Αφεντικά υπάρχουν μόνο στο μυαλό μας
Αγαπημένε πιτσιρίκο,
Παρά το γεγονός ότι κάποιες εξελίξεις στη ζωή μου με οδήγησαν στο να σιωπήσω το τελευταίο διάστημα -καμία σχέση με το πόσο απασχολημένος είμαι στη δουλειά!-, είπα να κάνω μια εξαίρεση για να σου απαντήσω στην έρευνα που κάνεις για τους Έλληνες του εξωτερικού και τη ζωή μας εδώ στα “έρμα τα ξένα”.
Πριν περιγράψω την εμπειρία μετανάστευσης μου στο Άμστερνταμ, θα ήθελα να πω δυό λογάκια για την κατάσταση μου πριν φύγω.
Αφού τέλειωσα το μεταπτυχιακό μου στα οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, έφυγα φαντάρος για να υπηρετήσω τη μαμά πατρίδα, έχοντας φάει τον πρόλογο ότι το Ι-5 λόγω αντίρρησης συνείδησης θα μου κόστιζε μελλοντικά.
Φυσικά, ήταν όλα ψέματα.
Είχα ξοδέψει ήδη 6 μήνες από τη ζωή μου, όταν κατάλαβα πόσο μούφες ήταν όλα αυτά που μου έλεγαν και το λάθος που είχα κάνει. Το πόσο ηλίθιος είναι ο στρατός και όσοι τον υπηρετούν, το κατάλαβα από την πρώτη βδομάδα.
Πάνω στο απόγειο της απελπισίας μου, γνώρισα τον Αλέξη (πλέον από τους καλύτερους μου φίλους και κουμπάρος μου).
Έπειτα την είδα αλλιώς και αποφάσισα να ολοκληρώσω την αηδία που λέγεται στρατιωτική θητεία, προσπαθώντας απλά να σπάσω όσο πιο πολλή πλάκα μπορώ.
Με περίμενε η επαγγελματική μου “καριέρα” μετά, οπότε ποιος ήξερε πότε θα ξαναείχα την ευκαιρία για τεμπελιά και καθημερινό χαβαλέ.
Τελειώνοντας την θητεία μου και με όλα τα πτυχιακά εφόδια που μπορεί να έχει ένας νέος οικονομολόγος, ξεκίνησα την αναζήτηση εργασίας στην Αθήνα, εν έτει 2008 προς 2009.
Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, είχα καταλάβει το παιχνίδι. Λίγες ευκαιρίες της προκοπής, πολύ εκμετάλλευση και εργοδότες που από τη στιγμή που σε προσέλαβαν νόμιζαν ότι τους ανήκεις.
Η ανεργία είναι το μεγαλύτερο φόβητρο και το ισχυρότερο κίνητρο για να αποδεχθείς ό,τι σου πλασάρουν. Πάντα υπάρχει κάποιος άλλος στην ουρά που περιμένει μετά χαράς να πάρει τη θέση σου, όσο σκατένια και να‘ ναι.
Με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη, η Αθήνα ήταν μια ξένη πόλη για μένα. Ζούσα με την τότε κοπέλα μου (σήμερα σύζυγό μου), η οποία με συντηρούσε, αφού δεν μπορούσα με τα χρήματα που έβγαζα να συντηρώ τον εαυτό μου.
Βλέπεις ντρεπόμουν να ζητήσω κι άλλα από τους γονείς μου. Είχαν δώσει αρκετά. Θα έδιναν κι άλλα αν το ζητούσα, και το βρακί τους που λένε, αλλά εγώ δεν μπορούσα να τα πάρω πια.
Το ότι μετά από τόσα χρόνια σπουδών, “αριστείας” και προσπάθειας, δεν μπορούσα να αυτοσυντηρηθώ, ήταν για μένα μαχαιριά στην αξιοπρέπειά μου.
Ενάμιση χρόνο μεταξύ ανεργίας, “ευέλικτης” εργασίας, εθελοντικής εκμετάλλευσης και δουλειάς του ποδαριού, παρακολουθούσα πλέον τη ζωή μου να με προσπερνά.
Η καθημερινότητα δύσκολη και μονότονη. Ατελείωτες ώρες χαμένες στο μποτιλιάρισμα. Ζωή που δεν γυρνάει πίσω, χαμένη για πάντα. Κατάθλιψη. Η “μέρα της μαρμότας” σε μια αδιάκοπη βασανιστική επανάληψη.
Και μετά από όλα αυτά, να είσαι και στον άσσο.
Αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσα να ελπίζω; Έτσι θα ξόδευα τα νιάτα μου; Τη “χρυσή” δεκαετία των 30; Και πότε θα ζούσα, χωρίς άγχος; Πότε θα εκπλήρωνα τις επιθυμίες μου; Πότε θα ταξίδευα; Ποτέ;
Άρχισαν οι συζητήσεις. “Λές να την κάνουμε μωρό μου;”, “Τι Αθήνα, τι Κοπεγχάγη;”, “Ξένοι εδώ, ξένοι εκεί.”, “Σπίτι είναι όπου είσαι εσύ!”.
Μετά είδα τον Γιωργάκη να ανακοινώνει από το Καστελόριζο ότι η χώρα μας χρεοκόπησε και να ζητά την συνδρομή του ΔΝΤ. Ο κόσμος δεν είχε πάρει χαμπάρι τι σήμαινε αυτό.
Γνωρίζοντας τι σημαίνει ΔΝΤ από την εμπειρία των χωρών της Νοτίου Αμερικής -και όχι μόνο-, δεν άργησα να πάρω την απόφαση.
Λίγους μήνες μετά -και έπειτα από μια σύντομη συζήτηση με μια πρώην συμφοιτήτρια που έμενε Ολλανδία-, είχα ήδη βγάλει εισιτήριο χωρίς επιστροφή για Άμστερνταμ.
Για να μην γράψω τα απομνημονεύματά μου τα τελευταία 7,5 χρόνια, αποφάσισα να απαντήσω όσο πιο άμεσα μπορώ στις ερωτήσεις που έθεσες.
Πώς ήταν η ενσωμάτωσή μου σε μια άλλη χώρα, δυσκολίες, ευκολίες, τα πάντα.
Κάθε αρχή και δύσκολη. Καινούργια χώρα, καινούργιοι τρόποι, καινούργιες διαδικασίες που γίνονται όλα.
Το να εγγραφώ στον δήμο του Άμστερνταμ, ως κάτοικος, ήταν πανεύκολο. Κλείνεις ραντεβού μια συγκεκριμένη ώρα, πας με το διαβατήριο και ένα γράμμα αυτού που σε φιλοξενεί ή της μόνιμης διεύθυνσης σου, και σε 10 λεπτά σου έχουν βγάλει αριθμό κοινωνικής ασφάλισης. Καλωσήρθες!
Μετά πας στην τράπεζα, και σε άλλα 10 λεπτά, έχοντας τον αριθμό κοινωνικής ασφάλισης, έχεις ανοίξει λογαριασμό για τις συναλλαγές σου.
Το πόσο εύκολα ήταν αυτά τα διαδικαστικά ήταν αστείο για κάποιον που έχει συνηθίσει να τρέμει με μια στοίβα δικαιολογητικά, περιμένοντας ώρες σε ουρές στα ταμεία του δημοσίου και των τραπεζών. Το πόσο ευγενικοί ήταν όλοι ήταν εξίσου σοκαριστικό.
Είχα την βοήθεια φιλοξενίας κάποιων γνωστών γνωστών μου, που μου δάνεισαν τον καναπέ τους για λίγο καιρό. Μέσα σε 3 βδομάδες είχα βρεί το δικό μου δωμάτιο, συγκατοικώντας με άλλους μετανάστες. Αρχικά μια Γερμανίδα και έναν Αυστραλό, μετά με ένα ζευγάρι Νεπαλέζων.
Πολιτισμικά σοκ απανωτά.
Σύντομα αρχίζεις να παρατηρείς διαφορετικές συνήθειες. Γνωρίζεις κόσμο και εξερευνώντας τις εμπειρίες του αρχίζεις να προσαρμόζεσαι σε μια νέα καθημερινότητα Σε μια καλύτερη και ποιοτικότερη καθημερινότητα από κάθε άποψη.
Η μόνη δυσκολία μέχρι στιγμής, η μοναξιά και η νοσταλγία. Νοσταλγία για τους ανθρώπους που άφησα πίσω μου. Την κοπέλα μου, τους γονείς μου, τους φίλους μου.
Η πόλη ήταν και είναι ένα διαμάντι. Καθαρή, πανέμορφη, με τα νεοκλασσικά σπιτάκια του 16ου, 17ου, 18ου και 19ου αιώνα να κοσμούν τα πανέμορφα κανάλια. Κόσμος ευγενικός. Αμάξια λίγα.
Κίνηση στην πόλη ανύπαρκτη. Όλοι με τα ποδηλατάκια τους. Η μεγαλύτερη απόσταση που μπορείς να διανύσεις μέσα στη πόλη είναι μισή ώρα, ποδηλατώντας από το ένα άκρο στο άλλο.
Τα μέσα μεταφοράς τόσο ακριβή που ρύθμιζες το ρολόι σου με βάση το πότε έρχονταν και πότε έφευγαν.
Μερικές καθυστερήσεις στα τρένα μεταξύ πόλεων, αλλά τίποτα το τραγικό, εκτός απ΄όταν κάποια ακραία καιρικά φαινόμενα δημιουργούσαν δυσκολίες για τις οποίες κανείς δεν μπορούσε να ρίξει το φταίξιμο σε κανέναν.
Πάρκα γεμάτα με κόσμο.
Γιατί να πας στο τραπεζάκι της καφετέριας, όταν μπορείς να κάτσεις στα γρασίδια με τους φίλους σου τσάμπα και να πιεις τις φθηνές μπύρες του σουπερ-μαρκετ και να κάνεις ένα πικ-νικ ή να πάρεις τη βαρκούλα σου και να κάνεις μια βαρκάδα;
Άλλωστε, στα μπαρ και τα καφέ πας το χειμώνα όταν δεν έχει καλό καιρό.
Η μπύρα 2 με 2,5 ευρώ, σε μαγαζί, όχι από το περίπτερο.
Στο σούπερ-μάρκετ, οι τιμές σχεδόν ίδιες με Ελλάδα, ίσως και χαμηλότερες σε κάποια πράγματα.
Πράγματα ανήκουστα για Ελλάδα, με μισθούς ⅓ αυτών της Ολλανδίας. Τότε. Τώρα ακόμα χειρότερα, ⅕.
Από τη στιγμή που ξεκίνησα να ψάχνω για δουλειά, επειδή χρειάστηκε να προσαρμοστώ και στα νέα δεδομένα μιας άγνωστης για μένα, και πολύ διαφορετικής από ό,τι είχα συνηθίσει, αγοράς εργασίας, σε 2,5 μήνες είχα βρεί δουλειά.
Καλή δουλειά για ξεκίνημα, στο οικονομικό τμήμα μιας τεράστιας πολυεθνικής.
Το ζήτημα της “Ελληνικής κρίσης” είχε αρχίσει να παίρνει τα πάνω του.
Κάποιοι Ολλανδοί έριχναν τα καρφάκια τους.
Κάποιοι με ρωτούσαν με ανησυχία πως είναι οι δικοί μου κάτω, τι γίνεται πραγματικά κλπ.
Σύντομα συνειδητοποίησα ότι όσο το θέμα ήταν στην επικαιρότητα, θα έπρεπε να υποστώ τις ερωτήσεις τους.
Συνειδητοποίησα επίσης πως η άποψη τους εξαρτώταν από το ποια μέσα ενημέρωσης παρακολουθούσαν.
Οι συντηρητικοί δεξιοί ήταν αγενείς και κριτικοί, οι φιλελεύθεροι και αριστεροί έδειχναν κατανόηση, ενδιαφέρον και ήταν ευγενικοί. Τι έκπληξη!
Δεν θα ξεχάσω ένα περιστατικό που μου συνέβη στη δουλειά, εν έτει 2011, όταν ένας Ολλανδός συνάδερφος μεταξύ σοβαρού και αστείου, με ρώτησε, “Μέχρι πότε θα σας πληρώνουμε εσάς τους Έλληνες;”.
Του απάντησα πως θα του γυρίσω πίσω ότι έχει πληρώσει για τους Έλληνες αν μου φέρει ένα χαρτί από την εφορία του που να αποδεικνύει το ποσοστό των φόρων του που πάει για την “Ελληνική διάσωση”.
Δεν μου το έφερε ποτέ.
Πολλοί Ολλανδοί ενδιαφέρονταν να μάθουν γιατί μετανάστευσα. Σύντομα κατάλαβα ότι αυτή την ερώτηση την κάνουν σε όλους τους μετανάστες, Γερμανούς, Γάλλους, Ισπανούς, Ιταλούς, Βέλγους κλπ (οι μεγαλύτερες μειονότητες της χώρας).
Το Άμστερνταμ, κατά 45%, κατοικείται από μη-Ολλανδούς βλέπεις, οπότε ο καθένας έχει την ιστορία του.
Η απάντηση μου ήταν πάντα η ίδια. Ποιότητα ζωής. Η ποιότητα του χρόνου που έχεις όταν δεν δουλεύεις.
Κάποια πράγματα δεν υπολογίζονται με το χρήμα.
Πέρα από την αρχική μοναξιά και νοσταλγία και φυσικά το να συνηθίσω τον καιρό, δυσκολίες σοβαρές στην προσαρμογή μου δεν βρήκα.
Φυσικά, γνώρισα πολλούς που κάθε μέρα ασχολούνταν με το αν βρέχει, με το ότι τους λείπει η φέτα κλπ κλπ.
Επειδή αν και μου αρέσει ο ήλιος και η φέτα πολύ, ποτέ δε τα είχα συνδέσει με την ευτυχία στη ζωή μου ή ως προϋποθέσεις ποιότητας ζωής, η απουσία τους δεν με επηρέασε τόσο.
Αυτά είναι στην προσωπική φιλοσοφία του καθενός. Δεν υπάρχει σωστό και λάθος.
Αν ο ήλιος και ο φραπές είναι τόσο σημαντικά στη ζωή κάποιου ανθρώπου, όπου και να πάει, αν δεν τα έχει, θα μιζεριάσει.
Βέβαια, αυτά ίσως πρέπει να τα σκεφτεί κανείς πριν μεταναστεύσει, όχι μετά. Για να μην ξεβολευτεί άδικα όχι για κάποιον άλλο λόγο.
Βέβαια, μου έλειπαν και μου λείπουν οι γονείς και οι φίλοι μου. Μετά σκέφτομαι όμως ότι μου έλειπαν και όσο ζούσα στην Αθήνα.
Επίσης, με παρηγορεί και η σκέψη πως οι δικοί μου άνθρωποι που με αγαπούν αληθινά, προτιμούν να είμαι χαρούμενος και να έχω την ποιότητα ζωής που θέλω, παρά να ζω κοντά τους.
Αυτά τα λίγα έχω να πω για τον πρώτο καιρό της μετανάστευσης μου στο Άμστερνταμ. Αλλιώς, πρέπει να γράψω εγκυκλοπαίδεια.
Το θέμα της γλώσσας δεν το ανέπτυξα γιατί ακόμα δεν μιλάω γρι Ολλανδικά μετά από τόσα χρόνια.
Αγγλικά μιλάω, και όσο και αν ξινίζουν μερικοί Ολλανδοί που μετά από τόσα χρόνια δεν έχω μάθει τη γλώσσα τους, εφόσον δεν είναι υποχρεωτικό και δε μου στερεί κάτι στη καθημερινότητα μου, η άποψή τους με αφήνει παγερά αδιάφορο.
Συνοπτικά, η προσαρμογή είναι εύκολη γιατί είναι εύκολη και η ζωή εδώ. Για κάποιους είναι δύσκολη, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με τη χώρα αυτή καθ’ αυτή.
Έγινα καλύτερος άνθρωπος; Άλλαξα ιδέες;
Δεν ξέρω πώς να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση, αλλά θα προσπαθήσω.
Καλύτερος άνθρωπος δεν έγινα επειδή μετανάστευσα.
Σίγουρα άλλαξα ιδέες για πολλά πράγματα, αλλά αυτό θα μπορούσα να το κάνω και στην Ελλάδα.
Η μετανάστευση είναι μια ριζική αλλαγή που σε βάζει στη διαδικασία να αντιμετωπίσεις πολλές προκαταλήψεις που μπορεί να έχεις και να αμφισβητήσεις πολλά από τα στεγανά της σκέψης που διατηρείς.
Πλέον οι κακές συνήθειές σου δεν μπορούν να καλυφθούν από τις κακές συνήθειες των άλλων γύρω σου.
Είσαι εκτεθειμένος.
Σε βάζει στη διαδικασία να σκεφτείς τη ζωή σου και τι θεωρείς σημαντικό και να ξεφύγεις από τον “Ελληνικό τρόπο ζωής”, από την πεπατημένη που λένε, και να χαράξεις τον δικό σου δρόμο, με τους δικούς σου όρους.
Το ότι αισθάνομαι καλύτερος άνθρωπος σχετίζεται περισσότερο με την προσωπική μου προσπάθεια να βελτιώσω τη σκέψη μου και τη συμπεριφορά μου απέναντι στους άλλους γύρω μου.
Σίγουρα η έκθεση που είχα σε διαφορετικούς πολιτισμούς, ο περισσότερος και ποιοτικότερος ελεύθερος χρόνος, το λιγότερο άγχος της καθημερινότητας, συνέβαλαν σε αυτό.
Επίσης, έχω αναπτύξει διαφορετικές καθημερινές συνήθειες. Αν θέλω να κάνω τσιγάρο, πάω έξω. Οδηγάω ήρεμα και όχι σαν σε ταινία καταδίωξης κλπ κλπ.
Όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα, βέβαια, συλλαμβάνω τον εαυτό μου μερικές φορές να ξεχνά τις συνήθειες αυτές και να επιστρέφει σε προηγούμενες.
Άνθρωπος είμαι κι εγώ. Προσπαθώ, πάντως.
Ποια ήταν η καλύτερη και ποια η χειρότερη στιγμή στην ξένη χώρα;
Για τις καλύτερες στιγμές δεν μπορώ να πω. Είναι πάρα πολλές. Μπορώ να γράφω για ώρες.
Θεωρώ πως η μετανάστευσή μου στο Άμστερνταμ είναι η καλύτερη απόφαση που πήρα ποτέ. Πήγα ενάντια στις φοβίες μου και στις ανασφάλειες μου.
Η χειρότερη στιγμή στην Ολλανδία είναι αποτέλεσμα του ρατσισμού.
Ρατσισμός υπάρχει παντού.
Όσο ανεκτική και να είναι μια κοινωνία, όσο πολυπολιτισμική, πάντα θα βρείς έναν ρατσιστή, έναν ξενοφοβικό.
Ακόμα και αν αυτός καταπιέζει τα ρατσιστικά του ένστικτα, κάποια στιγμή αυτά βγαίνουν προς τα έξω.
Με το συγκεκριμένο άτομο δούλευα επί 2,5 χρόνια. Κανένα πρόβλημα ποτέ. Διευθυντής του HR στην διαφημιστική που εργαζόμουν τότε. Πρόσχαρος άνθρωπος, με χιούμορ, ευγενικός. Μερικές φορές ήταν αυστηρός στη δουλειά του, αλλά όλοι έχουμε τις παραξενιές μας.
Ένα πρωινό, στο κουζινάκι της εταιρίας, μετά τον “εορτασμό” του Τραμπ για τον πρώτο του βομβαρδισμό στη Συρία, συζητούσαμε με έναν συνάδελφο για την κατάντια του κόσμου και πως ένας ασήμαντος μισανθρωπάκος μπορεί να πανηγυρίζει επειδή ανατίναξε αθώους άμαχους, γυναίκες και παιδιά, πατώντας ένα κουμπάκι από την άλλη άκρη της γης και να υπάρχουν άνθρωποι που να μην αηδιάζουν.
Τότε, χωρίς να έχουμε απευθύνει τον λόγο στον διευθυντή του HR, γυρίζει και μου λέει πως θα ευχόταν να βομβάρδιζαν και την Ελλάδα αν ήταν να πληρώσει επιτέλους τα χρέη της.
Κεραμίδα στο κεφάλι μου.
Σταμάτησα τον εαυτό μου από την παρόρμηση να του χώσω μπουκέτο.
Του απάντησα ότι είναι αδαής και άσχετος αναφορικά με την οικονομική πραγματικότητα και ότι η παραπληροφόρηση που έχει φάει δεν δικαιολογεί τον μισανθρωπισμό του να εύχεται τον θάνατο ενός ολόκληρου λαού για μερικά χρωστούμενα, και ότι ο λαός μου υποφέρει μόνο και μόνο για να μην φαλιρίσουν οι τράπεζες τους.
Το τι συνέχεια πήρε το θέμα φυσικά, διαφέρει από μια παρόμοια κατάσταση αν συνέβαινε στην Ελλάδα.
Βλέπεις δεν το άφησα έτσι. Υπέβαλα επίσημα παράπονο εναντίον του, αρχικά με μέιλ που έστειλα στον οικονομικό διευθυντή της εταιρίας, τον προϊστάμενο μου δηλαδή και μετά με μειλ που έστειλα στον CEO, τον γενικό διευθυντή της εταιρίας.
Ο CEO της εταιρίας με κάλεσε να το συζητήσουμε και μου ζήτησε προσωπικά συγγνώμη την οποία έπειτα πήρα και γραπτώς.
Απαίτησα, επίσης, την γραπτή συγγνώμη του διευθυντή του HR.
Δεσμεύτηκε να επιπλήξει τον διευθυντή του HR και να απαιτήσει να μου ζητήσει συγγνώμη και με ρώτησε αν θέλω να πάω το θέμα στα κεντρικά, πράγμα που θα μπορούσε να σημαίνει την άμεση απόλυσή του.
Δεν το συνέχισα.
Δέχτηκα την συγγνώμη και των δύο διευθυντάδων και μετά από λίγες εβδομάδες υπέβαλα την παραίτησή μου, μιας και είχα βρει καλύτερη δουλειά κάπου αλλού.
Βλέπεις, λόγω της πολύ μικρής ανεργίας και του γεγονότος ότι ασχέτως τίτλου έχεις δικαιώματα, δεν χρειάζεται να σκύβεις το κεφάλι σε κανέναν.
Αφεντικά υπάρχουν μόνο στο μυαλό μας.
Το να αποφασίσεις να αποτινάξεις οποιαδήποτε μορφή ραγιαδισμού, είναι το πρώτο βήμα προς την ελευθερία.
Σε μια επαγγελματική συνεργασία, που είναι η εργασία μου σε μια εταιρία, εγώ είμαι το αφεντικό του εαυτού μου, κανένας άλλος.
Υπογράφω συμβόλαιο εργασίας για συγκεκριμένες ώρες της ημέρας με ένα προσυμφωνημένο μισθό. Ως εκεί.
Άλλο το να έχω προϊστάμενο, δηλαδή κάποιον σε μεγαλύτερη βαθμίδα από μένα που παίρνει αποφάσεις και καθορίζει τη δουλειά μου και τις προτεραιότητες κλπ, και άλλο να θεωρώ τον εαυτό μου υποδεέστερο, να σκύβω το κεφάλι μου, να μην απαιτώ αυτά που δικαιούμαι και να φοβάμαι να ανοίξω το στόμα μου.
Αργότερα έμαθα ότι απολύθηκε. Για άλλους λόγους.
Σκέφτεσαι να επιστρέψεις μόνιμα κάποτε;
Δεν βλέπω κανένα λόγο για να κάνω κάτι τέτοιο.
Ό,τι ψευδαισθήσεις είχα όταν μεγάλωνα περί πατρίδος, προερχόμενες από την οικογένεια, το σχολείο και τον κοινωνικό περίγυρο εξαφανίστηκαν, όταν άρχισα να σκέφτομαι μόνος μου.
Δεν αισθάνομαι καμία υποχρέωση προς τη χώρα στην οποία έτυχε να γεννηθώ.
Οι σημαίες και τα σύνορα μου φαίνονται πια παιδικές ψευδαισθήσεις μιας άλλης εποχής, στερούμενα νοήματος.
Ακόμα και να έβγαινε η χώρα από την κρίση, ακόμα και αν μου έδιναν δουλειά με τα ίδια λεφτά, δεν θα το σκεφτόμουν καν.
Οι παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας δεν λύνονται με λεφτά.
Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν τόσο εύκολα όσο η οικονομία.
Αν δεν αλλάξουν τα μυαλά και ο τρόπος που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες τους συνανθρώπους τους, ασχέτως φύλου, εθνικότητας, σεξoυαλικής, θρησκευτικής ή πολιτικής προτίμησης, και ως προς την κοινωνία ως σύνολο και τη θέση τους μέσα σε αυτή, τίποτα δεν θα αλλάξει πραγματικά στην Ελλάδα.
Ίσως γυρίσω όταν και αν ποτέ πάρω σύνταξη. Σε καμιά νότια Κρήτη να ατενίζω το Λιβυκό πέλαγος.
Δεν ξέρω αν θα υπάρχουν καν συντάξεις τότε, ούτε που θα βρίσκομαι, επομένως είναι ένα μεγάλο Ίσως.
Πώς αισθάνεσαι όταν επιστρέφεις στην Ελλάδα για διακοπές και για να δεις αγαπημένα πρόσωπα;
Μια λέξη που το περιγράφει καλά είναι “χαρμολύπη”.
Χαρά που βλέπω πάλι και ζω κοντά στους φίλους μου και την οικογένειά μου.
Χαρά που βλέπω πάλι την καταγάλανη θάλασσα, τον αλλεργικό στα σύννεφα ουρανό.
Η ομορφιά του τόπου είναι απαράμιλλη.
Λύπη που βλέπω τους ανθρώπους να μαραζώνουν μέσα στις δυσκολίες της καθημερινότητας.
Που μετά από τόσο χρόνια κρίσης, τίποτα ουσιαστικό δεν άλλαξε προς το καλύτερο από κάποια συνειδητοποίηση των ψευδαισθήσεων του παρελθόντος.
Λύπη για τα χαμένα όνειρα αυτών που έμειναν πίσω. Για την ελπίδα που πέρασε ξυστά και δεν ακούμπησε.
Λούμπεν. Από το κακό στο χειρότερο. Όλο και πιο βαθιά στο λάκκο.
Πολιτικοί και θρησκευτικοί απατεώνες, ολιγάρχες και τα τσουτσέκια τους, μπροστά στους τηλεφακούς συνεχίζουν να μεσουρανούν ανενόχλητοι.
Πώς φαντάζεσαι τη ζωή σου σε δέκα χρόνια από σήμερα;
Α ρε πιτσιρίκο, ούτε σε συνέντευξη για δουλειά τέτοια ερώτηση.
Ποιος ζει ποιος πεθαίνει σε δέκα χρόνια.
Να στο θέσω αλλιώς. Αν μου έκανες την ερώτηση αυτή 10 χρόνια πριν, η απάντηση που θα έπαιρνες θα έπεφτε τόσο έξω από τη σημερινή μου πραγματικότητα, που πλέον οποιαδήποτε τέτοια πρόβλεψη μου φαίνεται αστεία.
Δεν υπάρχει κανένα νόημα να φαντάζομαι τη ζωή του αύριο. Προτιμώ απλά να ζω τη ζωή του σήμερα.
Πώς βλέπεις την Ελλάδα από το εξωτερικό;
Τη βλέπω μακρυά. Και δεν τη βλέπω καθόλου καλά.
Η επικαιρότητα της Ελλάδας μου είναι τόσο αποκρουστικά απόμακρη και τόσο σουρεαλιστικά λούμπεν, που πραγματικά απορώ πώς καταδέχεται ο κόσμος να ασχολείται με τα άθλια υποκείμενα που την αποτελούν και να τους δίνει βήμα και αξία.
Πώς φαντάζεσαι την Ελλάδα σε δέκα χρόνια;
Την φαντάζομαι σε ακόμα δυσκολότερη θέση απ’ ότι είναι τώρα. Από το 2022 μέχρι το 2030 πρέπει να πληρώσουν οι Έλληνες καμιά 50αριά δισεκατομμύρια.
Από πού;
Από το 2030 μέχρι το 2060 πρέπει να βρούμε άλλα 90 δισ.
Από πού;
Τα δάνεια είναι σε αγγλικό δίκαιο.
Η δημόσια περιουσία υποθηκευμένη εως το 2114.
Αυτά υπογράψανε.
Ό,τι και να φαντάζομαι εγώ, οι συνθήκες δεν προδιαγράφουν το μέλλον με λαμπερά χρώματα.
Η μόνη ελπίδα για κάτι καλύτερο θα έρθει, όταν υπάρξει δικαιοσύνη για τη χρεωκοπία της χώρας,
όταν φορολογηθούν οι ολιγάρχες που στραγγίζουν τον κοσμάκη,
όταν διαγραφεί το απεχθές χρέος,
όταν παραγραφούν οι παραγραφές και μπουν τα ⅔ της πολιτικής ηγεσίας της χώρας στη φυλακή όπου και ανήκουν,
όταν χωριστεί το Κράτος από την Εκκλησία
και όταν σταματήσουν να πλακώνονται οι Έλληνες για χρωματιστές σωβρακοφανέλες και κομματικές μαφίες.
Πολλά “όταν”.
Ελπίζω να κάνω λάθος.
Φιλιά από το ηλιόλουστο Αμστελόδαμο,
Κώστας
(Αγαπητέ Κώστα, αυτό ήταν μανιφέστο. Εύγε! Όσο περισσότερα μέιλ Ελλήνων που έφυγαν διαβάζω, τόσο καλύτερα αισθάνομαι. Το αστείο είναι πως εσείς είστε τώρα στο εξωτερικό ανάμεσα σε ξένους, και εγώ είμαι στην Ελλάδα, σε ένα μέρος, όπου υπάρχουν μόνο ξένοι. Εντάξει, υπάρχουν και Έλληνες, για να κάνουν τις δουλειές, οπότε δεν τους βλέπεις. Κώστα, τέλειο το σκίτσο. Πήρα την πρωτοβουλία να βάλω τίτλο μια ατάκα από το κείμενό σου που μου έκανε κλικ. Σε ευχαριστώ για όλα. Την αγάπη μου.)
Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου
Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

