Πέθανε να σ’ αγαπώ και ζήσε να μη σε θέλω

Είναι πάντα εντυπωσιακό αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα μετά τον θάνατο κάποιου Έλληνα. Σχεδόν οποιουδήποτε Έλληνα.

Πάντα, στην Ελλάδα, ο νεκρός είναι «αγαπημένος», «μεγάλος» και «αναντικατάστατος» που «η απουσία του αφήνει μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό», ακόμα κι αν είχαμε ξεχάσει ότι ζούσε.

Γιατί ο νεκρός αποθεώνεται στην Ελλάδα;

Γιατί πρέπει να πεθάνεις στην Ελλάδα, για να σε αγαπήσουν;

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο κυριότερος λόγος για την αγάπη των Ελλήνων για τους νεκρούς Έλληνες είναι ότι ο νεκρός δεν είναι πια απειλή.

Ο κάθε Έλληνας αντιλαμβάνεται τον άλλον Έλληνα ως απειλή για τον εαυτό του, οπότε, όταν κάποιος τα τινάζει, δεν τον θεωρεί πια απειλή και τον λατρεύει.

Μια απειλή λιγότερη.

Ένας ακόμα λόγος είναι ότι ο θάνατος των άλλων Ελλήνων θυμίζει στους Έλληνες πως θα πεθάνουν κι αυτοί κάποια μέρα.

Σκέφτονται λοιπόν τι θα λένε οι άλλοι για αυτούς, όταν πεθάνουν.

Επειδή βαθιά μέσα τους ξέρουν πόσο καθάρματα και σκατάδες είναι, δεν θέλουν, βέβαια, να πεθάνουν και οι άλλοι να πουν πως «πέθανε ένα κάθαρμα, ένας σκατάς».

Οπότε, οι Έλληνες λένε καλά λόγια για τους νεκρούς επειδή θέλουν και οι άλλοι να πουν καλά λόγια για αυτούς, αφού τα κακαρώσουν.

Δηλαδή, όλοι αυτοί οι Έλληνες που λένε τι καλός, σπουδαίος και υπεργαμάτος ήταν ο νεκρός, λένε για τον νεκρό αυτό που θέλουν να πουν οι άλλοι για τους ίδιους.

Όλοι αυτοί οι ύμνοι που διαβάζετε και ακούτε για τους νεκρούς, δεν αφορούν τους νεκρούς αλλά αυτούς που λένε ή γράφουν αυτά τα λόγια.

Για τους εαυτούς τους γράφουν, όχι για τον νεκρό.

Είναι εντελώς λάθος η έκφραση «ο νεκρός δεδικαίωται».

Στην Ελλάδα, η σωστή φράση είναι «ο νεκρός μας δικαίωσε».

Γελάω πάρα πολύ με όλους αυτούς που, μόλις πεθάνει κάποιος διάσημος, ξεκινούν να διηγούνται το πόσο αγαπημένοι φίλοι του ήταν.

Δηλαδή, ξεκινούν να μιλήσουν για τον νεκρό και μιλούν μόνο για τον εαυτό τους.

«Ο Πέτρος Κακλαμανέας ήταν μεγάλος και ήταν αγαπημένος φίλος μου. Εγώ γνώρισα τον Πέτρο, όταν ήμουν φοιτητής στο Μαθηματικό και προσπαθούσα να γράψω την πρώτη μου ποιητική συλλογή, η οποία, αργότερα, έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους κριτικούς και το κοινό, με αποτέλεσμα να γράφω μέρα-νύχτα, για να ικανοποιήσω τους χιλιάδες θαυμαστές μου που ζούσαν μόνο και μόνο για να διαβάζουν τα αριστουργήματά μου».

Τέλειο;

Δεν ξέρω αν αποτελώ εξαίρεση, αλλά, όσες φορές στη ζωή μου πέθανε ένας άνθρωπος που αγαπούσα, έπεφτα στα πατώματα.

Για μέρες, για μήνες, ένιωθα σαν να μου είχαν κόψει ένα κομμάτι από το σώμα μου.

Ήμουν σακατεμένος.

Δηλαδή, δεν μπορεί να πεθάνει κάποιος που αγαπάς πραγματικά κι εσύ να ορμάς αμέσως στα μικρόφωνα, στις κάμερες και στα διαδίκτυα, για να περιγράψεις όσα έζησες μαζί του.

Δεν γίνεται αυτό το πράγμα.

Στην Ελλάδα, όμως, όλα γίνονται.

Εδώ που τα λέμε, ευτυχώς που πεθαίνει και κάνας άνθρωπος στην Ελλάδα, και ζωντανεύει κάπως η κατάσταση.

(Πάντως, παλιά, που η ανθρώπινη ζωή δεν είχε και τόση αξία -ούτε τώρα έχει αλλά δεν το έχουμε αντιληφθεί ακόμα-, οι άνθρωποι ήταν πιο αδιάφοροι μπροστά στον θάνατο των άλλων. Πέθαινε ένας -διάσημος ή άσημος-, ρωτούσε ένας «Ποιος πέθανε;» και ο άλλος του απαντούσε «Ένας γέρος».)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.