Στα εξήντα χρόνια τα Μνημόνια θα τους έχουν γίνει συνήθεια, στα εξακόσια ανάγκη

Γεια σου ρε πιτσιρίκο.
Καλή η πουτάνα η ξενιτιά, αλλά πολύ κρύο στις Βρυξέλλες, το κέρατό μου μέσα. Είμαι που είμαι λεσβός, απόγινα τελείως. Επιστροφή πάνω στο τρίμηνο για γενικό ρεκτιφιέ. Τουλάχιστον η γιατρός μου εδώ δεν τρομάζει όταν με βλέπει. Οι Βέλγοι γιατροί με κοιτάζουν με τρόπο, λες και προσπαθούν να κρύψουν τον οίκτο τους. Σα ν’ απορούν πώς καταφέρνω να σταθώ στα πόδια μου. Στιγμές φοβάμαι ότι θ’ ανοίξει η πόρτα και θα σκάσει μύτη ο Άγιος Πέτρος. Νιώθω σα να μυρίζω χωματίλα! Φτου φτου.

Σκάω μύτη στο ΕΛΒΕΝΙΖΕΛ και παθαίνω πλάκα. Όλοι λένε ότι κάνει κρύο, αλλά εμένα μου μοιάζει χαρά Θεού. Ήλιος. Φως. Χριστέ μου! Τρεις μήνες τώρα, νόμιζα ότι η μόνιμη συννεφιά, η σκοτεινιά, η μούχλα, το εκνευριστικό διαρκές ψιλόβροχο που σταματάει μόνο για να πέσει καμιά γαμωβροχή ή να χιονίσει, η ομίχλη, το τσουχτερό κρύο που σου περονιάζει τα κόκκαλα, ήταν απόλυτα φυσιολογικά.

Μέσα στην ευτοπία του πράσινου, της τάξης, της απροσποίητης ευγένειας ήμουν καθημερινά σα μισοπεθαμένος.

Έξι κιλά έχασα. Έρεψα ο καψερός. Να μου φορέσεις ένα μαύρο ράσο και να με βάλεις σε μια κάσα δίπλα σε κείνον που τάχα δεν έλιωνε γιατί τάχα ήταν άγιος – έναν Βησσαρίωνα αν θυμάσαι στη Λαμία – δε θα ξέρει το χριστεπώνυμο πλήθος των διπόδων ποιος είναι ποιος.

Στον κρανίου τόπο, με το πού πάτησα το πόδι μου, λες κι αναστήθηκα. Πουτάνα Αθήνα!

Ζεύομαι τα μπαγάζια και βουρ για το μετρό. Με κάποιο μαγικό τρόπο έκοψε κι ο κωλόβηχας που με τυρρανούσε τόσες μέρες.

Ζωντάνεψε ο Λάζαρος με τη μία. Θέλω να πιω καφέ. Θέλω επειγόντως να πιω καφέ.

Αυτοί οι ψυχανώμαλοι κει πέρα, πίνουν καφέ χωρίς τσιγάρο. Πίνεται, ρε γίδια, καφές χωρίς τσιγάρο; Καφές χωρίς τσιγάρο είναι σα χέσιμο χωρίς κατούρημα.

Κάποια πράγματα, τα ’πλασε ο Θεός για να παν τουγκέδερ, γαμώ το φελέκι μου. Ους ὁ Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω. Το λένε κι οι Γραφές. Κουφάλες Ευρωπέη, αντίχριστοι. Όταν εμείς φουμάραμε τρίφυλλα, εσείς τρώγατε βαλανίδια ρε γκιρίζια. Ε, ρε το μακαριστό, πόσο όμορφα τα έλεγε. Και τόσο κατανοητά…

Δεν είναι το τσιγάρο που στερούμαι. Η έλλειψη του καφέ είναι που με τρελαίνει. Γιατί χωρίς τσιγάρο δεν μπορώ να πιω καφέ. Και χωρίς καφέ δεν μπορώ να σταθώ όρθιος. Σκουντουφλάω κάθε μέρα, όλη μέρα. Νυστάζω διαρκώς. Είμαι άντερ δε γουέδερ που λένε οι Αμερικάνοι, απ’ το πρωί ως το βράδυ. Τρελαίνομαι. Δε λειτουργώ με τίποτα. ΣαΝ φλιπεράκι που ’παθε τιλτ ένα πράγμα.

Φυσικά η χαρά μου κρατάει ελάχιστα. Κατεβαίνω από το μετρό και περιμένω στη στάση μήπως περάσει κάποτε το λεωφορείο. Το «λεωφορείο ο πόθος» να ήταν, με τον Μπράντο στο τιμόνι κι επιβάτη τη Βίβιαν, πιο συχνά θα περνούσε. Λιγότεροι θα περίμεναν. Τώρα θα γίνει μάχη για το ποιος θα μπει. Σύμφωνα με ό,τι γράφει στη στάση, θα έπρεπε να έχουν περάσει ήδη δύο δρομολόγια, αλλά, είπαμε, ήλιο έχει, ζέστη έχει, φως όσο θες, εντ δατς ολ…

Το πόπολο που συνωστίζεται εδώ και ώρα περιμένοντας καρτερικά το λεωφορείο, φυσικά γκρινιάζει και μουρμουράει – αυτό μόνο ξέρει να κάνει. Ο πιο αυθάδης ή καμιά θειά, θα την πει στον οδηγό αν ποτέ φτάσει το λεωφορείο, εκείνος θα τη συνδέσει με τον πούτσo του – ε, συγγνώμην θα την παραπέμψει στον αρμόδιο, αρμόδιος δεν υπάρχει πουθενά – ες γιου νόου, Γκρις ις δε κάντρυ των αναρμόδιων – ε, οι δεξιοί θα ρίξουν κανένα μπινελίκι στον Κατρούγκαλο, οι συριζαίοι θα σιχτιρίσουν τους λαφαζανικούς αποστάτες, όλοι μαζί θα βρίζουν τους Αλβανούς, αφού δεν τους γουστάρει κανένας, στο τέλος θα πατικωθούν άπαντες σα σαρδέλες μέσα στη μπίχλα του λεωφορείου και σχόλασε το πανηγύρι.

Εκεί που περιμένουμε, τσουπ ο Ελληνάρας με το SUV, παρκάρει πάνω στο πεζοδρόμιο, δέκα εκατοστά πριν τη στάση. Ουδείς εκ των υπολοίπων δείχνει να ενοχλείται. Κάποιοι μάλιστα παραμερίζουν για να παρκάρει άνετα ο μαλάκας. Απόλυτα φυσιολογικό. Γιατί άλλωστε υπάρχουν τα πεζοδρόμια; Μα, για να παρκάρουν τα αυτοκίνητα φυσικά.

Μ’ εντυπωσιάζει πραγματικά, που κάποιοι περιμένουν να ενοχληθούν οι Έλληνες από τα Μνημόνια. Αρχίδια καλαβρέζικα.

Τετρακόσια χρόνια δεν ενοχλήθηκαν από την παρουσία των Οθωμανών κατακτητών, άλλα διακόσια χρόνια δεν ένιωσαν να θίγονται από βασιλιάδες, δικτάτορες, ηλίθιους, ανίκανους, σαλτιμπάγκους και κάθε είδους λαμόγια που τους κυβερνάνε, έξι χρόνια Μνημόνια θα τους πειράξουν;

Στα εξήντα χρόνια θα τους έχουν γίνει συνήθεια, στα εξακόσια ανάγκη.

Φαντάζεσαι μετά από εξακόσια χρόνια να έρθει κανένας απόγονος του αγραβάτωτου βλαχαδερού Alexis, να πει στο πόπολο ότι θα σκίσει τα Μνημόνια; Με τις πέτρες θα τον πάρουν.

Με το πού βγαίνει ο τύπος, καλός, ξεδιαλεγμένος, του βαράω επιδεικτικά παλαμάκια. «Μπράβο μεγάλε. Ίδιος Σουμάχερ. Ρε συ, δεν το βάζεις κάθετα στο δρόμο; Γιατί να περνάνε κι άλλοι; Δικός σου δεν είναι ο δρόμος;»

Ο καραφλός εξηντάρης οδηγός δείχνει να ξαφνιάζεται. Ξύνει για λίγο το πoυτσοκέφαλο που φοράει για γκλάβα και προσπαθεί να μαζέψει τα ασυμάζευτα.

«Ε, λες να ενοχλώ εδώ;» απαντάει με ένα ίχνος απορίας να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του. (Απορία, που φυσικά είχε να κάνει με το «τι θέλει κι ασχολείται αυτός ο μαλάκας τώρα με το τι κάνω εγώ;» και με τίποτε άλλο).

«Μπα, ιδέα σου. Αφού λέμε να γκρεμίσουμε και τη στάση, να μη σου δυσκολεύουμε το παρκάρισμα».

Δεν προλαβαίνω να τελειώσω τη φράση μου και μπαίνει στη συζήτηση ένας κυριούλης που περιμένει περισσότερη ώρα από μένα στη στάση: «Θα φταίω εγώ τώρα, να πάρω τηλέφωνο το 100;»

«Ε, καλά, αν σας ενοχλώ, να το πάρω τότε», απαντάει ο πoυτσοκέφαλος και ξαναμπαίνει στο SUV, με πρόθεση και καλά να φύγει. Τούτος ο καβλίγκουρας, στο πέρασμά του από αυτόν τον κόσμο, άσπρισε, καράφλιασε, γέρασε και το μόνο που κατάλαβε είναι ότι ο καθένας κάνει ό,τι του καβλώσει η καραπουτσακλάρα του, αρκεί να μην εκφράσει κάποιος άλλος την ενόχλησή του. Στα παπάρια του αν ενοχλεί, στ’ αρχίδια του νόμοι, κανόνες, συμπεριφορές, στον πoύτσο του όλα. Κοινωνική συνείδηση στους μείον 273 βαθμούς Κελσίου. Απόλυτο μηδέν.

Στο Βέλγιο, όταν οι οδηγοί σε βλέπουν να στέκεσαι στο πεζοδρόμιο με πρόθεση να περάσεις απέναντι, σταματάνε, περιμένοντας να περάσει ο πεζός πρώτα. Ακόμα κι αν δεν είσαι σε διάβαση πεζών. Καλά για διάβαση πεζών, δεν το συζητώ καν. Δεν συζητώ καν για παράνομο παρκάρισμα, για οδήγηση υπό τους ήχους ντεσιμπέλ, για μποτιλιαρίσματα, για επικίνδυνη οδήγηση ή για υπερβολική ταχύτητα. Τρεις μήνες, μα την Παναγία, νόμιζα ότι ζω, όχι σε άλλη χώρα, αλλά σε άλλο γαλαξία, σε άλλο σύμπαν.

Σε μια πόλη από την οποία διέρχονται καθημερινά χιλιάδες ξένοι, όπου συναντάς ανθρώπους κάθε φυλής, χρώματος και θρησκεύματος, δε βλέπεις πουθενά ένα σκουπίδι. Σε μια πόλη που είναι ένα απέραντο εργοτάξιο λόγω ανακατασκευής των σταθμών του μετρό και πλήθους άλλων έργων, δεν υπάρχει ούτε ένα μέτρο δρόμου ή πεζοδρόμιου με λακκούβες, σπασίματα ή κακοτεχνίες.

Όταν ένα κατάστημα λέει ότι σερβίρει από τις 3 ως τις 5, εννοεί ότι αν πας ένα δεκάλεπτο πριν τις πέντε, θα σου εξηγήσουν ότι έχεις μπροστά σου ένα δεκάλεπτο, να παραγγείλεις, να σερβιριστείς, να φας, να πιεις, να χωνέψεις, να πληρώσεις και να την τζάσεις, ακόμα κι αν είσαι ιδιοκτήτης όχι του καταστήματος, αλλά της πόλης ολόκληρης.

Στο μεταξύ, έχει φτάσει το λεωφορείο κι όταν μπαίνουμε ο μαζεμένος κυριούλης, σπεύδει να μου σφίξει το χέρι και να μου πει γεμάτος περηφάνεια: «Έτσι πρέπει. Να ενώσουμε τις φωνές μας, μπας και καταφέρουμε κάποτε να γίνουμε κράτος. Είδατε πώς έκανε πίσω, όταν του επιτεθήκαμε και οι δύο;»

Τον κοιτάζω με πραγματική απορία. Τούτος εδώ, νιώθει λες και ξεκινήσαμε επίθεση στο Σαγγάριο κι όπου να ’ναι θα πάρουμε την Άγκυρα. Δε μοιάζει να κοροϊδεύει, αλλά δε μου κάνει καρδιά να τον αφήσω να ζει μέσα στην ψευδαίσθηση.

«Θέατρο παίζει», του λέω. «Για ρίξτε μια ματιά απ’ το παράθυρο. Έφυγε;»

Ο κυριούλης στρέφεται γρήγορα προς το παράθυρο και μένει παξιμάδι. «Δεν είναι δυνατόν», μου λέει, με ύφος, θαρρείς κι έβλεπε το Μωυσή να βαδίζει πάνω στα νερά της Ερυθράς Θάλασσας. «Εκεί το παράτησε. Και σηκώθηκε κι έφυγε. Ε, δε θα γίνουμε κράτος ποτέ», τον άκουσα να μονολογεί απελπισμένος.

Η συζήτηση δεν είχε συνέχεια, αφού το στριμωξίδι ήταν αφόρητο. Μετά από κάποιες στάσεις κι αφού μακάρισα τις σαρδέλες, που μέσα στην κονσέρβα πατικώνονται βέβαια, αλλά δεν τρώνε μπουνιές, κλωτσιές και δεν είναι υποχρεωμένες να ανέχονται την μπόχα που αναδίδει ο κάθε άπλυτος, που το 2016 κυκλοφορεί ελεύθερα μέσα στον κόσμο, χωρίς να αισθάνεται ίχνος ντροπής, έφτασα στο αγαπημένο μου στέκι, καβλωμένος με τη σκέψη ότι θα απολαύσω επιτέλους ελεύθερα τον καφέ και το τσιγάρο μου…

Το κόβω εδώ, για να μη μου βάλεις χέρι και για να πουλήσει κανένα φύλλο κι η επόμενη έκδοση…

Χεχεχεχε

Πολλά φιλιά σε όλους από Αθήνα πια

Σ.Α.Μ.

(Αγαπητέ φίλε, αισθητή η απουσία σου. Σκέφτηκα πως μπορεί να εξαφανίστηκες επειδή είχες κάνα παππού στον ΕΛΑΣ και σε διόρισαν οι συριζαίοι σύμβουλο σε κάποιο υπουργείο. Δεν σου βάζω χέρι γιατί είσαι και παρεξηγιάρης. Σου εύχομαι να είσαι γερός και να θάψεις όλους τους γιατρούς σου. Σαν εκείνον το τύπο σε κάποιο νησί -στην Ικαρία νομίζω- που του είχαν δώσει πριν από μερικές δεκαετίες οι γιατροί στην Αμερική μερικούς μήνες ζωή, κι αυτός ζει ακόμα, ενώ οι γιατροί του τα τίναξαν. Να είσαι καλά.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.