Άσε τα μελοματζήδικα

Ανόητε, δειλέ και χαβαλεδιάρη Πιτσιρίκο,
θεωρώ πως είσαι τουλάχιστον γελασμένος αν πιστεύεις ότι η λαϊκιά κυβέρνηση της Δ.Φ.Α. θα σε προσλάβει ως σύμβουλο, επειδή άρχισες να γράφεις όμορφα, καψούρικα λόγια για την Ελένη.
Εντάξει, δε λέω, μορφωμένα τα ’πες, είναι φως φανερό πως τη ζαχαρώνεις, είπες αντρίκιες κουβέντες, τίμιες και σταράτες, πάσο. Τις διαβάζει ο πάσα ένας σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού της Δ.Φ.Α. και τις καταλαβαίνει.

Πώς να ξεχάσει όμως ο κάθε σύμβουλος της λαϊκιάς κυβέρνησης του προτεκτοράτου τις λοιδορίες που εκτόξευσες εναντίον της Μπουμπουλίνας;

Που πήρε η γυναίκα και σου ’γραψε ολόκληρο δεκάλογο, πάσχισε να σε πείσει να μετανοήσεις, να τη βοηθήσεις να σηκώσει λίγο πιο ψηλά τον ήλιο, άντε το πανό που έφτιαξαν για να το δείξουν στους πρόσφυγες (λες και θα καταλάβαιναν οι φουκαράδες τι έγραφε – μην κοιτάς που η ΕΡΤ το έκανε κεντρικό θέμα) κι εσύ της απάντησες ότι θα πας για μπάνιο;

Πώς να παραβλέψει ο κάθε συριζαίος σύμβουλος, παρασύμβουλος, κόντρα σύμβουλος και παρατρεχάμενος τις ύβρεις, τη χλεύη, τις απρέπειες, τα λόγια που έχεις σούρει κατά καιρούς στα στελέχη της Δ.Φ.Α.;

Η Μπουμπουλίνα στο είπε απερίφραστα και φάτσα φόρα, ότι θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους, για να βγάλεις το σκασμό κι εσύ και κάθε όμοιός σου.

Τσεκεβάρα μ’ ανέβαζαν, Βελουχιώτη με κατέβαζαν όλοι οι δεξιοί με τους οποίους συνεργάστηκα στη ζωή μου, μα την Παναγία όμως, ούτε ένας τους δε μ’ έριξε κι όποτε χρειάστηκα κάτι, φέρθηκαν σπαθί απέναντί μου.

Ίδρωσα και την τελευταία δεκάρα που μου ’δωσαν, αλλά προς τιμήν τους, όλοι τους το αναγνώρισαν στο ακέραιο.

Τους τα ’χωνα πάντα χύμα και τσουβαλάτα, ποτέ κανείς τους δεν μου κράτησε κακία, ποτέ κανείς τους δε μου φέρθηκε πούστικα.

Χρόνο και χρήμα έχασα στη ζωή μου αποκλειστικά και μόνο από «αριστερούς».

Γενικά δηλαδή, ό,τι ήταν δυνατό να χάσω, το έχασα μόνο από δαύτους. Δεν ξέρω αν έτυχε, όμως πέτυχε.

Δεν πα να λιώσεις σόλες στις πορείες; Δεν πα να χάσεις μεροκάματα και μεροκάματα στις απεργίες;

Στ’ αρχίδια τους. Μια κουβέντα να τους πεις, έπαιξες κι έχασες.

Γκαμήλες οι φούστηδες. Ό,τι πεις κι ό,τι κάνεις το κρατάν μέσα στην καμπούρα.

Αρρώστησα κι όταν είπε σε κάποιον «αριστερό» η γυναίκα μου αν ξέρει κανένα γιατρό, η απάντηση ήταν «μέχρι χτες μας έβριζε, τώρα θέλει και βοήθεια;».

Βοήθεια που ήρθε ανέλπιστα, απρόσμενα, αδόκητα από δεξιό που όταν τυχαία άκουσε κάτι, σκίστηκε να εξυπηρετήσει.

Έρχονταν να με δουν γιατροί κατ’ εντολή λέει του Δρ Μίδα, που ούτε τον ξέρω καν προσωπικά και, μάλιστα – κοίτα να δεις τι αχάριστος που είμαι – πριν λίγες μέρες του έριξα κι έναν λίβελο – έτσι σε δουλειά να βρισκόμαστε – αγανακτισμένος που ένα πλήθος συναδέλφων του κοιτάνε τον ασθενή μόνο αν δουν πρώτα το φακελάκι.

Μάλλον όχι αγανακτισμένος, αηδιασμένος. Γιατί νιώθω σιχαμάρα όταν βλέπω έναν δήθεν επιστήμονα, να προσπαθεί να παραστήσει τον έμπορο. Και τι έμπορος… της κακιάς ώρας.

Κι η πουτάνα η πατρίδα έδιωξε τον Ηλία. Αυτός περίσσευε…

Στο τρένο γνώρισα έναν 65χρονο ανάπηρο. Γνωριμία του τρένου. Ούτε καν το όνομά του δεν έμαθα. Μένει στην Αθήνα, στο νοίκι, γιατί μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία. Στο χωριό του ή είσαι υγιής και πας στον καφενέ ή άρρωστος και πας στον Καιάδα αυτοβούλως. Δις ιζ πρωτοβάθμια περίθαλψη εν Ελλάδι. Και προ Μνημονίων τα ίδια σκατά ήταν.

Έφυγε από το Παγκράτι, γιατί στην πολυκατοικία όσοι μιλούσαν ελληνικά, τα μιλούσαν σπαστά. Φυσικά δε μιλούσαν όλοι ελληνικά. «Μετανάστης ένιωθα» μου είπε.

Δυο φορές του άνοιξαν το σπίτι. Τι να πάρουν; Σαν τι να βρουν να πάρουν; Την τηλεόραση, κλασικά, καναδυό αλλαξιές ρούχα και ό,τι είχε το ψυγείο. Συν την αμοιβή του κλειδαρά για την επισκευή της πόρτας. Τιποτένια πράγματα για την αστυνομία, συμφορά για τον ίδιο.

Μετακόμισε στο Χολαργό. Σε παρόμοιο διαμέρισμα, χωρίς κοινόχρηστα και με πιο χαμηλό νοίκι. Ο πρώην σπιτονοικοκύρης του δε χαλάστηκε. Κουτί του ήρθε. Μόλις του είπε ότι πρόκειται να μετακομίσει, θεώρησε ότι ήρθε η ώρα να χτυπήσει καμιά επιδότηση, νοικιάζοντας το παλιοδιαμέρισμα σε πρόσφυγες.

Χρόνια πριν, όταν συνήλθε από το πρώτο εγκεφαλικό που έπαθε, πήγε σε κάποιο δεξιό βουλευτή και του είπε: «Εγώ κομμουνιστής είμαι, δε σε ψήφισα καμιά φορά. Ο γιος μου είναι φαντάρος στον Έβρο και δεν έχω μία να του στείλω. Αν έχεις καρδιά, βόηθα».

Στο μήνα πάνω, ο γιος του πήρε μετάθεση στον τόπο του. Δεν ξέρει αν ήρθε με μεσολάβηση του βουλευτή ή τον έφεραν γιατί προέκυψε το θέμα υγείας ή γιατί ήταν να έρθει έτσι κι αλλιώς.

Όπως και να ’χε, ένιωθε υποχρέωση. Έβαλε τη γυναίκα του να φτιάξει μια πίτα, έσφαξε και τον κόκορα και τα πήγε στο βουλευτή, να τον ευχαριστήσει.

«Δεν ξέρω τι έκανες, δεν ξέρω αν έκανες, ψήφο να σου δώσω δεν μπορώ, δε μου ’ρχεται, αλλά ό,τι έχω να δώσω στο δίνω απ’ την καρδιά μου» του είπε, άφησε το πεσκέσι κι έφυγε.

Πήγε στο χωριό του, για να περάσει και πάλι από μια κωλοεπιτροπή, η οποία κρίνει την αναπηρία του κάθε τρία χρόνια, γιατί το ελληνικό κράτος θεωρεί ότι είναι κουάιτ πάσιμπλ, ένας 65χρονος που κυκλοφορεί με καροτσάκι κι έχει πάθει τέσσερα εγκεφαλικά να συναντήσει το Χριστό καμιά μέρα στο δρόμο κι αυτός να του πει «σήκω πάνω ρε μαλάκα, παράτα το αυτό το γαμωκαρότσι επιτέλους».

Το ότι δεν κυκλοφορεί, γιατί η Ελλάδα δεν προσφέρεται για να κυκλοφορεί ένας ανάπηρος, είναι μια τελείως ασήμαντη λεπτομέρεια.

Βρήκε στην πλατεία τον τοπικό κομματάρχη του ΣΥΡΙΖΑ και του είπε τον καημό του. Η απάντηση που πήρε; «Ναι ρε. Μέχρι χτες καβάλα στα τρακτέρ να μας ρίξετε και σήμερα θέλετε και ρουσφέτια. Μια ζωή δεκανίκια της δεξιάς είστε ρε».

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, με βλέπω στο τέλος, ρε πιτσιρίκο, να αρχίσω να κολλάω τίποτα αφίσες του Κούλη του Ζαβού, σιγοτραγουδώντας «ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η θρησκεία».

Χεχεχεχεχε

Πολλά φιλιά

Σ.Α.Μ.

(Αγαπητέ Σ.Α.Μ., ο Μαρξ να σε φυλάει από τους αριστερούς. Εντάξει, μόνο από τους αριστερούς που έχουν κάνει την αριστεροσύνη επάγγελμα. Οι άλλοι είναι καλοί. Εγώ τι να πω που μου προτείνουν δουλειά μόνο οι δεξιοί; Τέλειο; Να είσαι καλά.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.