Άλογα;
Καλησπέρα πιτσιρίκο,
Όταν η μητέρα μου ήταν μικρή, στην οικογένεια είχαν και ένα άλογο, τον Κώτσο. Λέω στην οικογένεια, γιατί ο παππούς μου θεωρούσε και τα ζωντανά τους, μέλη της οικογένειας. Ένα βράδυ η γιαγιά μου, είπε στην μητέρα μου και τον –μεγαλύτερο της- θείο μου να φορτώσουν τον Κώτσο ξύλα και μερικά φαγητά «να τα πάνε στην φτωχή». Είχε μάθει ότι είχε πεθάνει ο άντρας μιας κυρίας που έμενε λίγο πιο έξω από το χωριό και ήταν σε τραγική κατάσταση.
Όταν έφτασαν και τους είδε η κυρία, έβαλε τα κλάματα, και άνοιξε μια σακούλα με φοντάν να κεράσει τα παιδιά (μητέρα, θείος) για να τα ευχαριστήσει που κουβάλησαν τόσα πράγματα.
Αυτά πήραν από ένα αλλά τους είπε να πάρουν όλη την σακούλα.
Με τα φοντάν στο χέρι πήγαν πάλι προς τον Κώτσο. Ο θείος μου, πήρε το φοντάν της μητέρας μου από το χέρι. Αυτή αντέδρασε.
-Μα μου το έδωσε εμένα
-Γιατί εσύ τα κουβάλησες τα πράγματα;
-Μαζί τα κουβαλήσαμε
-Δεν είσαι με τα καλά σου μου φαίνεται
Ο θείος μου έριξε το φοντάν του και της μητέρας μου στην σακούλα, την άνοιξε παραπάνω και τα έδωσε να τα φάει ο Κώτσος.
-Αυτός τα κουβάλησε, και κουβάλαγε και εμάς, αυτός θα τα φάει
Ένα βράδυ κάποια χρόνια μετά όταν ο θείος μου είχε φύγει για τα καράβια, ο Κώτσος ήταν ανήσυχος όλο το βράδυ και χτυπούσε την πόρτα του.
Τα ξημερώματα πλέον ο θόρυβος που έκανε στον στάβλο ήταν υπερβολικός με αποτέλεσμα να τους σηκώσει όλους στο πόδι.
Στην πόρτα προέβαλε η τρομερά αδυνατισμένη φιγούρα του θείου μου, ο οποίος είχε γυρίσει χωρίς να τους έχει ενημερώσει.
Μόνο ο Κώτσος το είχε μάθει (του το είχε πει ένα πουλάκι) γι’ αυτό και ήταν ο πρώτος από την οικογένεια που πήγε να χαιρετήσει ο θείος μου.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο παππούς μου πέθανε.
Τα παιδιά είχαν φύγει από το χωριό και πλέον η γιαγιά δεν θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα μόνη της.
Αποφάσισε να δώσει τα άλογα σε συγγενείς.
Τον Κώτσο τον έβαλαν σε ένα φορτηγό και από την Αρκαδία τον πήγαν στην Ηλεία, στο χωριό του πατέρα μου.
Δύο βράδια μετά ο Κώτσος την έκανε με ελαφρά χοπ χοπ και γύρισε πίσω.
Λίγα χρόνια αργότερα η γιαγιά μου πήγε στο χωριό του πατέρα μου.
Όταν την είδε ο Κώτσος, άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του και της γιαγιάς μου.
Πήγε προς το μέρος της και ακούμπησε το κεφάλι του στον ώμο της.
Στο χωριό του πατέρα μου δυστυχώς ο Κώτσος γνώρισε έναν άλλο κόσμο. Εκεί, όταν το ζώο είναι κουρασμένο, το χτυπάς. Γενικά, το ζώο το χτυπάς.
Επίσης, βάζεις φόλα στο σκυλί του γείτονα, ρίχνεις βραστό νερό στις γάτες για να φύγουν, δαγκώνεις το αυτί της κατσίκας κλπ.
Ο Κώτσος λίγο καιρό μετά πέθανε, αλλά δεν τον έθαψαν, ούτε του έβαλαν σταυρό στον τάφο όπως είχε ζητήσει ο παππούς μου.
Πού θέλω να καταλήξω με όλα αυτά; Δεν ξέρω ίσως κάποια άλλη φορά.
Ούτε τον παππού μου όμως πρόλαβα να γνωρίσω, ούτε τον Κώτσο, αλλά από τις ιστορίες τους γνώρισα μια άλλη Ελλάδα.
Γνώρισα επίσης και την ζω καθημερινά την άλλη Ελλάδα, την «κτηνώδη».
Αυτή που λέει τα μέλη της οικογένειάς της, ζώα και όχι ζωντανά.
Και το πρόβλημά μου είναι ότι κουβαλάω μέσα μου το φορτίο και των 2 «Ελλάδων».
Κάποια στιγμή, καλό είναι να αφήνουμε μερικά φορτία πίσω μας ε;
Εξάλλου, τα άλογα δεν ερωτοτροπούν όταν ιππεύονται, και τα αερόστατα δεν πετάνε με τόσα σακιά πάνω τους.
Μια φορά και έναν καιρό, αυτός ο τόπος είχε πολλούς όμορφους παππούδες. Και όμορφους ποιητές και όμορφους επαναστάτες.
Μια φορά και έναν καιρό, σε αυτόν τον τόπο είχαν θεά για τον Έρωτα και όχι για την Αγάπη.
Μια φορά και έναν καιρό, στο μέλλον, τι;
Πιτσιρίκο, Βασίλη, παππού, Κώτσο, την αγάπη μου
Βασίλης
(Αγαπητέ Βασίλη, όταν πέθανε ο Κόγιος, ο γάιδαρος του θείου μου και της θείας μαυ στη Ζάκυνθο, τον έκλαψα με μαύρο δάκρυ. Ήμουν παιδί, βέβαια. Θυμάμαι τη στιγμή που τηλεφώνησε η θεία μου και μου είπε ότι πέθανε ο Κόγιος. Έκλαιγε η θεία μου, έκλαιγα κι εγώ. Αυτός ο Κόγιος μας είχε πάει στην θάλασσα, μας είχε πάει στο χωριό, μας είχε πάει παντού. Αλλά κι εμείς τον τρίβαμε στην πλάτη γιατί του άρεσε. Και εμένα μου άρεσε να τον κοιτάζω μέσα στα μάτια. Και του Κόγιου του άρεσε. Έχεις πάντα την αίσθηση πως τα ζώα κάτι θέλουν να σου πουν. Και το λένε. Εγώ από τα ζώα έμαθα τι καλά που είναι να καθόμαστε παρέα και να μην μιλάμε. Είναι σοφά ζώα οι γάιδαροι αλλά μόνο οι αρχαίοι Μακεδόνες το είχαν καταλάβει αυτό. Βασίλη, και σήμερα υπάρχουν όμορφοι άνθρωποι στην Ελλάδα. Και όμορφοι Έλληνες παντού. Αλλά δεν κάνουν θόρυβο. Βασίλη, το κείμενό σου με οδηγεί στο επόμενο κείμενο. Να είσαι καλά.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

