά σου, μου λέει. Καλά, με έχει στείλει.

Έχουμε κάνει Μοσχάτο-Πετράλωνα 4 φορές έρωτα, χωρίς διάλειμμα για τσιγάρο. Σε λίγο, όμως, κατεβαίνω και κάτι πρέπει να κάνω, τα μάγια μου δεν αρκούν, θα φύγει το τρελομουνο.

Δεν ξέρω αν είναι εργαλείο η ελεύθερη κίνηση στον αέρα αλλά εκεί θα ήθελα να ξανασυναντηθούμε, της λέω. Ξαναγελά.

Αν μου έδινες ένα τηλέφωνο, θα ήταν πιο εύκολο, ΜΟΥ ΛΕΕΙ.

Δεν έχω τηλέφωνο εδώ και καιρώ, είχα παλιότερα αλλά ένοιωθα μια βίαιη παρεμβολή και το αφαίρεσα από τη ζωή μου, της λέω.

Η φωνή στο μεγάφωνο λέει επόμενη στάση Μοναστηράκι. Σε ένα λεπτό κατεβαίνω δηλαδή.

Και τώρα πώς θα βρεθούμε στον αέρα, με ρωτά

Άσ’ το πανω μου, της λέω και κατεβαίνω.

Την βλέπω στο παράθυρο έχει κολλήσει το κεφάλι της στο τζάμι όπως η πρωταγωνίστρια στο Εξπρές του Μεσονυχτίου είχε κολλήσει το βυζί της στο γυαλί της φυλακής, για να τραβήξει μαλακία ο πρωταγωνιστής.

Έφυγα σαν αέρας, σαν ξωτικό εξαφανίστηκα μέσα σε δάσος.

Κάτι τέτοιες μαλακίες κάνω και μένω με το πουλί στο χέρι.

(Αυτό το κείμενο το έχει γράψει ο Yosebu, ο οποίος είναι Έλληνας μουσικός.)

(Αγαπητέ Yosebu, σε ευχαριστώ πολύ που μου έστειλες αυτό το κείμενο, το οποίο είναι στο πνεύμα της Μεγάλης Εβδομάδας και πλημμυρίζει κατάνυξη, ευλάβεια και ιερό δέος, καθώς πλησιάζουμε στην κορύφωση του Θείου Δράματος και στο μεγάλο φαγοπότι. Χρόνια πολλά.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.