Αυτοί που έφυγαν κι αυτοί που έμειναν (Νοσταλγία)

Αγαπητέ Πιτσιρίκο
Κάποιες σκέψεις μου με αφορμή ένα σχόλιό σου στο facebook σχετικά με την τελευταία επιστολή του Ηλία. (Ανθρωπιά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί.)

Έγραψες λοιπόν:

“Ο Ηλίας θέλει να επιστρέψει στην Ελλάδα. Και βλέπει πως η Ελλάδα δεν πάει καλά, οπότε αυτό είναι δύσκολο. Αυτό νομίζω πως συμβαίνει. Δεν είναι εύκολη η ξενιτιά. Πρέπει αυτοί που έμειναν να καταλαβαίνουν αυτούς που έφυγαν και αυτοί που έφυγαν να καταλαβαίνουν αυτούς που έμειναν.”

Ξεκίνησα να γράψω ένα σχόλιο αλλά μετά διαπίστωσα ότι άρχισα να μακρηγορώ. Δεν μου αρέσει να “ξετυλίγω” τις σκέψεις μου στο facebook. Δεν είναι και για πολλά-πολλά το facebook. Οπότε λέω άστο, αυτό θα “φύγει” με mail.

Μαθαίνω για αρκετούς που είναι εδώ και 2-3 χρόνια στο εξωτερικό – ειδικά σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης – και θέλουν να γυρίσουν πίσω. Μερικοί τα παράτησαν πολύ γρήγορα.

Άλλοι πίστεψαν πως μόνο η αρχή είναι δύσκολη και έκαναν υπομονή. Αλλά, τελικά, αποδείχθηκε πως και η συνέχεια δεν ήταν καθόλου εύκολη, όχι μόνο στον επαγγελματικό τομέα αλλά και στην καθημερινότητα της ζωής τους.

Δεν προσαρμόζονται όλοι οι άνθρωποι το ίδιο εύκολα, κάποιοι ίσως και ποτέ. Θέλει γερό στομάχι και πέτρινη καρδιά η ξενιτιά…

Ίσως σε κάποιους άλλους να τους χαμογέλασε λίγο περισσότερο η τύχη. Μαζί με ό,τι άλλο, θέλει και τύχη μερικές φορές. Πολύ δύσκολα όμως τα πράγματα για κάποιον που πάει με σκοπό να αναζητήσει την τύχη του – και μόνο – σε μία άλλη χώρα.

Αλλά, ας μην επεκταθώ άλλο. Σκέψεις που κάνω από αυτά που μου μεταφέρουν διάφοροι φίλοι και γνωστοί είναι αυτές. Αυτοί που έχουν προσωπική εμπειρία – όπως οι χιλιάδες αναγνώστες του blog στο εξωτερικό – γνωρίζουν τα πράγματα πολύ καλύτερα. Αυτό έχει φανεί και από τα mail που σου στέλνουν πολλοί από αυτούς.

Δύσκολες καταστάσεις βιώνουν και αυτοί που έμειναν και αυτοί που έφυγαν. Υπάρχει όμως, κατά την ταπεινή μου γνώμη, κάτι “κοινό” και στους μεν και στους δε.

Η νοσταλγία. Νοσταλγία = νόστος + άλγος. Είναι ο πόνος που νοιώθουμε όταν θέλουμε να επιστρέψουμε σε αυτά που αγαπάμε. Πόνος γι’ αυτά που έχουν χαθεί. Ίσως και γι’ αυτά που μας αφήνουν πλέον μια πικρή γεύση και όχι τη γλυκιά που μας άφηναν κάποτε. Κι αν όλα αυτά είναι η πατρίδα μας;

Νοσταλγία για μια πατρίδα φυλακισμένη σε μια χώρα χρεοκοπημένη και διαλυμένη. Σε μια χώρα που δεν ανήκει πια στους Έλληνες. Σε μια χώρα προτεκτοράτο. Αυτή είναι η πικρή αλήθεια και βλέπεις, δυστυχώς ακόμη, κάποιοι να “ανησυχούν” για το ποιος θα είναι ο επόμενος πρωθυπουργός του προτεκτοράτου. Λες και έχει καμία σημασία πλέον. Σημασία έχει ότι χάθηκαν ευκαιρίες. Και ιστορία μας είναι γεμάτη από χαμένες ευκαιρίες και ευθύνες που δεν αποδόθηκαν ποτέ σε αυτούς που έπρεπε.

Αυτό νομίζω πως νιώθουν και όσοι έφυγαν και όσοι έμειναν. Ή, τουλάχιστον, όσοι έμειναν και αισθάνονται πως δεν “χωράνε” σε αυτή χώρα και θέλουν να φύγουν. Κι αυτοί που έφυγαν, αν γυρίσουν, κι αυτοί που έμειναν, αν φύγουν, την ίδια πατρίδα θα νοσταλγούν. Την Ελλάδα που δεν υπάρχει πια.
Υπό αυτή την έννοια, λίγο-πολύ, όλοι ξενιτεμένοι είμαστε…

Είναι η νοσταλγία για μια άλλη Ελλάδα. Που υπήρξε. Δεν ξέρω πόσο πίσω πρέπει να ταξιδέψει κανείς για να τη δει, αλλά υπήρξε. Ίσως η τελευταία αναλαμπή της να ήταν στη δεκαετία του ’60. Δεν την έζησα, προς το τέλος της γεννήθηκα. Αλλά μας άφησε πολλά. Κι έφυγε σαν τρένο, χωρίς επιβάτες, για τον προορισμό του.

Είναι κι αυτό που είχε γράψει ο Σεφέρης:

“Όσο προχωρεί ο καιρός και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονότατο συναίσθημα πως δεν είμαστε στην Ελλάδα, πως αυτό το κατασκεύασμα που τόσο σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά δεν είναι ο τόπος μας αλλά ένας εφιάλτης με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό. Ωστόσο νομίζω πως αυτό το συναίσθημα, συνειδητό ή όχι – αδιάφορο, χαραχτηρίζει όσους από τους ανθρώπους μας των εκατό τόσων τελευταίων χρόνων αξίζει να τους λογαριάσει κανείς. Οι μεγάλοι κολυμπητάδες, που αγωνίστηκαν, όσο κρατούσαν τα μπράτσα τους, να φτάσουν και να ιδούνε από πιο κοντά αυτό το σκληρό νησί του Αιόλου, την άλλη Ελλάδα.”

Η βοήθεια που προσφέρουν οι Έλληνες στους πρόσφυγες είναι πολύτιμη και συγκινητική. Είναι άνθρωποι που έφυγαν για να γλιτώσουν απ’ τον πόλεμο. Και ο πόλεμος είναι φρίκη. Γι’ όλους. Δεν κάνει διακρίσεις. Τη χώρα τους εγκατέλειψαν. Τα ερείπια του πολέμου. Την πατρίδα τους την κουβαλάνε μέσα τους, στην καρδιά τους.

Η περιπέτεια αυτών των ανθρώπων δε θα τελειώσει εύκολα και γρήγορα. Γιατί αυτοί που δημιούργησαν το πρόβλημα δε θέλουν να το λύσουν. Και το πρόβλημα είναι ο πόλεμος. Μέχρι τότε ή μέχρι να πάνε στις χώρες που θέλουν, έχουν ανάγκη από τρόφιμα, ρούχα, φάρμακα και στέγη. Κι από αγάπη. Πρέπει να ζήσουν σαν άνθρωποι.

Μακάρι η συμπαράσταση των ανώνυμων Ελλήνων να συνεχιστεί. Αλλά, δεν το κρύβω, πως φοβάμαι μήπως με τον καιρό αυτοί οι άνθρωποι ξεχαστούν.

Είναι και που προβλήθηκαν πολλά δακρύβρεχτα ρεπορτάζ τηλεδημοσιογράφων. Είδαν ανθρώπινο πόνο και δεν άφησαν την ευκαιρία να πάει χαμένη… Τόσα χρόνια, ούτε κουβέντα για τον πόλεμο στη Συρία.

Σήμερα είδα και μια φωτογραφία απ΄ τον Πειραιά με κάτι γνωστούς “επαγγελματίες φιλάνθρωπους” να “αναλαμβάνουν δράση”. Ούτε κι αυτοί αφήνουν χαμένες τέτοιες ευκαιρίες προσωπικής προβολής.

Ας δείξουμε ότι δεν παρασυρθήκαμε κι αυτή τη φορά με ό,τι ευκαιριακά μας πλασάρει η τηλεόραση. Ας δείξουμε ότι είμαστε και θα είμαστε αληθινοί άνθρωποι.

Ας συνεχίσουμε την ίδια ανθρώπινη στάση. Όλοι μπορούμε κάτι να δώσουμε. Μικρό ή μεγάλο, δεν έχει σημασία. Και αγάπη. Πολλή αγάπη.

“Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά.

Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.

Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ’ρθει συντροφιά κι ο Χριστός…”

Τάσος Λειβαδίτης.

Την αγάπη μου

Παναγιώτης

(Αγαπητέ Παναγιώτη, η Ελλάδα είναι αρρώστια. Και για αυτούς που μένουν και για αυτούς που φεύγουν. Το απόσπασμα του Σεφέρη δείχνει πως η αρρώστια έρχεται μάλλον από τα βάθη των χρόνων. Και κολλάει και τους ξένους. Να είσαι καλά.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.