Η Παναγιώτα, Ο Βαλεντίνος, Ο Νικολάκης και οι άλλοι

Γεια πιτσιρίκο, καταπληκτική η φάση με το γεράκι. Αν δεν ήταν ο Πίπης αυτοπροσώπως το γεράκι που σου ήρθε, σίγουρα ήταν κάποιος στον οποίο ο Πίπης είχε μιλήσει για σένα.

Έχω μαζέψει πουλιά που μου χτύπησαν την πόρτα στην κυριολεξία, στα πρόθυρα της ασιτίας, τα περιποιήθηκα και δύο από αυτά τα κράτησα γιατί ήταν πουλιά που θα μπορούσαν να επιζήσουν δυστυχώς μόνο σε κλουβί.

Η Παναγιώτα που στη πορεία αποδείχτηκε Παναγιώτης και ο Βαλεντίνος ή Τζιτζιφρίγκος, μέχρι που άρχισε να γεννάει αυγά και το γυρίσαμε στο θηλυκό Βαλεντίνα.

Μία μέρα περπατούσα σε δρόμο της πόλης και βρίσκω ένα πιτσιρίκι σπουργίτι κυκλωμένο από γάτες να τσιρίζει με μανία.

Είχε πέσει από τη φωλιά του και στο ένα πόδι είχε σχηματιστεί μια μπάλα από κολλημένες ξεραμένες κουτσουλιές.

Πραγματικά, είχε πολύ πλάκα, ήταν σαν κατάδικος με τη σιδερένια μπάλα στο πόδι.

Ήταν και ζόρικο μαγκάκι και δεν κόλλαγε να τσιρίζει απειλητικά σε ότι και όποιον το κοιτούσε.

Τον μάζεψα, τον πήρα σπίτι, μαλάκωσα την μπάλα του κατάδικου που κουβαλούσε με νερό και τον έβαλα σε ένα ευρύχωρο αυτοσχέδιο κλουβί.

Να μην τα πολυλογώ τον κράτησα ένα μήνα και κάτι να μεγαλώσει και να δυναμώσει.

Ήταν άνοιξη, Πάσχα, έφαγε τσουρέκι και κουλουράκι της μαμάς που πήγε σύννεφο. Τρελλαινόταν για τσουρέκι.

Ένα ωραίο πρωί τον έβαλα σε ένα κουτί και τον πήγα στο κοντινό βουνό όπου τον άφησα ελεύθερο να βρει την τύχη του.

Πετάχτηκε σαν αστραπή μέσα από το κουτί στάθηκε σε ένα θάμνο για μια στιγμή, ίσως να με κοίταξε κιόλας, και μετά εξαφανίστηκε, τον κατάπιε η φύση.

Μετά, ένα βράδυ, βρήκα έναν άλλο σπούργιτα πάλι που πετάριζε με μανία πάνω σε μια ελιά χωρίς όμως να πηγαίνει πουθενά.

Είχε μπλεχτεί ένας σπάγγος στο πόδι του και ο σπάγγος είχε πιαστεί πάνω σε ένα κλαδάκι του δέντρου.

Τον ξέμπλεξα αλλά το πόδι του είχε τραυματιστεί από το ζόρι που έβαζε για να απελευθερωθεί.

Τον παίρνω σπίτι και αυτόν για περίθαλψη και μετά από δύο μέρες το πόδι είχε κλείσει και ήταν έτοιμος για αναχώρηση και αυτός.

Του ανοίγω το παράθυρο και χάθηκε μέσα στην πρασινάδα του πρώτου δέντρου που βρήκε μπροστά του.

Το περασμένο καλοκαίρι βρισκόμασταν για διακοπές σε νησί.

Εκεί που οδηγούσα μέσα στο χωριό βλέπω μπροστά μου στη μέση ακριβώς του δρόμου ένα μαυραδάκι. Δε ξέρω γιατί αλλά σταματώ και κατεβαίνω να δω τι είναι.

Ήταν ένα χελιδόνι που είχε πέσει από τη φωλιά του που ήταν ακριβώς από πάνω.

Η φωλιά ήταν πάρα πολύ ψηλά για να τη φτάσω και το χελιδονάκι σε άσχημη κατάσταση λόγω της ζέστης.

Βλέπει τη σκηνή κάποιος παππούς από ένα παράθυρο και βγαίνει από το σπίτι και μου λέει ότι δεν υπάρχει ελπίδα και να το πάω σε κάποιο χωράφι να πεθάνει μόνο του.

Να σου πω, δεν ήμουν και αισιόδοξος για την τύχη του Νικολάκη, έτσι το ονόμασα το χελιδονάκι, αλλά δεν μου πήγαινε και να το παρατήσω να πεθάνει.

Τον παίρνω λοιπόν στο δωμάτιο που νοικιάζαμε, κλασικά του βρίσκω και αυτού μια κούτα.

Αφού ήπιε νερό από την παλάμη μου σκέφτηκα να το παλέψω για την σωτηρία του.

Οι άλλοι πήγαιναν για μπάνιο και εγώ κυνηγούσα μύγες και κουνούπια για να τον ταΐζω.

Έσπρωχνα την τροφή με το δάχτυλο μέσα στο στόμα του ώσπου να φτάσει στο λαιμό για να την καταπιεί.

Ο Νικολάκης άρχιζε να ζωντανεύει -ειδικά μετά τις μύγες- και πετάριζε μέσα στο κουτί του βγάζοντας φωνούλες.

Ακόμα και σήμερα θυμάμαι την τελευταία μύγα που του έδωσα, ήταν μεγάλη και ζουμερή και όταν την ζούλαγα έβγαιναν σκουλικάκια.

Αυτό είναι που λένε στα παιδιά να φάνε την τελευταία μπουκιά από το φαγητό τους γιατί είναι η δύναμή τους.

Ύστερα από λίγο λοιπόν, μετά που έφαγε την τελευταία μύγα που του έδωσα, δίνει ένα φτερούγισμα και βγαίνει από την πάνω μεριά της κούτας και ξεχύνεται μέσα από την πόρτα και εξαφανίζεται στον ουρανό.

Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. Να είσαι καλά, Νικολάκη, όπου και να’σαι.

Ίσως τελικά να είμαστε και εμείς οι άνθρωποι άξιοι να κατοικούμε σε αυτό τον πλανήτη.

Νίκος

Υ.Γ. Μια φορά βρήκα και εγώ ένα κιρκινέζι και -αν και ήταν σε άσχημη κατάσταση- στεκόταν με αξιοπρέπεια. Το πήγα σε μια οργάνωση περίθαλψης άγριων ζώων αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Όπως μου είπαν εκεί, κάποιοι εντελώς ηλίθιοι το είχαν αιχμαλωτίσει και είχαν κόψει το ράμφος του για να μην τσιμπάει.

(Αγαπητέ Νίκο, είσαι ωραίος. Είναι τρομερή αυτή η στιγμή που συναντάς το πληγωμένο ζώο και ξέρεις πως, αν δεν κάνεις εσύ κάτι, θα πεθάνει. Το ίδιο σχεδόν συμβαίνει και με τους συνανθρώπους μας που υποφέρουν. Εκεί μετριέται ο άνθρωπος. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που -εκτός από τα άλλα ζώα- είχαμε και πουλιά. Εκατοντάδες πουλιά. Καναρίνια, καρδερίνες, καναροκαρδερίνες, παπαγάλους και άλλα. Είχαμε και μια μάινα που μιλούσε και την λέγαμε «κουκλάρα», μέχρι που μετά από 20 χρόνια μάθαμε πως ήταν κούκλος γιατί τα αρσενικά μιλάνε, όχι τα θηλυκά. Με τον αδερφό μου μαζεύαμε τα πουλιά που έπεφταν από τις φωλιές στο Φιλοπάππου και τα πηγαίναμε στον πατέρα μου, ο οποίος ήταν μέγας γνώστης. Ο θείος μου και η θεία μου στη Ζάκυνθο -εκτός από δαμάλια, γίδες, πρόβατα, γάιδαρο, κότες, γαλοπούλες, χήνες, παγώνια και άλλα ζώα- είχαν και περιστέρια. Έφευγε η περιστέρα από τη φωλιά, την πυροβολούσαν κάποιοι γελοίοι κυνηγοί, έμεναν ορφανά τα περιστεράκια. Παίρναμε τα περιστεράκια μέσα στο σπίτι, και τα μεγαλώναμε με νερό από το σταγονόμετρο και κιμά. Πάντως, εκτός από την χλωρίδα, εμείς οι άνθρωποι έχουμε ξεσκίσει και την πανίδα. Κι όμως, τα ζώα είναι συγκινητικά. Και μας μαθαίνουν πολλά για τη φύση των πραγμάτων και για τη φύση μας. ΄Γιατί εμείς μεταλλαχτήκαμε, τα ζώα όχι. Να είσαι καλά, Νίκο.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.