Ελλάδα – Σουηδία, σημειώσατε… ΤΙ;

Επτά χρόνια πριν, ήταν που περπατούσα σε μια απίθανη παραλία της Εύβοιας και δεν μπορούσα να σκεφτώ -ούτε κατά διάνοια- πως επτά χρόνια μετά θα κοιτάω τις παγωμένες λίμνες και θα πατώ τις άκρες που κάποτε ήταν νερό και θα τις ακούω να κάνουν “κρακ” και να σπάνε.

Μεγάλος ο όγκος, το δέος, το καινούργιο και το παράξενο.

Καλοκαίρι στο τέλος του ήταν του 2012, όταν, για προσωπικούς λόγους, αποφάσισα να κάνω το μεγάλο “βήμα” (όπως τελικά αποδείχτηκε).

Ένα βήμα που, πάνω σε στιγμές αυθορμητισμού, ευαισθησίας, άγνοιας και παρόρμησης, μοιάζει με άλμα εύκολο να δεχτεί αντιπάλους.

Ένα βήμα που έγινε συνειδητά και ήρεμα, αποφασιστικά και ανεπηρέαστα.

Δεν ήταν εκείνο το βήμα που οι περισσότεροι άνθρωποι γύρω μου του πρόσθεσαν δίπλα τη φράση: “την έκανε”.

Λυπεί το γεγονός της αντιμετώπισης αυτής, όταν κυρίως έρχεται από τον πολύ γνωστό κύκλο ανθρώπων που συμπεριλαμβάνει γνωστούς, φίλους ακόμα και συγγενείς.

Βέβαια και υπάρχουν κάποιοι ανάμεσά μας, σε όλους αυτούς που έφυγαν για κάπου μακριά που “την έκαναν”.

Τι σημασία έχει;

Όλα είναι σχετικά. Στάση ζωής, αντιμετώπιση προβλημάτων, συναισθήματα…

Οι κλιματολογικές αλλαγές είναι ο πρώτος παράγοντας που μπορεί να σου αλλάξει τα πάντα.

Τα πάντα, όμως.

Από τους 42 βαθμούς Κελσίου της Ελλάδας προσγειώθηκα στη Στοκχόλμη στους 6 και με απίστευτο αέρα και χαλάζι.

Πόσο γρήγορα να μπορέσει ένα σώμα να προσαρμοστεί; Να αλλάξει μέσα σε τεσσεράμισι ώρες πτήσης.

Ακολουθούν οι πρώτες εβδομάδες, με το σύστημα σου να έχει πάθει σοκ, να αρρωστήσεις και να “γεύεσαι” τις πρώτες σου εμπειρίες σε μια άλλη χώρα σε ένα βαθύ και αναπαυτικό καναπέ.

Έχοντας στο μυαλό τα ταξίδια “διακοπών” και αυτή την αίσθηση του υποσυνείδητου ότι κάπου θα τελειώσει αυτό και σίγουρα θα γυρίσεις πίσω, είσαι γεμάτος χαρά.

Θες να ρουφήξεις το χρόνο.

Να ρωτάς τους γύρω σου τα πιο απίστευτα πράματα. Να μιλάς συνέχεια. Να συγκρίνεις φυσικά τα πάντα με την Ελλάδα και τους Έλληνες …ασφαλώς.

Δεν έχεις μπει ακόμα στη φάση των πραγματικών εικόνων γιατί απλά δεν έχεις εικόνες.

Δεν είναι, καλέ μου, οι εικόνες διακοπών αυτό που θα ζήσεις.

Δεν είναι το 20ήμερο που θα ξεπατωθείς στον ποδαρόδρομο, στα μπαράκια, στο ανελέητο shopping -αλήθεια, ακόμα γίνεται αυτό; και στα πόσα δεν ξέρω εγώ Gigabyte φωτογραφιών που θα αποθηκεύσεις κάπου και, ενδεχομένως, να μην ασχοληθείς ξανά.

Η αρχή μιας άλλης ζωής μόλις ξεκίνησε.

Γεμάτος με συναισθήματα διάφορα, αυτά που ξέρεις και που έχεις ζήσει όλη σου τη ζωή με την οικογένεια σου, τα φιλαράκια σου και τους πολύ κολλητούς σου, συνεργάτες οι ακόμα και η απλή καθημερινότητα με τους γείτονες έχει μπει πια σε δεύτερη μοίρα.

Το Facebook θα αποδειχτεί η “σανίδα σωτηρίας” των διαπροσωπικών σχέσεων (και καλά) τον πρώτο καιρό.

Βέβαια, στο πέρασμα των χρόνων, θα καταλάβεις πως το ταξίδι αυτό που έκανες και οι αποφάσεις που πήρες για να αφήσεις την Ελλάδα πίσω σου δεν ανακτώνται με το διαδίκτυο.

Θα αποδειχτεί πως έχεις κάνει σχεδόν “έγκλημα” κι αυτό γιατί;

Γιατί πολύ απλά “την έκανες”.

Και κάποιοι εκεί έξω δεν ξέρουν, δεν καταλαβαίνουν -ή δεν θέλουν- και αγνοούν.

Η ζήλια παίρνει κεφάλι και οι περιπτώσεις χαιρέκακων συμπεριφορών και ειρωνικών σχολίων βγάζει τον “κακό εαυτό” που κρύβουν κάποιοι μέσα τους.

Μην αμφιβάλλεις καθόλου.

Δεν μπορώ, όμως, να μην αναφέρω και εκείνους που πραγματικά υπάρχουν γύρω μας και μας στηρίζουν εξ αποστάσεως και ας είναι πολύ λίγοι πια.

Το Skype θα μπορέσει να γεμίσει πολλές ώρες σου με την οικογένεια και τους φίλους.

Όλους αυτούς που θες να έχεις επαφή, τέλος πάντων. Χαίρεσαι, σε γεμίζει.

Ξέρεις, όμως, πως, μόλις πατήσεις το κόκκινο κουμπάκι, η ησυχία θα απλωθεί στο σπίτι και πάλι κάτι λείπει.

Πάντα θα λείπει.

Στη χώρα του “lagom”, του “Hej-hej” και του “fy fan”, υπάρχουν πολλά ακόμα που μπορεί κάποιος να μάθει.

Αφού περάσουν οι πρώτες μέρες, πρέπει αναγκαστικά να “δηλωθείς”, να υπάρχεις σαν άτομο εδώ.

Δεν μπορεί να παραμένεις άγνωστος.

Το κράτος πρέπει και θέλει να ξέρει ποιος είσαι και έτσι θα πάρεις τον “προσωπικό σου αριθμό”.

Και το βρίσκω άκρως απαραίτητο αυτό.

Οι διαδικασίες προχωρούν με τα σχολεία (SFI) και την εκμάθηση της γλώσσας, όσο πιο γρήγορα είναι αυτό εφικτό γιατί πρέπει να γίνεις μέλος την κοινωνίας.

Aυτό σημαίνει ότι πρέπει να βρεις άμεσα δουλειά και να αρχίσεις να πληρώνεις φόρους στο κράτος που ήρθες να για να ζήσεις.

Η “λούφα” είναι κάτι που δεν σε παίρνει να ακολουθήσεις.

Τα συστήματα είναι τέτοια που θα σε ρουφήξουν.

Όσο Έλληνας κι αν είσαι, δεν έχει καμία σημασία.

Οι δυσκολίες έρχονται σιγά–σιγά, μόλις ξεθωριάσουν τα πρώτα “wow” των εντυπώσεων.

Η γλώσσα δεν είναι και από τις πιο εύκολες.

Αν ξέρεις Αγγλικά ή Γερμανικά, θα βοηθήσει σε μεγάλο ποσοστό.

Με έκπληξη, βέβαια, συνάντησα πάρα πολλές λέξεις ΕEλληνικές αλλά κι εκείνες που έχουμε δανειστεί κατά καιρούς από άλλες χώρες πίσω στο χρόνο.

Το “καμάρι”, για άλλη μια φορά, τροφοδοτείτAI και η φράση: “Ξέρεις, η λέξη αυτή είναι eλληνική και σημαίνει…” θα επαναληφθεί πολλές φορές ακόμα.

Οι περισσότεροι Σουηδοί είναι πραγματικά χαρούμενοι, όταν συναντούν Έλληνες.

Λατρεύουν την Ελλάδα και τα ελληνικά νησιά.

Όταν βέβαια έρχεται στην επιφάνεια το θέμα «κρίση, χρήματα, κυβερνήσεις», τότε η εικόνα θολώνει και η σουηδική ψυχρή λογική παίρνει τα ηνία και οι ερωτήσεις και οι απορίες δεν έχουν τελειωμό.

Τι να τους πεις που να μην σε κάνει να ντραπείς κάποιες στιγμές.

Ποια αλήθεια μπορεί να τους κλείσει τα στόματα;

Μήπως εγώ, εσύ κι ο διπλανός μας είμαστε -αλήθεια όμως- σε θέση να παραπλανήσουμε τα γεγονότα και όπως αυτά τρέχουν πολλά χρόνια τώρα;

Οι χειμώνες έρχονται δύσκολοι στη Σουηδία. 
Υπάρχει εν τούτοις μεγάλη διαφορά από το βορειότερο σημείο της Σουηδίας μέχρι το πιο νότιο· σε σχέση με την Ελλάδα, όμως, στην ολότητά της, η χώρα είναι μακριά και κρύα.

Αν είσαι τυχερός, θα αντιμετωπίσεις έναν όχι τόσο αλλοπρόσαλλο χειμώνα όσο είναι το φθινόπωρο εδώ.

Οι μήνες που ακολουθούν μετά το Σεπτέμβριο είναι περίεργοι.

Για μένα που λατρεύω τον καλό καιρό, τη ζέστη, τη μυρωδιά της θάλασσας, την κίνηση στους δρόμους, τους γείτονες να συναντιούνται έξω και τα νέα της ημέρας που είναι να ειπωθούν σε 5 λεπτά γίνονται 1 ώρα, είναι δύσκολο να προσαρμοστώ σε κάτι τελείως διαφορετικό.

Όλα τα παραπάνω, απλά δεν συμβαίνουν εδώ.

“Είναι θέμα συνήθειας, κουλτούρας, ταμπεραμέντου” μου λένε.

Ναι, τους απαντώ κι εγώ. Αλλά να, πώς να απαρνηθείς μια ζωή, τις συνήθειες που απέκτησες, το πώς μεγάλωσες, το απίστευτο κλίμα (που όταν ζούμε κι εμείς στη χώρα μας η γκρίνια δεν μας λείπει).

Τι να αλλάξω δηλαδή από τη μια στιγμή στην άλλη;

Και αυτή η στιγμή μπορεί να έχει μεγάλη και απροσδιόριστη διάρκεια.

Εμένα, μέχρι τη στιγμή που διαβάζεις αυτά, μου έχει πάρει 6 χρόνια και χωρίς γκρίνια λέω: Τίποτα δεν αλλάζει και δεν συνηθίζεται.

Μόνο που υπάρχουν στιγμές που θες να αλλάξει κάτι, θες να το δεχτείς, θες να το καταλάβεις ότι έτσι τελικά είναι τα πράγματα.

Και τι να κάνεις δηλαδή; Να παραπονιέσαι μια ζωή;

Και τι φταίει η χώρα, καλέ μου, αν εσύ διάλεξες να έρθεις εδώ;

Τι φταίνε οι άνθρωποι που έτσι έμαθαν να ζουν, να βιώνουν τις καταστάσεις σαν «μοναχικοί λύκοι»;

Εσύ ήρθες σε αυτούς.

Οπότε, η μόνη λύση είναι θετική σκέψη, προσαρμοστικότητα και ενίοτε βιταμίνη D3, αλλιώς το ραντεβού στα κατά τόπους ιατρικά κέντρα και η αναζήτηση καλού ψυχολόγου θα αποδειχτεί αναγκαία.

Μιας και ανέφερα το «ψυχολογικό» θέμα, να πω πως είναι στα top του ενδιαφέροντος.

Μπορεί να έχεις κάποια σωματικά προβλήματα -και, γενικά, υγείας- αλλά το ψυχολογικό εδώ έχει αντιμετώπιση, έχει ενδιαφέρον και στο τέλος μπορεί να αντιμετωπιστεί με απίστευτη κατανόηση, άδεια ως και 1 χρόνο -ανάλογα τις περιπτώσεις- και να αποζημιωθείς και από το ασφαλιστικό ταμείο.

Το ψυχολογικό, που εδώ το ονομάζουν stress και depression έχει τον καλύτερο χειρισμό από τα ασφαλιστικά ταμεία.

Μπορεί ευκολότερα να αποζημιωθεί και ας μην φαίνεται ακριβώς τι έχεις.

Όταν έχεις όμως ένα πρόβλημα οστεοαρθρίτιδας, ας πούμε, και που μπορείς να αποδείξεις με εξετάσεις τι σου συμβαίνει, έρχεσαι αντιμέτωπος με τον ασφαλιστικό οργανισμό και προσπαθείς να αποδείξεις την ανικανότητα σου και πολλές φορές πέφτεις πάνω σε τοίχο.

Τα προβλήματα υγείας με τα οστά είναι μεγάλα λόγω καιρικών συνθηκών. Όσους έχω δει με τέτοια προβλήματα στα 6 χρόνια, δεν έχω δει σε όλη μου τη ζωή στην Ελλάδα.

Από τα “συν” μας αυτό, οπότε μην αγνοείτε τις καλές ημέρες και χαρείτε όσο μα όσο γίνεται το έξω!

Οι δημόσιοι οργανισμοί. Πόσες σελίδες θα μπορούσα να γράψω.

Ένα από τα καλύτερα συστήματα υγείας στον κόσμο. Είναι η αλήθεια.

Το θέμα, όμως, είναι ώσπου να φτάσεις στο νοσοκομείο ή στο ιατρικό κέντρο.

Η απόλυτη σουηδική γραφειοκρατία και η ρομποτική σχεδόν αντιμετώπιση VS ελληνικής πραγματικότητας και αχαλίνωτων καταστάσεων, χωρίς αρχή και τέλος (θα σκεφτούμε πολλοί).

Όταν σου συμβεί το “έκτακτο” γεγονός στην Ελλάδα, ο φίλος, ο αδερφός θα σε μεταφέρουν με το αυτοκίνητο στα επείγοντα, εκτός κι αν είναι κάτι πάρα πολύ σοβαρό, οπότε και περιμένεις ασθενοφόρο για τη μεταφορά.

Στο χώρο που θα μεταφερθείς, θα νιώσεις οικεία με τη νοσοκόμα ή τον γιατρό μέσα σε μια ώρα.

Να σκιστεί το προσωπικό να βοηθήσει, γιατί υπάρχει αυτή η κατανόηση, το «νοιάξιμο» όπως το λέμε.

Καιγόμαστε για τον διπλανό μας και το δείχνουμε και δεν έχει καμία σημασία, αν την άλλη μέρα πέφτουν μπινελίκια για κάποιο λόγο.

Δεν μας πειράζει αυτό καθόλου.

Εδώ πάλι δεν θα μεταφέρεις τον ασθενή, θα έρθει το ασθενοφόρο ή το ελικόπτερο ανάλογα την περίπτωση να σε μεταφέρει και, μετά από πολλές διαδικασίες -αλλά κουραστικές τις περισσότερες φορές-, μπορεί να καταλήξεις σε κάποιο νοσοκομείο.

Ζώντας στις μεγαλύτερες πόλεις, είσαι τυχερός.

Αν όμως ζεις πιο έξω, όπως εγώ ας πούμε (Åmål), πρέπει να ταξιδέψω στο κοντινότερο νοσοκομείο έστω και για εξετάσεις 2 ή 3 ώρες μακριά.

Όπως βλέπεις, υπάρχουν συν και πλην και στις δυο περιπτώσεις. Και δεν είναι μόνο αυτές.

Διαβάζω σε εφημερίδες και περιοδικά, webzines ή ό,τι άλλο λέει ο κόσμος από δω κι από κει.

“Οι Σουηδές μαμάδες πάνε τα παιδιά τους βόλτα στο πάρκο το καταχείμωνο με τους -15 ή, όταν πάνε για καφέ με τα καροτσάκια με τα μωρά, τα αφήνουν “παρκαρισμένα” στη σειρά και μπαίνουν μέσα στην καφετέρια”.

Είστε με τα καλά σας; Τι περιμένατε δηλαδή;

Στη χώρα -αυτό συμβαίνει σε όλη τη Σκανδιναβία-

που έχει 7 μήνες κρύο ή και πάρα πολύ κρύο να κάτσει ο κόσμος μέσα;

Οι μωρο-μαμάδες -που έχουν και πολύ χρόνο στη διάθεσή τους- πρέπει να αυτοκτονήσουν από την κλεισούρα;

Δεν έχει τέτοια εδώ. Ο καθένας έχει το χρόνο του και τις προσωπικές του στιγμές.

Και γιατί να θαυμάζει κάποιος στην Ελλάδα αυτό το γεγονός;

Δεν είναι επίτευγμα, είναι η καθημερινή συνήθεια και ανάγκη ενός πολίτη που μένει 3.000 χιλιόμετρα πιο βόρεια από σένα.

Στην Ελλάδα είσαι συνέχεια έξω.

Έχεις το πλεονέκτημα -θα το πω και δώρο- να λούζεσαι από ήλιο και φως, απίστευτες θάλασσες, κέφι και παρέες ανά πάσα ώρα και στιγμή!

Ζήσ’ το λοιπόν!

Κάτι άλλο πάλι εδώ που τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Ο “Νόμος και Τάξη” της χώρας και τα συστήματα -που έτσι είναι από πάντα- σε αναγκάζουν να εγκλωβίζεσαι στο σπίτι μετά τις ώρες τις δουλειάς.

Αν, ας πούμε, εργάζεσαι το κλασσικό ωράριο 07.00 – 16.00, αμέσως μετά θα πας σπίτι.
Οι ελληνικές συνήθειες ως επί το πλείστον δεν είναι έτσι, και καλά κάνουμε!

Eκεί θα ακολουθήσει φαγητό, συνάντηση με την οικογένεια, τα νέα της ημέρας και μετά… τηλεόραση.

Βαρετό εεε; Ναι πολύ.

Τίποτα δεν υπάρχει ανοιχτό έξω. Στις 16.00 κλείνουν τα μισά μαγαζιά και υπηρεσίες και στις 18.00 όλα τα υπόλοιπα. Μιλάω πάντα για κωμοπόλεις, κοινότητες ή και χωριά, στις μεγάλες πόλεις όλο και κάτι υπάρχει ανοιχτό.

Ο χειμώνας της Σκανδιναβίας σε τραβάει μέσα έτσι κι αλλιώς.

Μικρές μέρες. Πολύ μικρές που τις περισσότερες φορές και συνεχόμενα είναι γκρίζες δηλαδή λίγο πριν πέσει καθολικό σκοτάδι.

Στο μέρος που μένω, 4 με 5 ώρες το πολύ έχει μέρα.

Ξημερώνει κατά τις 10.00 και στις 14.30 έχει πέσει πια η νύχτα.

Για τι κέφι και όρεξη να μιλήσουμε;

Ποιες παρέες, τι να κανονίσεις; Με τι κέφι.;

Οι Σουηδοί βέβαια το έχουν να “γκρινιάζουν” λιγάκι για τον καιρό, το λένε άλλωστε και μόνοι τους και αυτοσαρκάζονται.

Μα το ίδιο, όμως, κάνουμε κι εμείς μεταξύ μας τώρα.

Μιλάει ο κόσμος (στην Ελλάδα) λιγάκι περίεργα για τους ανθρώπους εδώ και την ψυχολογία τους και περί αυτοκτονιών.

Τι να κάνουν όμως και αυτοί;

Αυτή η χώρα τους “έπεσε” στη γύρα του χάρτη.

Πρέπει να ζήσουν.

Είναι επόμενο να είναι “πεσμένοι” και καταθλιπτικοί. Αφού δεν παίρνουν καθόλου ήλιο, φως, ενέργεια.

Οι βιταμίνες οργιάζουν στην αγορά και κρατούν περίοπτη θέση στα ντουλάπια τους, όπως το κρασί τους.

Το κρασί τους, οι μπύρες τους -και ό,τι αλκοολούχο- δεν υπάρχει στην αγορά ελεύθερα.

Αυτό που βρίσκεις ελεύθερα (super market) είναι οτιδήποτε κυκλοφορεί σε μορφή αλκοόλ αλλά χωρίς αλκοόλ.

Για τις “άλλες” περιπτώσεις, εκείνων που, όταν θέλουν να πιουν, πίνουν και πολύ, υπάρχει ένας και μόνος συγκεκριμένος τόπος εύρεσης αλκοόλ: Το “Systembolaget” στο οποίο δεν μπαίνει ανήλικος (εννοείται, ΕΔΩ εννοείται) και, κυρίως, τα Σαββατοκύριακα, αργίες, ειδικές περιπτώσεις και τέλος του μήνα που μπαίνει ο μισθός γίνεται το αδιαχώρητο.

Η ρουτινιάρικη εβδομάδα ανασταίνεται κατά την Παρασκευή το βράδυ και εκεί ακουμπούν την υπερβολή.

Βλέπεις πώς αλλάζουν οι προσωπικότητες από τη μια στιγμή στην άλλη.

Στην Ελλάδα πάλι η αλκοολική ελευθερία έχει το δικό της πρόσωπο.

Κάποτε πολύ, κάποτε λιγότερο αλλά, τελικά, όχι και ακραίες καταστάσεις.

Το κρατάει το ρέγουλο ο Έλληνας, λέμε τώρα.

Δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη γιατί δεν έχω πιει ποτέ αλκοόλ στη ζωή μου!

Ποιος μπορεί να πει κιόλας ότι ο περιορισμός ή η απόλυτη ελευθερία είναι σωστό ή λάθος;

Στην περίπτωση του αλκοόλ, όμως, το χαλινάρι σώζει ζωές και το ξέρουμε αυτό.

Η χώρα μας συγκαταλέγεται στις πρωτιές με τα περισσότερα αυτοκινητιστικά ατυχήματα. Έλεος.

Εδώ πάλι, η οδική συμπεριφορά πεζών & οδηγών ακουμπά τα υψηλότατα θετικά ποσοστά.

Ο νόμος αυστηρός και ευγενής. Υπάρχει παντού και ας μην τη βλέπεις την αστυνόμευση.

Σε μια χώρα που δεν μπορείς πια να πεις ότι υπάρχει μόνο σουηδικός πληθυσμός -κυρίως τα τελευταία 3-4 χρόνια- μόνο το μάτι του νόμου μπορεί και ελέγχει ακόμα την κατάσταση, άσχετα αν πολλές φορές δημιουργούνται ανακατωσούρες.

Και πάλι, όμως, έρχεται το σύστημα να μαζέψει ό,τι ξεθαρρεύει.

Γιατί εδώ δεν υπάρχει το κρυφό, η ζούλα, το από κάτω από το τραπέζι -ακόμα-, αλλά κι αν υπάρχει, το ποσοστό είναι τόσο μικρό που δεν μπορεί να κάνει ζημιά.

Οι ειδήσεις (των κρατικών καναλιών) μεταδίδονται σε πολύ μικρή διάρκεια και συνοπτικά.

Αυτό το αλαλούμ της ελληνικής τηλεόρασης δεν υπάρχει.

Εδώ μπορεί να μη βλέπεις κατινιές, κίτρινες σελίδες, απόκρυφα, ξεφτίλες και άλλα ατέλειωτα, αλλά και στη δική τους τηλεόραση δεν μπορείς να μη ρίξεις και την αγανάκτηση σου.

Φτωχά προγράμματα, επαναλήψεις, αμερικανιές, μαγειρέματα, είδωλα, και αστυνομικές σειρές εγκληματικού περιεχομένου περισσότερο, παρά καθαρά αστυνομικής περιπέτειας.

Αίμα, πολύ αίμα και γκριζίλα.

Χιόνια και βροχές ακόμα και στα έργα τους.

Next! Πάμε παρακάτω.

Θα φύγω από τα τηλεοπτικά που, έτσι κι αλλιώς, ακολουθούν παγκοσμίως μια προγραμματισμένη πορεία και θα παραμείνω στον καιρό.

Μεγάλο θέμα που, στην αρχή της διαμονής μου εδώ, είχα να αντιμετωπίσω με πολύ κόσμο και να προσπαθήσω να τους πείσω πως… nothing as it seems!

Ο κατακαμμένος από το ελληνικό βραστό καλοκαίρι άνθρωπος εκθειάζει το κρύο της Σουηδίας.

Θέλει να έρθει επάνω στη Σκανδιναβία, να περάσει τον χειμώνα του με μια βαριά ζακέτα ή ένα μπουφάν στην καλύτερη.

Δεν τον νοιάζει τον Έλληνα το κρύο.

Τις είδαμε αυτές τις ανέσεις και το τι γίνεται με το πού θα πέσει -όχι το πρώτο, για μετά μιλάμε- χιόνι και για πολύ λίγο.

Θες να έρθεις εδώ;

Να καις ρεύμα όλη μέρα, να μην κλείνει η θέρμανση παρά μετά από 7-8 μήνες;

Να πληρώνεις 400-500 euro το μήνα μόνο για θέρμανση;

Να ντύνεσαι σαν αστροναύτης για να βγεις να πετάξεις τα σκουπίδια στη γωνία;

Ναι, δε λέω το χιόνι με το άσπρο του χαρίζει μια απίστευτη γοητεία στη χώρα.

Της προσδίδει μια ηρεμία και ησυχία.

Όλα μοιάζουν σαν από παραμύθι βγαλμένα.

Να σου πω κάτι; Μυστικό, μη μας ακούσουν:

Αν δεν είναι ανάγκη ή απόφαση ζωής, μην αλλάξεις ποτέ το ελλαδίτικο κλίμα.

Τον ήλιο, τη ζέστη, την άμεση επαφή με το κορμί και όχι με τα θερμαντικά υφάσματα.

Αυτό το μοναδικό “τρέχω δυο λεπτά έξω και κάθομαι και μοιράζομαι τη νύχτα και το φεγγάρι με το φιλαράκι μου στη γωνία” (Παρέα με το πιτόγυρο).

Δάση λέει, όμορφα μέρη, λίμνες, Vikings -δεν τους είδα πουθενά, αντιθέτως βλέπω πιο πολλούς Μανιάτες, Κρητικούς, Θεσσαλούς, νησιώτες που τιμούν την πατρίδα τους- και πάντα ακολουθεί αυτό το “wow” τού ξένου, του διαφορετικού.

Ξέρετε πιστεύω πόσα πιο πολλά “wow” κάνουν οι ξένοι, όταν επισκέπτονται την Ελλάδα. Τη στεριά και τη θάλασσα.

Μην ταυτίζεστε με εικασίες και φαντασίες. Οι πραγματικές εικόνες γίνονται από καθημερινότητα, ρουτίνα και συνήθεια.

Και μετά, η αρχική μαγεία που υπήρξε για λίγο γίνεται χιόνι που λιώνει.

Πιστεύω πως όλοι ξέρετε τι συμβαίνει όταν πια λιώνει το χιόνι για τα καλά και απότομα.

Υπάρχουν πολλά ακόμα πράγματα, θέματα και καταστάσεις που μπορεί κάποιος να συγκρίνει τα εδώ με τα εκεί αλλά όχι σαν τουρίστας.

Από την άλλη μεριά, πρέπει να περάσει και να μείνει κάποιος σε μια χώρα για να δει τις πραγματικότητες και τις αλήθειες ακόμα κι αν είναι αυτές υποκειμενικές.

Υπάρχουν θέματα κρατικά, υγείας, παιδείας που σίγουρα είναι πολύ διαφορετικά με αυτά του Νότου.

Σε εμάς, όμως, οι επαφές με τα “δημόσια θέματα” είναι πραγματικές, σε αντίθεση με των εδώ που είναι αυστηρά σχεδόν μόνο μέσω υπολογιστών ή, στην καλύτερη, μέσω τηλεφωνικών αναμονών.

Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να βάλω τέλος και τελεία κατά κάποιο τρόπο στα συναισθήματα και στις εντυπώσεις, στο κείμενο όμως πρέπει κάποια στιγμή σίγουρα.

Για το τέλος, θα αφήσω τον παράγοντα ψυχισμό.

Εκεί που όταν αρχίζεις και αντιλαμβάνεσαι σωστά πια και κυριολεκτικά τι σημαίνει η λέξη “μειονότητα”.

Κι εγώ -παρόλο την άνεση που με διέπει- το ένιωσα και το νιώθω καθημερινά αυτό.

Δεν έχει σημασία αν όλοι σου χαμογελούν στο δρόμο ή σε χαιρετούν.

Την έχεις την αίσθηση ότι είσαι διαφορετικός μέσα στους πολλούς.

Δεν είσαι “αυτοί”.

Δεν έχεις την κουλτούρα τους, δεν θα μιλήσεις ποτέ φαρσί Σουηδικά και θα υπάρξουν στιγμές αμηχανίας που δεν θα πιάσεις τι λένε, με τι αστειεύονται και με τι γελάνε.

Και εσύ θα νιώθεις άβολα.

Δεν θα μπεις ποτέ στους “κύκλους” τους.

Στις απίστευτες προσπάθειές σου να βρεις δουλειά ως “ξένος” στη χώρα, θα αντιληφθείς ότι οι “ντόπιοι” σε τρώνε στη στροφή κάθε φορά.

Και εσύ περιμένεις…

Μην βιαστείς να πεις κουβέντες και κατηγορίες.

Σκέψου ότι το ίδιο πράγμα συμβαίνει παντού.

Ακόμα και στην Ελλάδα, ναι.

Δεν ξέρω αν υπάρχουν άνθρωποι τελικά που, όταν ξεριζώνονται -στην κυριολεξία- από την πατρίδα τους, είναι απόλυτα ευχαριστημένοι και ευτυχισμένοι κι αν θα γίνουν ποτέ.

Κι αν ναι, ποιες είναι οι ηλικίες αυτές και τι ποσοστό ακουμπούν.

Σαν κλείσιμο μπορώ να πω το εξής.


Αν μπορέσεις, Έλληνα, και τα καταφέρεις να επιβιώσεις στην Ελλάδα του σήμερα, κοίτα να τα καταφέρεις καλά.

Μείνε στην Ελλάδα.

Αγάπησέ την και ξανασυστηθείτε από την αρχή, αν χρειαστεί.

Δεν είναι η χώρα που σου φταίει.

Γιατί να ξέρεις πως, όταν βρεθείς μακριά, η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ είναι κάτι που δεν γιατρεύεται παρά μόνο με την επιστροφή και όταν αυτό αναπτύσσεται συνέχεια μέσα σου, είναι τροχοπέδη για το αύριο σου και τότε μαθαίνεις ίσως για πρώτη φορά στη ζωή σου τι σημαίνει η λέξη ΚΑΗΜΟΣ.




(Κείμενο / φωτογραφίες: ΕΛΕΝΗ ΛΙΒΕΡΑΚΟΥ ERIKSSON)

(Αγαπητή φίλη, εγώ τους θαυμάζω τους ανθρώπους που ζουν σε χώρες σαν τη Σουηδία. Και τους Σουηδούς, όχι μόνο τους ξένους. Δηλαδή, μόνο που το σκέφτομαι να ζούσα στη Σουηδία, με πιάνει μια απελπισία. Θα χρειαζόμουν οπωσδήποτε μερικές συνεδρίες την εβδομάδα με τον Βασίλη, για να την παλέψω. Καταλαβαίνω πολύ καλά τους Σκανδιναβούς που λιώνουν στις παραλίες εδώ στο νησί. Άντε, να επιστρέψετε κι εσείς. Σας ευχαριστώ. Καλή ζωή. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.