Η «δεν γ@μιέται» Ελλάδα

Φίλε μου Πιτσιρίκο, βρέθηκα μετά από δύο χρόνια στην Ελλάδα για κάποιες δουλειές και είχα την ευκαιρία να δω από κοντά την κατάσταση. Όχι μονάχα στατιστικές και αναλύσεις. Ζωντανούς ανθρώπους και συζητήσεις πάνω σε αυτά που συμβαίνουν και σε εκείνα που πρόκειται να συμβούν.

Κατ’ αρχάς, να πω ότι είδα ξανά την Αθήνα ζωντανή. Τουλάχιστον πιο ζωντανή από ό,τι την είχα δει πριν δύο χρόνια.

Παντού κόσμος έξω. Γεμάτες οι καφετέριες, τα εστιατόρια και οι πλατείες.

Και όχι μονάχα τα Σαββατοκύριακα, όπως θα περίμενα.

Όσοι ακόμα μπορούν να ξοδεύουν, του δίνουν και καταλαβαίνει.

Οι υπόλοιποι, κρυμμένοι, προφανώς, μέσα στα λαγούμια τους προσποιούνται πως δεν υπάρχουν.

Το ίδιο κάνουν και εκείνοι που επιβιώνουν ακόμα. Προσποιούνται κι αυτοί με την σειρά τους πως οι φτωχοί κι οι αποκλεισμένοι δεν υπάρχουν.

Η κατακόρυφη αύξηση του τουρισμού είναι εμφανές ότι έχει φέρει αρκετό μαύρο χρήμα στην αγορά κι ας μεμψιμοιρούν οι στατιστικές για τα μειωμένα τουριστικά έσοδα.

Το πανηγύρι, βέβαια, της τουριστικής ανάπτυξης –και καταστροφικής κατά την γνώμη μου, αφού δεν υπάρχει το παραμικρό αναπτυξιακό σχέδιο– δεν αφορά όλους και ούτε θα έχει μόνιμο χαρακτήρα.

Σήμερα υπάρχουν οι συγκυρίες που το ευνοούν αύριο ίσως όχι.

Όμως, οι Έλληνες δεν το αντιλαμβάνονται αυτό, όπως και πολλά άλλα άλλωστε.

Για την ακρίβεια, δεν τους ενδιαφέρει να το αντιληφθούν. Καρφί δεν τους καίγεται.

Η νοοτροπία του «έλα μωρέ» και του «δεν γ@μιέται» που τόσο με ενοχλούσε όσο ζούσα εκεί, κυρίαρχη όσο ποτέ.

Μοιάζει η Ελλάδα σαν ένα ουρανοξύστη που έχει πιάσει φωτιά.

Για την ακρίβεια, φλέγονται τα χαμηλότερα πατώματα αλλά οι ένοικοι των πάνω ορόφων δεν ανησυχούν καθόλου.

Αφού οι δικές μου κουρτίνες και ο δικός μου καναπές δεν έχουν λαμπαδιάσει ακόμα, δεν τρέχει τίποτα.

Έχουμε συνηθίσει και την μυρωδιά του καπνού από τους αποκάτω που καίγονται, ανοίγουμε και το air condition, και «δεν γ@μιέται».

Θα δούμε τι θα κάνουμε όταν και αν οι φλόγες φτάσουν και στην εξώπορτα του σπιτιού μας.

Τον όγδοο χρόνο της χρεοκοπίας θα έπρεπε να απασχολεί τον ελληνικό λαό το πώς θα σταματήσει η κατρακύλα.

Το πώς θα αποδοθεί δικαιοσύνη για τα εγκλήματα που έγιναν και συνεχίζουν να γίνονται εις βάρος της χώρας.

Το πώς θα σταματήσει η λεηλασία του τόπου.

Το πώς θα διορθώσουμε τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές που μας έφεραν στο βάθος της αβύσσου.

Αντί αυτού, συναντάς λίγους Έλληνες που αποδίδουν το φταίξιμο αποκλειστικά σε κάποιον τρίτο –Γερμανό, αριστερό ή δεξιό πολιτικό, γείτονα ή συνάδελφο– χωρίς να παραδέχονται πως υπήρχε κάτι που γινόταν στραβά, κάτι που θα έπρεπε και πρέπει να αλλάξει.

Στο γενικό πλαίσιο, βέβαια, συμφωνούν όλοι πως πρέπει να αλλάξουν όλα, όταν όμως φτάνουμε στο δια ταύτα που μας αφορά, το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα και χαλαρά:

Δεν πρέπει να αλλάξει τίποτα.

Υπάρχουν επίσης και μερικοί που περιμένουν την σωτηρία από τον ευρωπαϊκό ή παγκόσμιο Γαλαξία των νεοφιλελεύθερων ή μη πολιτικών αστέρων (Μακρόν, Πούτιν, Τραμπ, κλπ.).

Κι αυτοί συμφωνούν απόλυτα με τους προηγούμενους πως πρέπει να αλλάξουν όλα,

χωρίς όμως να αλλάξει τίποτα που να τους αφορά άμεσα ή έμμεσα.

Τραγέλαφος.

Οι περισσότεροι όμως –το συντριπτικό ποσοστό του πληθυσμού θα έλεγα– δεν δίνουν δεκάρα για τίποτα, ούτε πολυσκοτίζονται να απασχολούν το μυαλό τους με το πώς θα λυθούν τα προβλήματα τα δικά τους, των παιδιών τους, του τόπου τους.

Άλλωστε, οι σύγχρονοι Έλληνες δεν έχουν προσδοκίες κι όποιος δεν προσδοκά κάτι δεν χρειάζεται και να σχεδιάσει τίποτα, μονάχα να περιμένει το τέλος, το όποιο τέλος.

Κι αυτό δεν αποτελεί μομφή, απλά διαπίστωση.

Οι πιο νοικοκύρηδες μάλιστα υπερηφανεύονται πως ανατρέφουν τα παιδιά τους με το όνειρο να τα καμαρώσουν μετανάστες σε κάποια χώρα της Εσπερίας ή του Κόλπου.

Να πράξουν κι αυτοί το «καθήκον τους» απέναντι στους εαυτούς τους και στα βλαστάρια τους και μετά να πεθάνουν δικαιωμένοι κι ευτυχισμένοι μέσα στην λησμονιά και στην ανέχεια.

Κι έτσι κυλά ο χρόνος αναγορεύοντας –για μια ακόμη φορά– ως ύψιστες αρετές την υπομονή, την καρτερικότητα και την ανέμελη αδιαφορία.

Για αυτό πιστεύω ότι και η αναμενόμενη υψηλή αποχή στις επόμενες βουλευτικές εκλογές δεν θα πρέπει να μας χαροποιεί ιδιαίτερα.

Δεν θα πρόκειται για κάποια μορφή αμφισβήτησης αλλά για μια ακόμα τυπική εκδήλωση της φυλής των «έλα μωρέ» και του «δεν γ@μιέται», η οποία δεν πρόκειται να ενοχλήσει ή να προβληματίσει καθόλου την εξουσία.

Από την άλλη, ο τόπος είναι μαγικός.

Το φως που πλημμυρίζει τα πάντα, το πάντρεμα του ουρανού και της θάλασσας με την ελιά και τον βράχο και η υπόμνηση μιας πανάρχαιας ιστορίας που υπάρχει σε κάθε γωνιά της πόλης γοητεύει τον άνθρωπο που κρατά ακόμα ανοιχτό το μυαλό του και τα μάτια της ψυχής του, κάνοντας τον να προσπερνά την κάθε ασχήμια που άφησαν ξοπίσω τους οι κάτοικοι.

Όμως, δεν θα αργήσει η στιγμή –αν δεν έχει ήδη συμβεί αυτό σε κάποιο βαθμό– που η πανέμορφη μας χώρα θα γίνει μια σειρά από εντυπωσιακές καρτ ποστάλ, οάσεις ομορφιάς για εκείνους που θα μπορούν να πληρώσουν, και τριγύρω η κόλαση της ασχήμιας για αυτούς που δεν θα μπορούν να αγοράσουν εκείνο που δεν προστάτεψαν όσο το είχαν μέσα στα χέρια τους και μπροστά στα πόδια τους.

Κι αυτή η κατάσταση ισχύει σε όλες τις περιοχές του πλανήτη που επιλέχθηκαν ως «τουριστικοί παράδεισοι» προς εκμετάλλευση από τους καπιταλιστές.

Προς το παρόν, για κάποιους από εμάς, μοναδικός φαντάζει ο δρόμος της αιώρησης πάνω από το κενό, στο σύννεφο μιας ψευδαίσθησης που μας δημιούργησε και που εν μέρει μας συντηρεί.

Με την ταυτότητα του Γύφτου –που δεν έχει πατρίδα– στο στόμα, χωρίς όμως την δύναμη της αδούλωτης ψυχής του στο στήθος μας.

Φαντάσματα που περιδιαβαίνουν τις θάλασσες και δίνουν τροφή για να φτιαχτούν μερικές όμορφες ιστορίες.

Κάποτε.

Ηλίας

Υ.Γ. Κατά την παραμονή μου, είχα επίσης την ευκαιρία να δω με τι τραγούδια διασκεδάζουν και ξεδίνουν σήμερα οι συνέλληνες. Τα «καψουροαρκουδιάρικα»!

(Αγαπητέ Ηλία, αναρωτιόμουν πού χάθηκες τις τελευταίες μέρες και, τελικά, ήσουν στην Αθήνα. Ηλία, επειδή μένω σε περιοχή που έχει τουρίστες όλο τον χρόνο, μην ξεγελιέσαι. Δεν είναι αυτή η εικόνα της Αθήνας. Επίσης, στο θέμα της ποιότητας των τουριστών, ο Σεπτέμβριος είναι ο καλύτερος μήνας για την Αθήνα. Ηλία, ο τουρισμός αφενός είναι ένα πολύ ευαίσθητο προϊόν -αρκεί μια τρομοκρατική επίθεση για να πάει στον διάολο- και αφετέρου αφορά, λιγότερο ή περισσότερο, τον έναν στους πέντε Έλληνες. Τώρα που σου γράφω, είμαι σε ένα νησί, περιυκυκλωμένος από Γερμανούς. Βέβαια, σκέφτομαι και τι κατάρα θα είναι για τους Γερμανούς να έρχονται για διακοπές στην Ελλάδα και να συναντούν παντού Γερμανούς. Δυστυχώς, δεν υπάρχει κανένα σχέδιο για τον τουρισμό στην Ελλάδα, όπως δεν υπάρχει σχέδιο και για οτιδήποτε άλλο. Μετράνε την ανάπτυξη στον τουρισμό με κεφάλια τουριστών. Όπως, για χρόνια, μετρούσαν την ανάπτυξη με τις οικοδομές. Με τούβλα δηλαδή. Όταν μετράς την ανάπτυξη με τούβλα, φτάνει μια μέρα που πληρώνεις νοίκι για να μείνεις στο σπίτι σου, ενώ έρχονται οι τράπεζες και στο παίρνουν. Ηλία, εμένα μου έχουν τελειώσει πια οι λέξεις. Τραγική η αδυναμία και η απροθυμία των Ελλήνων να αλλάξουν το οτιδήποτε. Πια, πιστεύω πως είναι επιλογή. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.