Η Αλβανία τότε, η Ελλάδα αύριο: νόστος και άλγος

Η επιβίωση του pitsirikos.net εξαρτάται αποκλειστικά από τους αναγνώστες του. Γίνετε συνδρομητές εδώ.

Πιτσιρίκο μου,
Ορισμένες φορές η ανάγκη σε φέρνει κοντά στη μνήμη, ή η μνήμη κοντά στην ανάγκη. Ξεσκονίζοντας, λοιπόν, ένα κουτί από παλιές φωτογραφίες, εμφανίστηκε μπροστά μου μια τσαλακωμένη φωτοτυπία παλιού διαβατηρίου με σφραγίδα από το τελωνείο των συνόρων, 02-04-1999.

Την περίοδο των διακοπών, Χριστούγεννα ή Πάσχα, οι γονείς αποφάσιζαν να επισκεφτούμε τους παππούδες –από την πλευρά του μπαμπά, αυτή τη φορά -στο Portëz, του Fier.

Μία πόλη με λίγους κατοίκους, η οποία ερήμωσε καθώς οι νέοι αναζήτησαν καινούργιες πατρίδες.

Το ταξίδι ήταν πάντα κουραστικό.

Οι ώρες που περιμέναμε στα σύνορα ήταν τουλάχιστον εξοντωτικές. Η ουρά από τα αυτοκίνητα πλησίαζε ορισμένες φορές κι ένα γεφυράκι κοντά στα Ιωάννινα.

Στριμωγμένοι σε ένα μικρό Hyundai γεμάτο σακούλες με δώρα -αφού ο πατέρας θα προτιμούσε να πάρει μια αλλαξιά ρούχα για δύο βδομάδες αρκεί να γέμιζε τη βαλίτσα του με δώρα γι’αυτούς που περίμεναν- ακούγοντας αλβανική μουσική, αγναντεύαμε από το παράθυρο.

Δε θα σταθώ αυτή τη φορά στην εκμετάλλευση από πλευράς ελληνικής και αλβανικής αστυνομίας.

Η βία δεν διαχωρίζεται λόγω προέλευσης, οι υπάλληλοι και των δύο αυτών εθνικοτήτων διαχειρίστηκαν με χυδαίο τρόπο την ανάγκη των ξεριζωμένων να αγκαλιάσουν ξανά τους ανθρώπους τους.

Στην αλβανική γη η ταχύτητα μειωνόταν κατά πολύ, καθώς οι δρόμοι της δεν είχαν ακόμη επισκευαστεί.

Κοντά στο Tepelen, τρώγαμε pilaf me kos για να έρθει το στομάχι στη θέση του.

Το μεγαλύτερο σημάδι πως πλησιάζαμε, ήταν η έντονη μυρωδιά από το εργοστάσιο στο Ballësh.

Γνωρίζαμε πως 30 λεπτά αργότερα θα βρισκόμασταν στην αγκαλιά της γιαγιάς και του παππού.

Ο δρόμος για το σπίτι ήταν αρκετά στενός κι ορισμένες φορές, ειδικά μετά από βροχή, αρκετά λασπώδης.

Πλησιάζοντας στη γωνία από το σπίτι της teta Këze, διακρίναμε τα χέρια της γιαγιάς στον αέρα να χορεύουν σε ρυθμούς παραδοσιακής μουσικής κι ο παππούς λίγο πιο πέρα να σκουπίζει τα μάτια του, μην τυχόν συνειδητοποιούσαμε πως κύλησαν δάκρυα.

“Ήρθαν, ήρθαν” φώναζαν στη γειτονιά, κι όλοι έβγαζαν τα κεφάλια τους στις πόρτες και μοιραζόταν η χαρά, μιας κι οι δικοί τους δεν είχαν καταφέρει να έρθουν αυτή τη φορά.

Η χαρά των ανθρώπων αυτών απερίγραπτη. Λες κι η καρδιά τους αιωρούνταν τόσον καιρό και βλέποντάς μας ξαναγύριζε στη θέση της…

Μ. Γ.

(Αγαπητή φίλη, η χαρά των ανθρώπων, όταν βλέπουν πρόσωπα αγαπημένα, είναι από τις πιο όμορφες και συγκινητικές εμπειρίες, σε μια εποχή που κανείς δεν μοιάζει να χαίρεται για κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό του. Όποιος έχει σκύλο, ξέρει πως είναι να χαίρεται τρελά κάποιος κάθε φορά που σε βλέπει. Με την ιστορία σας, θυμήθηκα το πόσο χαίρονταν ο θείος μου και η θεία μου, όταν ήμασταν παιδιά και πηγαίναμε στη Ζάκυνθο, για να περάσουμε τρεις μήνες μαζί τους το καλοκαίρι. Έχω ακόμα τα πρόσωπά τους μπροστά μου. Και την ημέρα που πηγαίναμε, αλλά και την ημέρα που φεύγαμε. Να είστε καλά. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net για να συνεχίσει να υπάρχει μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.