Για όλα φταίει ο Μιχαήλ Στρογκώφ

Αγαπημένος συγγραφέας των παιδικών μου χρόνων, Πιτσιρίκο μου, ήταν ο Ιούλιος Βερν. Κι απ’ όλους τους ήρωές του έναν ξεχώριζα: τον Μιχαήλ Στρογκώφ. Στα όνειρά μου, με φανταζόμουν σαν τον Αστραπόγιαννο, να μεταφέρω το μήνυμα του Εθνάρχη στα σκλαβωμένα αδέρφια στους βάλτους της Μακεδονίας, που είχαν τόσα κρυμμένα μυστικά σύμφωνα με άλλη αγαπημένη μου συγγραφέα, ενώ στους εφιάλτες μου, Τσέτες με τύφλωναν και με ξανατύφλωναν με πυρωμένα σπαθιά.

Με τα χρόνια, καθώς άρχισα να εντρυφώ σε διάφορους εθνομηδενιστές συγγραφείς κι ενώ η πραγματικότητα δε με προσγείωνε απλά, αλλά με γείωνε, έπαψα να ’χω όνειρα, χωρίς ποτέ να μ’ εγκαταλείψουν οι ίδιοι εφιάλτες…

Έτσι, ποτέ δε στάθηκε δυνατό να φορέσω φακούς επαφής ή να κάνω επέμβαση με λέιζερ για διόρθωση της μυωπίας, παραμένοντας σκέτος μπελάς για κάθε οφθαλμίατρο που είχε την ατυχία να προσπαθεί να μου κάνει μια στοιχειώδη εξέταση.

Εξαίρεση αποτελεί ο Τάκης, η οφθαλμολογική εξέταση του οποίου σημαίνει μια ενδελεχή ανάλυση των ιστορικών σφαλμάτων της Αριστεράς, σε συνδυασμό με μια διαχρονική επισκόπηση της πορείας του Θρύλου σε Ελλάδα κι Ευρώπη.

Ε, κάποιες σπάνιες φορές, μου ρίχνει και μια ματιά στα μάτια, περιοριζόμενος σε μακροσκοπική παρατήρηση, σεβόμενος απόλυτα την ευαισθησία που έχω.

Γνήσιος οπαδός του κινήματος «το μάτι συνηθίζει» – ακόμα κι όταν άρχισα λόγω ηλικίας να εμφανίζω και πρεσβυωπία – ο Τάκης αρκέστηκε στη διαπίστωση «άσπρα μαλλιά στην κεφαλή, κακά μαντάτα στην ψω@@» κι όταν παράγινε το κακό, μου άλλαξε τους φακούς, καθώς απεφάνθη ότι έπεσε γύρω στον ενάμισυ βαθμό η μυωπία μου.

Πέρασα μια περίοδο που δεν έβλεπα ούτε κοντά με τα γυαλιά, ούτε μακριά.

Αλλά σε κάποιες μέρες το μάτι συνήθισε να βλέπει μακριά, ενώ βγάζοντας τα γυαλιά μπορούσα να διαβάζω, εκτός αν πήγαινα το βιβλίο στο ύψος των αχαμνών, οπότε διάβαζα και με τα γυαλιά κι έτσι, ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Το πράγμα δυσκόλεψε, όταν εξαιτίας της παρενέργειας κάποιου φαρμάκου ή για άλλους λόγους άσχετους, η όραση από το αριστερό μάτι άρχιζε να γίνεται όλο και πιο θαμπή, με αποτέλεσμα να καταντήσω να βλέπω μόνο σκιές.

Για να αποφανθεί η επιστήμη αν πρόκειται για καταρράκτη, οροπέδιο ή ό,τι άλλο, πρέπει ο Τάκης να βάλει χέρι στο μάτι, να δει λέει το βυθό, τα ψάρια του και δεν ξέρω τι, αλλά αυτό είναι κάτι που δεν το δέχομαι.

Τώρα που μάθαμε ότι κι ο Τόλης ψήνει το ψάρι κι από τις δυο μεριές, πιάσε μου κώλο όσο θες Τάκη, το μάτι όμως με τίποτα δεν το μπορώ.

Τη λύση στο πρόβλημα έδωσε – εζ γιούζουαλ – ο Παντελής, όταν κατά τη διάρκεια μιας τσιπουροκατάνυξης απεφάνθη: «πρέπει να πάμε για τσίπουρα».

«Γιατί, τώρα πού είμαστε ρε Παντελή;»

«Τώρα βρε μ@@@κισμένο πέρασε η ώρα. Την Κυριακή θα πάμε απ’ το πρωί και μόλις πιεις δυο πενηντάρια και γίνεις ντίρλα, θα πάτε με τον Τάκη στο ιατρείο και σου βγάζει μάτια και φρύδια μαζί, χωρίς να πάρεις χαμπάρι».

Η ιδέα του θεωρήθηκε καταπληκτική κι έγινε ομόφωνα δεκτή.

Δεν μπορεί, σε κάποια προηγούμενη ζωή του ο Παντελής πρέπει να λεγόταν Οδυσσέας και να είχε σκαρφιστεί εκείνο το κόλπο με το κούφιο άλογο, χάρη στο οποίο ο ένδοξος Παλαιολόγος πήρε την Τροία κι έτσι ο Πατριώτης Ψεκασμένος με τη Δούρου Αρένα βρήκαν αφορμή να χορεύουν τσάμικα κάθε 25 Μαρτίου στην κεντρική πλατεία του Προτεκτοράτου.

Βέβαια, κανείς δε σκέφτηκε ότι κι ο Τάκης, μετά από δυο πενηνταράκια, δεν μπορεί να ξεχωρίσει το δεξί χέρι απ’ τ’ αριστερό, αλλά στα τσίπουρα έγινε η σκέψη, μην έχουμε απαιτήσεις…

Τέτοιες παράλογες απαιτήσεις είχαμε κι από το Διδάκτορα των ΙΕΚ Ξυνή Σμύρνης, που τον πότιζε μπύρες 17 ώρες η Άνγκελα και πάνω στη σούρα του το παιδί υπόγραψε το Μνημόνιο.

Πού να ξέρει το καψερό τι υπόγραψε; Άμαθο ήταν στις μπύρες. Μόνο καφέδες ήξερε να φτιάχνει στον Ψυχάρη. Δεν τη βαστάει την πουτάνα την μπύρα. Πρωθυπουργό τον ήθελε η καθηγήτρια πανεπιστημίου, όχι μπεκρή.

Κυριακή στην Καισαριανή ξεκινάμε την τσιπουροθεραπεία από τις μία το μεσημέρι. Γύρω στις πέντε ο Κώτσος σφυράει τη λήξη. Ο Παντελής το δέχεται αδιαμαρτύρητα – πρώτη φορά στα χρονικά – δε ζητάει ούτε λεπτό καθυστέρησης. Εφαρμόζει υποδειγματικά το φαιρ πλαίυ.

Με το που βγαίνουμε στην Εθνικής Αντιστάσεως να σου ένα ταξί μπροστά μας, το βουτάμε με τον Τάκη και κατευθυνόμαστε Λυσσιατρείο, στο ιατρείο του.

Φτάνοντας εκεί, αρχίζουν τα μπερδέματα. Ψάχνει στις τσέπες του μπουφάν, στις τσέπες του παντελονιού, με βάζει να ψαχτώ κι εγώ, κλειδιά πουθενά. Άφαντα. Ο Τάκης ξαφνικά αγχώνεται.

«Μην τρελαίνεσαι του λέω, πάμε πίσω, στο τραπέζι θα τα ξέχασες».

Βγαίνουμε ξανά Πατησίων, περνάμε στο άλλο ρεύμα, σε λίγο να σου ένα ταξί, το παίρνουμε και πάμε μπακ του Καισαριανή.

Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής ο Τάκης διηγείται τη δική του εκδοχή του Γιάννη του σκεπαρνοσκοτωμένου στον ταρίφα, που τον ακούει γεμάτος ενδιαφέρον.

Να δεις που τα κλειδιά θα τα σούφρωσαν τίποτα Γεωργιανοί και δεν τον πειράζει να του ανοίξουν το ιατρείο –φωτιά να του βάλουν και να το κάψουν– έλα όμως που θα μπουν και στο σπίτι, θα σιδερώνουν τη γυναίκα του και τα παιδιά του και άντε τώρα να τους πείσεις πως δεν υπάρχει γρόσι ούτε για δείγμα.

«Να πάτε στην Αστυνομία, αν και τι να σου κάνει κι αυτή» αποφαίνεται ο ταρίφας, χωρίς να προλάβει να ολοκληρώσει την παράθεση του σκεπτικού του, καθώς φτάνοντας Καισαριανή ο Τάκης φεύγει τρέχοντας προς το τσιπουράδικο.

Ψάχνει ο Τάκης, ψάχνω εγώ, ο καταστηματάρχης, τα γκαρσόνια, κάτι πελάτες που ξέμειναν από το μεσημέρι –μόνο τη Νικολούλη δε φωνάξαμε- σε τραπέζια, κουζίνα, σκουπίδια, όπου μπορείς να φανταστείς. Κλειδιά πουθενά.

«Πάμε Αστυνομία», καταλήγει ο Τάκης, «πάμε μήπως προλάβουμε το κακό» και με ταχύ βήμα κατευθύνεται πάλι προς Αντιστάσεως κι εγώ ακολουθώ πίσω του ασθμαίνοντας.

«Αστυνομικό Τμήμα Κυψέλης», προστάζει τον πρώτο ταρίφα που βρίσκει και η διαδρομή γίνεται στα μουγκά, καθώς έχει πλέον καταρρεύσει ψυχολογικά.

Μόλις φτάνουμε στη γωνία, λίγο πριν μπούμε στο Τμήμα, μου έρχεται η φλασιά: «ρε Τάκη, μπας και τα βούτηξε ο Παντελής;»

Ο Τάκης μοιάζει λες και τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.

Βγάζει μεμιάς το κινητό, κατεβάζοντας ταυτόχρονα όποιον μετά Χριστόν άγιο του έρχεται πρόχειρος και καλεί τον «ένοχο». Του λέει κάτι ακατάληπτα, αδύνατο να τον καταλάβει ο άλλος, οπότε του το κλείνει.

Καλεί και ξανακαλεί σαν τρελός, αλλά ο Παντελής του το κλείνει συνεχώς στα μούτρα, ενώ εγώ προσπαθώ μάταια να τον ηρεμήσω.

Προσπαθώντας να μάθει τι συμβαίνει, με παίρνει ο Παντελής στο κινητό κι όταν του εξηγώ έρχεται πληρωμένη η απάντηση: «στο αμάξι κοίταξε ρε, το όργιο;»

«Στο αμάξι κοίταξες;» μεταφέρω στον Τάκη που αντιδρά ξανά λες να του κάνουν ηλεκτροσόκ.

«Στο αμάξι ρε, πω πω, με το αμάξι ήρθα Καισαριανή».

Ασυγκράτητος τρέχει και σταματάει το πρώτο ταξί, κινούμενος πάντα μέσα στα πλαίσια της εξαντλητικής προσπάθειας που καταβάλαμε όλο το απόγευμα να δώσουμε το φιλί ζωής στο συμπαθή κλάδο με τον οβολό μας.

Φυσικά, τα κλειδιά ήταν στο αυτοκίνητο, αφήνοντας ασυγκίνητο το κάθε κακοποιό γεωργιανό στοιχείο που παραμονεύει να κλέψει τα κλειδιά του Τάκη, για να κάνει Σπυριδούλα τη γυναίκα και τα παιδιά του.

Ο Τάκης, άλλος άνθρωπος πια. Τόσο ανακουφισμένο είχα να τον δω από τότε που έβαλε το δεύτερο γκολ ο Γαύρος σε ένα καφενείο της Κροατίας, γλυτώνοντας στο τσαφ το ξεφτιλίκι στο Καραϊσκάκη.

Κοιτάζει το ρολόι του. «Ρε μ@λ@κ@, πήγε εννιάμισυ, δεν τη γ@μ@με την εξέταση, να πάμε να πιούμε κανένα κόφι; Πού να τρέχουμε τώρα, νυχτιάτικα».

«Και το ρωτάς ρε Τάκη;», απαντώ ανακουφισμένος που τη γλίτωσα.

Φιλώ σε

Σ.Α.Μ.

Υ.Γ. Το κείμενο –όπως και τα περισσότερα που σου έστειλα– αποτελεί μια προσπάθεια ευφημισμού της βάσκανης μοίρας μου, με αφορμή την απώλεια του έτερου ινδάλματος της παιδικής μου ηλικίας, του Γιόχαν Κρόιφ, που πάνω που φαινόταν ότι την πήδηξε από το πρόβλημα της καρδιάς, του ήρθε η επάρατος να τον καθαρίσει. Άμα σε βάλει στο σημάδι, δεν ξεφεύγεις με τίποτα ρε φίλε…

(Αγαπητέ Σ.Α.Μ., έχω διαβάσει τον Μιχαήλ Στρογκώφ καμιά δεκαριά φορές. Στο σημείο που του βάζουν το καυτό κνούτο στα μάτια αλλά δεν χάνει την όρασή του επειδή είχε δακρύσει, δάκρυζα πάντα κι εγώ. Πολύ τον έχω πονέσει τον Μιχαήλ Στρογκώφ. Και θέλω να πάω στο Ιρκούτσκ. Καλά, την Πηνελόπη Δέλτα την έχω λιώσει. Μόνο η Πηνελόπη Δέλτα θα μπορούσε να γράψει για ένα σκύλο που είναι Έλληνας πατριώτης. Σ.Α.Μ., εκτιμώ τους ανθρώπους που εκτιμούν τους φίλους τους, με όλα τα κουσούρια τους. Βασικά, εκτιμώ αυτούς που έχουν φίλους, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πια άφιλοι. Ωραία περνάτε στην Ελλάδα, μην το πάρουν μόνο χαμπάρι οι τζιχαντοχίπστερ και σας μαζεύουμε με τα τσιμπιδάκια. Θεός ο Κρόιφ, πολύ ροκ παίκτης. Σπουδαίο πράγμα το στιλ. Να παίζεις ποδόσφαιρο, και να μοιάζεις με κορυφαίο ρώσο χορευτή. Ωραία έζησε ο Κρόιφ. Θα του αφιερώσω μερικά από τα γκολ που θα βάλω στην παραλία, όταν παίξουμε με τους Γερμανούς το καλοκαίρι. Να είσαι καλά.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.