Συνάντηση κορυφής στο ιατρείο μου

Η πόρτα του γραφείου μου παρέμεινε κλειστή όλο το πρωί, αγαπημένε μου Πιτσιρίκο, όπως είχα φανταστεί άλλωστε. Η σύνοδος κορυφής είχε αποτρέψει τους ασθενείς μου από το να βγουν από το σπίτι τους και να τραβηχτούν στον αλλοδαπό μουσάτο που τους γιατροπορεύει. Κάθε τόσο, έβγαινα από την τρύπα μου και πεταγόμουν στην γραμματεία για να χαζολογήσω με τον Μ., τον Ινδό νοσοκόμο.

Κάποια στιγμή, η πόρτα άνοιξε μετά από ένα κοφτό και βιαστικό χτύπημα.

Όταν η λάμπα που δείχνει πως μέσα στο ιατρείο υπάρχει ασθενής είναι σβηστή, αυτός που χτυπά δεν περιμένει καν να ακούσει «περάστε», απλά ανοίγει και μπουκάρει.

Εδώ πρέπει κανείς να επιστρατεύσει όλη την ταχύτητα και την δεξιοτεχνία του για να κατεβάσει τα πόδια από το γραφείο, να βγάλει το δάχτυλο από το ρουθούνι ή το χέρι από τον καβάλο, ή τέλος πάντων να αποκρύψει την οποιαδήποτε σιχαμερή συνήθεια στην οποία επιδίδεται πίσω από κλειστές πόρτες.

Η φωνή του Μ. ήταν λίγο ανήσυχη. Η έκφραση του προσώπου του πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα δεν πρόδιδε καλά ξεμπερδέματα.

– Βασίλης, έχουν έρθει κάποιοι και θέλουν να συναντήσεις κάποιον…

– Τι παίζει γαμώ το φελέκι μου; Βάρεσε κανένας κόκκινα και θέλουν οι συγγενείς καταναγκαστική νοσηλεία;

– Δεν ξέρω κάτι άλλο, είναι από την Ελλάδα.

– Ωχ…

Μέχρι να σβήσει το «χ» από το ωχ, η πόρτα του γραφείου άνοιξε διάπλατα και ο νοσοκόμος παραμέρισε.

Μια κουρασμένη φωνή ακούστηκε «περιμένετε έξω» και ένας άντρας, στην ηλικία μου πάνω κάτω, μπήκε και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

– Βασίλη, χρειάζομαι τη βοήθειά σου.

Γενικά στην Σουηδία ο κανόνας είναι πως όλοι προσφωνούν όλους με το μικρό τους όνομα.

Απλά στα ελληνικά δεν το έχω συνηθίσει και προτιμώ το τυπικό «γιατρέ», γιατί ο κίνδυνος είναι να δώσεις θάρρος και να σου ανέβουν στο κρεβάτι.

Αλλά δεν ήταν αυτό το πρόβλημα, γιατί εκείνη τη στιγμή είχα απέναντί μου τον πρωθυπουργό!

Στεκόταν αμήχανος, κοίταζε γύρω σαν κάτι να μην τον έπειθε πως είχε έρθει στο σωστό μέρος.

Το ιατρείο έμοιαζε με παθολογικό και όχι με ψυχιατρικό.

Το κατάλαβα σχεδόν αμέσως, περίμενε καναπέδες και παιχνίδια-γρίφους, περσικά χαλιά και αφρικανικές μάσκες και πορτραίτο κάποιου μουσάτου με πίπα, στρογγυλά γυαλιά και μπλαζέ βλέμμα πίσω από το γραφείο με πόδια λιονταριού και τη δερμάτινη πολυθρόνα.

Ο μόνος μουσάτος με γυαλιά ήμουν εγώ και πίπα ήταν όλη η φάση. Ένας μύθος γκρεμίστηκε στο μυαλό του και η απελπισία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.

– Κάθισε Αλέξη, μπορώ να σε βοηθήσω με κάποιο τρόπο;

Εκμεταλλευόμενος την σουηδική συνήθεια του ενικού και την σαστιμάρα του ασθενούς, σκέφτηκα πως θα ήταν καλό και για τους δυο μας να εγκατασταθεί από την αρχή μια σχέση αμοιβαίας συνεργασίας και όχι υπεροχής κάποιου από τους δυο μας.

Νομίζω μάλιστα πως το παρατράβηξα λίγο, όταν, κοιτώντας τον υπολογιστή, γύρισα και επεσήμανα πως δεν βρίσκω το όνομά του στα ραντεβού της ημέρας.

– Βασίλη, ξέρεις ποιος είμαι…

– Ναι, ένας ευρωπαίος πολίτης που βρίσκεται στην Σουηδία και χρήζει ιατρικής βοήθειας. Να επισημάνω πως βάση του νόμου μπορούμε να παράσχουμε ιατρική περίθαλψη αυστηρά και μόνο για επείγοντα περιστατικά.

Αναστέναξε βαριά και με κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα στα μάτια. Κάποτε θα προβληματιζόμουν με το τι μπορεί να σημαίνει και τι μπορεί να κρύβει ένα τέτοιο βλέμμα. Μετά από τόσα χρόνια στο κουρμπέτι δεν χρειάζεται. Είναι το βλέμμα ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να καταλάβει πώς η ζωή του έφτασε εδώ, δεν μπορεί να σκεφτεί έναν καλό τρόπο για να βγει από εδώ και έχει απλά παραδοθεί.

Αν κάτι έμαθα στη ζωή μου και η δουλειά μου απλά μου το επαλήθευσε, είναι το να μην υποτιμώ τα καταστροφικά αποτελέσματα της αφέλειας, της χαζομάρας και της υπεροψίας, όταν αυτά τα τρία χαρακτηριστικά συνυπάρχουν.

Μην μπερδεύουμε την χαζομάρα με την αφέλεια, ένας έξυπνος αλλά αφελής άνθρωπος μπορεί να πέσει σε μια παγίδα και χάρη στην εξυπνάδα του να καταφέρει να βγει.

Ένας χαζός αδυνατεί να επεξεργαστεί το πρόβλημα του πώς και γιατί έπεσε, με αποτέλεσμα να εκμηδενίζονται οι πιθανότητες που έχει να επιλύσει το πρόβλημα και να βγει από την παγίδα.

Αν ο βαθμός χαζομάρας και η αφέλειας είναι ιδιαίτερα υψηλός τότε το αποτέλεσμα είναι να μην υπάρχει καν η συνειδητοποίηση της παγίδας αλλά απλά ένα αίσθημα άγχους και πίεσης που δεν μπορεί να αποδοθεί κάπου.

Όταν συνυπάρχει και ο παράγοντας υπεροψία, τότε ο παγιδευμένος συνεχίζει να σκάβει όλο και πιο βαθιά, όντας πεπεισμένος πως είναι οι άλλοι που κάνουν λάθος, δεν τον καταλαβαίνουν, θα την βρει την άκρη κλπ.

– Βασίλη μπορείς να με δεις σαν φίλο και πατριώτη για λίγο και να μιλήσεις μαζί μου; Στην γραμματεία μου είπαν πως οι ασθενείς σου έχουν ακυρώσει σήμερα και έχεις όλη την ημέρα κενή.

Βέβαια, αφού εσύ και τα άλλα ανδρείκελα έχετε κάνει το Γιετεμπόρι -Γκέτεμποργκ που λέμε και στα ελληνικά- πoυτάνα για να έρθετε να μαλ@κιστείτε παίζοντας τους ηγέτες, σκέφτηκα αλλά δεν το είπα.

-Είναι επικίνδυνο αυτό που ζητάς Αλέξη, σκέψου το καλά. Αν μιλήσουμε σαν φίλοι και συμπατριώτες, γιατί πατριώτες δεν είμαστε ούτε εγώ ούτε εσύ, δεν έχεις το πλεονέκτημα του ιατρικού απορρήτου. Καταλαβαίνεις πως και η μικρότερη λεπτομέρεια αυτού που θα πούμε θα καταλήξει κείμενο στον Πιτσιρίκο.

– Το φαντάστηκα. Πάλι θα με στολίσει σε κανένα podcast. Ενώ εσύ έχεις σταματήσει σε γενικές γραμμές να με χριστοπαναγίζεις όπως παλιά. Και γιατί λες πως δεν είμαστε πατριώτες;

– Ένα-ένα τα πράγματα, Αλέξη. Πατριώτες δεν είμαστε γιατί εγώ την κοπάνησα από το μέτωπο, ενώ εσύ πολεμάς για τον εχθρό. Αυτό κάνει εμένα δειλό και λιποτάκτη και εσένα κάθαρμα και προδότη. Άσε που εγώ δεν είπα ποτέ πως θα πολεμούσα για την πατρίδα, οπότε δειλός και προδότης είμαι στα μάτια των άλλων, αλλά έχω τη συνείδησή μου καθαρή. Εσύ;

– Άρχισες πάλι…

– Συγγνώμη, δεν είναι πλέον η θέση μου να κρίνω και δεν είσαι εδώ για αυτό, φαντάζομαι…

– Όχι βέβαια. Και αυτός ο Πιτσιρίκος πια, γιατί τόση μανία;

– Γιατί αυτός αγαπάει την πατρίδα του και παρά το ότι από την αρχή δεν το γούσταρε το σινάφι σας, είχε ίσως επενδύσει σε εσένα με την λογική που είχαν πολλοί άλλοι: Πως λογικά δεν σε κρατάνε από πουθενά οπότε θα κάνεις κάτι διαφορετικό. Αν θες περισσότερες λεπτομέρειες, πάντως, ρώτα τον ίδιο. Εδώ βρήκες εμένα στην άλλη άκρη της Ευρώπης, μην μου πεις πως δεν μπορείς να βρεις τον Πιτσιρίκο.

– Πλάκα μου κάνεις Βασίλη; Δεν μπορείς να φανταστείς πως κινείται ο μηχανισμός…

– Μπορώ Αλέξη, από τις καταλήψεις του ‘91 μας έχετε φακελωμένους. Απορώ τι να έχουν κάνει τον δικό σου φάκελο…

– Δεν το είχα σκεφτεί αυτό.

– Ούτε πολλά άλλα φαίνεται.

– Δεν καταλαβαίνεις τι σημαίνει να είσαι στη θέση μου Βασίλη…

– Όχι, θες να ανταλλάξουμε; Να κάτσεις εσύ πέντε χρόνια να σε φάει το πoυτσόκρυο και το σκοτάδι, να είσαι μακρυά από φίλους και γνωστούς και να βλέπεις τη χώρα στην οποία γεννήθηκες και έζησες τα παιδικά σου χρόνια να καταστρέφεται και να ξεπουλιέται από αυτούς που πλασάρονταν σαν η λύση σε όλα τα προβλήματα, κι εγώ να κάθομαι στην Αθήνα και να υπογράφω ό,τι χαρτί μου λένε οι Γερμανοί και παράλληλα να μη δίνω δεκάρα για το τι συμβαίνει γύρω μου ενώ τσεπώνω ένα κάρο φράγκα;

– Υπεραπλουστεύεις τα πράγματα.

– Μην χρησιμοποιείς δύσκολες λέξεις, μπορεί να στραμπουλήξεις τη γλώσσα σου…

Τα μάτια του δάκρυσαν. Η φωνή άρχισε να τρέμει. Μίλησε και μου φάνηκε πως άκουσα την ατάκα του Κιμούλη από το «Νοκ Άουτ»:

«Μη με ξευτελίζεις ρε Βασίλη κι εσύ, μη με ξευτελίζεις…»

Ωχ, να τα μας, σκέφτηκα. Ελπίζω να μην συνεχίσει με το «πες μου, μ’ αγαπάς;». Μαλ@κία… Πρέπει να οπισθοχωρήσω λίγο και να πάρω επαγγελματική απόσταση ξανά γιατί θα έχουμε απρόβλεπτες συνέπειες.

– Ζητώ συγγνώμη, δεν έπρεπε να εκφραστώ με αυτό τον τρόπο.

– Βασίλη, μου λείπει το λύκειο!

– Εμένα πάλι όχι, Αλέξη. Κυρίως, γιατί ξέρω τι ακολούθησε. Το πέρασα μια φορά και δεν το ξαναπερνάω.

– Και εμένα με ξέσκισε η συνέχεια, αλλά μου λείπει. Τα γκομενάκια, το δεκαπενταμελές, τα μαλλιά μου και τα μούσια μου! Έβγαινα στην τηλεόραση και ήμουν ανέμελος και ωραίος, όχι σαν τώρα που έχω γίνει σαν ρετάλι.

– Τι να σου πω τώρα και εγώ; Ανέμελος δεν ήμουν και κατέληξα ακόμα λιγότερο ανέμελος. Αλλά τι κάνουμε τώρα, συγκρίνουμε τους πόνους μας; Ό,τι έγινε, έγινε.

– Θέλω να γυρίσω πίσω στον χρόνο, δεν αντέχω το σήμερα.

– Θες να μου πεις πως μετάνιωσες και θα έκανες τα πράγματα διαφορετικά;

– Όχι, δεν θα έκανα τίποτα. Θα έμενα εκεί για πάντα, να διπλαρώνω γκομενάκια και να τους πουλάω ιδεολογία και μαγκιά.

– Την ημέρα της μαρμότας σε έκδοση ΚΝΕ θα ζούσες Αλέξη;

– Ναι, το λάθος μου ήταν που έμπλεξα με τον Συνασπισμό. Δεν μπορείς να φορτώσεις όλες τις μ@λακίες που κάνεις και που λες στον Μαρξ και στον Λένιν με την γ@μημένη την κεντροαριστερά. Τα σύνορα είναι θολά και πρέπει να ξέρεις να ελίσσεσαι. Δεν το έχω αυτό.

– Ναι, το είχαμε υποψιαστεί.

– Είναι απλή η υπακοή στη γραμμή του κόμματος. Η κεντροαριστερά από την άλλη είναι σαν βάλτος με κροκόδειλους, ο καθένας κοιτάει να φάει τον άλλο για να επιβιώσει.

– Περισσότερο θα έλεγα πως είναι σαν βόθρος με σκατά και σκουλήκια και βατράχια. Οι πραγματικοί κροκόδειλοι είναι απέξω και κάθε τόσο κάνουν μια βουτιά και τρώνε καμπόσους από εσάς που νομίζατε πως είστε κροκόδειλοι. Σιγά σιγά αντιλαμβάνεστε πως η πιθανότητα σωτηρίας και επιβίωσης αυξάνεται όσο πας προς τη δεξιά πλευρά του βόθρου.

– Ίσως να έχεις δίκιο, δεν ξέρω. Τι να κάνω τώρα;

– Τι εννοείς;

– Πώς να βγω από αυτή την ιστορία που έμπλεξα; Να γυρίσω στο να είμαι απλά βουλευτής, να το παίζω ιδεολογία και αντιπολίτευση εκ του ασφαλούς και να τσεπώνω την βουλευτική αποζημίωση χωρίς να με βρίζει η χώρα από το πρωί έως το βράδυ;

– Αυτά έπρεπε να τα έχεις σκεφτεί πριν αφήσεις το ΚΚΕ. Για μαλ@κες τους έχεις αυτούς που παίζουν με το 5-10% εδώ και εκατό χρόνια; Άσε που και να το ξαναβυθίζατε το κόμμα, θα μείνεις με χρυσά γράμματα στην ιστορία του ελληνικού έθνους.

– Κοίτα πόσους και πόσους πρωθυπουργούς έχουν ξεχάσει από τη μεταπολίτευση και μετά. Εδώ τον Γιωργάκη, τον Αντωνάκη και τον Κωστάκη έχουν ξεχάσει ήδη, που δεν έχει περάσει δεκαετία.

– Εσύ θα είσαι μέσα σε αυτούς που θα θυμούνται Αλέξη, αυτό μπορώ να στο υπογράψω. Πιο κοντά στον Μητσοτάκη παρά στον Αντρέα…

– Πώς θα τελειώσει αυτός ο εφιάλτης; Έχεις κανένα φάρμακο που να σβήνει τη μνήμη; Θέλω να ξεχάσω τα πάντα, να ξυπνήσω ένα πρωί και να μου φαίνεται πως απλά ονειρεύτηκα. Να σηκωθώ και να πάω να μιλήσω με τους συντρόφους και να βγούμε να μοιράσουμε φυλλάδια και Οδηγητή. Να ξαναερωτευθώ τη γυναίκα μου και να μην μπλέξω ποτέ με την κεντροαριστερά.

– Υπάρχουν κάτι πειραματικά σχήματα, ρε Αλέξη, με κεταμίνη, MDMA και LSD και τέτοια αλλά δεν τα έχω πρόχειρα. Μίλα με κανέναν ψυχίατρο μεγάλου βεληνεκούς στα πανεπιστημιακά μπας και βρεις άκρη. Κάνε μου μια χάρη, όμως. Πριν τα δοκιμάσεις, γράψε σε ένα φάκελο την διεύθυνσή μου και βάλε μέσα ένα σημείωμα που να λέει «Βασίλη λειτουργεί» μαζί με το όνομα του συναδέλφου και της ουσίας και βάλ’ το σε ένα συρτάρι. Κόλλησε και ένα άλλο χαρτί πάνω στο ψυγείο σου που να λέει «μετά από δυο μήνες που αισθάνεσαι ευτυχισμένος χωρίς να μπορείς να καταλάβεις το γιατί, άνοιξε το συρτάρι και στείλε τον φάκελο που θα βρεις μέσα στην διεύθυνση που αναγράφεται χωρίς να τον ανοίξεις». Αυτό το τελευταίο για να αποφύγεις να θυμηθείς αυτή τη συζήτηση και να επιστρέψουν τα συναισθήματα απελπισίας και χάους και να πυροδοτήσουν μια νέα κατάθλιψη.

– Θες να πάρεις την επιβεβαίωση του πόσο καλός ψυχίατρος είσαι με το γράμμα; Καμία ανιδιοτέλεια; Θα είμαι απλά ένα επιτυχημένο πείραμα;

– Όχι, με παρεξήγησες. Αν μια μέρα πάρω ένα τέτοιο γράμμα, θα πάρω το όνομα του γιατρού και της ουσίας, θα πάω να βρω τον γιατρό και να πάρω το φάρμακο. Πριν το κάνω, θα γράψω και θα κολλήσω στο ψυγείο μου ένα σημείωμα σαν αυτό που είχες εσύ.

– Και ο φάκελος στο συρτάρι τι θα λέει;

– Θα λέει «σύνθεσε την ουσία σε βιομηχανικές ποσότητες και ρίξ’ την σε όλες τις δεξαμενές νερού της Ελλάδας που μπορείς».

Ο Αλέξης κοίταξε το ρολόι του. Εγώ κοίταξα το δικό μου. Σαν από μηχανής θεός χτύπησε το κινητό μου, ήταν η γυναίκα μου. Ο συνομιλητής μου, όμως, δεν το ήξερε. Απάντησα στα Σουηδικά.

« Hej! Lyssna, jag måste bli av med denna grabben som sitter framför mig. Han fattar inte vad jag pratar om, kommer från moderlandet. Ja, ja… Vänta en stund, jag berättar senare, det var helt otroligt!»

– Είναι ένας ασθενής μου, συνέβη κάτι επείγον.

– Καταλαβαίνω, πέρασε και η ώρα και με περιμένουν οι άλλοι στο κέντρο συνεδριάσεων.

– Ασφαλώς…

Σηκώθηκε και κούμπωσε το σακάκι, σφίξαμε τα χέρια.

– Χάρηκα που σε γνώρισα από κοντά και ευχαριστώ για τη συμβουλή σου.

– Μην ξεχάσεις το γράμμα στο συρτάρι και το σημείωμα στο ψυγείο.

– Όχι, δεν το ξεχνάω. Αν λειτουργήσει, θα ρίξεις και στο νερό;

– Πάντα ονειρευόμουν να ρίξω LSD στη λίμνη του Μαραθώνα, μπας και τη βρούνε επιτέλους οι ξενέρωτοι προλετάριοι.

– Κάτι μου θυμίζει αυτό…

– Μην κουράζεσαι Αλέξη, έχεις πολύ δουλειά ακόμα. Να πας στο καλό και να προσέχεις τον εαυτό σου.

– Μπορείς να βάλεις καμία καλή κουβέντα για εμένα στον Πιτσιρίκο, να του εξηγήσεις;

– Δεν υπόσχομαι τίποτα. Παρά το παρατσούκλι, τις ευαισθησίες και τα αστεία του, πιστεύω πως είναι ένας πραγματικά σκληρός καργιόλης. Μερικές φορές τον φοβάμαι και εγώ, και δεν είμαι άνθρωπος που τον τρομάζουν οι μπλόγκερς.

Δεν απάντησε. Του άνοιξα την πόρτα και τον ακούμπησα φιλικά στην πλάτη.

Με κοίταξε και χαμογέλασε ήρεμα, αν και τα μάτια του πρόδιδαν την επιστροφή της μελαγχολίας.

Πριν γυρίσει την γωνία του διαδρόμου και χαθεί, κοντοστάθηκε, έστρεψε το κεφάλι και με κοίταξε σαν να ήθελε να με ρωτήσει αν πιστεύω πως μπορεί πραγματικά να τα ξεχάσει όλα και να ξαναρχίσει από την αρχή.

Δεν είπε τίποτα αλλά εγώ του έγνεψα καταφατικά σαν να διάβασα τη σκέψη του.

Και τι δε θα έδινα, ρε Πιτσιρίκο, μια μέρα να ανοίξω ένα γράμμα και να γράφει μέσα «Βασίλη λειτουργεί». Θα σας πότιζα όλους!

Την αγάπη μου από τη χιονισμένη Σκανδιναβία

Βασίλης

Υ.Γ. Τα γεγονότα που περιγράφονται σε αυτή την ιστορία είναι προϊόν μυθοπλασίας. Ουδέποτε συναντήθηκα με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας με την ιδιότητα του ιατρού/ψυχιάτρου ή σε οποιοδήποτε άλλο ρόλο που καλύπτεται από ιατρικό/επαγγελματικό απόρρητο. Γενικά, δεν συναντήθηκα ποτέ με τον πρωθυπουργό και δεν αντάλλαξα ποτέ απόψεις ή πληροφορίες για οποιοδήποτε θέμα υγείας, πολιτικό ή προσωπικό. Την ημέρα της συνόδου κορυφής κάθισα σπίτι μου για να μην μπλέξω στο κυκλοφοριακό κομφούζιο, και πολύ καλά έκανα. Επίσης, θα ήθελα να επισημάνω πως κανένας πρώην κομμουνιστής ή νυν πρωθυπουργός δεν έτυχε απάνθρωπης μεταχείρισης, τραυματίστηκε ή θανατώθηκε κατά τη διάρκεια της σύλληψης και συγγραφής αυτής της ιστορίας. Ευχαριστώ την πόλη του Γιετεμπόρι και την περιφέρεια της Δυτικής Γιεταλανδίας για την ευγενική παραχώρηση των εγκαταστάσεων. Στον ρόλο του Ινδού νοσοκόμου και πρώτη εμφάνιση στη μικρή οθόνη (του υπολογιστή σας) ο Μ. Τα ακροβατικά και τις επικίνδυνες σκηνές του ψυχιάτρου τις εκτέλεσα ο ίδιος, χωρίς ειδικά εφέ, ιμάντες, και δίχτυα ασφαλείας. Τέλος, είμαι σίγουρος πως ο Πιτσιρίκος είναι σκληρός καργιόλης και το Νοκ Άουτ παραμένει μια από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει ποτέ!

(Αγαπητέ Βασίλη, ουσιαστικά εγώ τον έστειλα τον Αλέξη σε σένα. Είναι γνωστό πως ο Αλέξης διαβάζει το μπλογκ -μια συνδρομή, όμως, δεν ξέρει να κάνει ο τσιφούταρος- γιατί μου το έχει πει. Ο Αλέξης ξέρει πως σε εκτιμώ, οπότε ήρθε να σε δει, για να με συγκινήσει. Αλλά εγώ δεν μασάω. Κι ελπίζω να πάρει αυτό που του αξίζει. Βασίλη, πολύ ωραίο το κείμενο. Πάντως, νομίζω πως έχει γεμίσει η κοινωνία από Τσίπρες. Άνθρωποι της εποχής τους, μεταλλαγμένοι και αδίστακτοι. Να είσαι καλά.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.