Κι εγώ σ’ αγαπώ, γ@μώ το Χριστό μου

Καλησπέρα Πιτσιρίκο,
Σου γράφω πάλι από ανάγκη, η ώρα μία το πρωί (CET). Και για να γίνω πιο σαφής, Κεντρική Ευρώπη, ή μάλλον πιο σωστά, χώρα του πρώην ανατολικού μπλόκ και μητέρα πατρίδα της Ρόζα Λούξεμπουργκ. Τα 4 τελευταία χρόνια. Και αναρωτιέμαι, τι στο καλό κάνω εγώ εδώ;

Σπούδασα οικονομικά σε κορυφαίο ελληνικό πανεπιστήμιο, έκοψα τα γένια και τα μαλλιά μου, έκανα τη θητεία μου στο στρατό, έκοψα τα ναρκωτικά -μετά το στρατό- και βρήκα αξιοζήλευτη δουλειά σε πολυεθνική εταιρεία στην Αθήνα εν έτει 2013.

Από εκεί και πέρα, παρεκκλίνω από το τραγούδι του εκλιπόντος Τζιπάκου (Τζίμης Πανούσης – Ερωτικό, αν θες το παραθέτεις).

Ο λόγος που παρέκκλινα είναι ότι, γυρνώντας από τη δουλειά κάθε βράδυ, έσκαγα.

Δεν μπορούσα να κάτσω άλλο Ελλάδα, ήθελα να φύγω με το πρώτο αεροπλάνο.

Μισούσα τα πάντα.

Τις συμπεριφορές των προϊσταμένων μου, την όλη κατάσταση στη χώρα, τους φίλους μες στη μιζέρια, τις ατελείωτες ώρες μες στο αμάξι, την κακή φούντα, την απουσία οποιασδήποτε προοπτικής για περαιτέρω επαγγελματική ανέλιξη (τα γνωστά, μην επαναλαμβάνω όσα ήδη ξέρουμε).

Ο άνθρωπος θέλει να πιστεύει ότι κάπου εκεί έξω βρίσκεται η Γη της Επαγγελίας.

Και το εισιτήριο για αυτή τη γη ήρθε.

Η εταιρεία, με τις ευχές της και ένα γενναιόδωρο ταξιδιωτικό τσεκ, με έστειλε στα ξένα.

Από ασήμαντος υπάλληλος, μέσα σε αυτά τα χρόνια, πήρα προαγωγές και απέκτησα τη θέση που ονειρευόμουν να είχα μετά από 10 χρόνια στην Ελλάδα.

Οι εργασιακές συνθήκες είναι συνθήκες παιδικής χαράς.

Σου αναθέτουμε 8 ώρες δουλειάς.

Είσαι μάγκας και μπορείς να την βγάλεις σε 4 ώρες, δουλεύοντας από το εξοχικό σου στο Γαλαξίδι με ίντερνετ από το κινητό σου, «κάν’ το και μετά ρίξε και μια βουτιά για εμάς».

Δεν μπορώ να θυμηθώ οποιαδήποτε άσχημη συμπεριφορά στη δουλειά.

Ίσως, το μόνο αρνητικό θα μπορούσε να είναι ότι μιλάνε την τοπική διάλεκτο στη δουλειά, οπότε δεν καταλαβαίνω τι γίνεται γύρω μου.

Αλλά, καλύτερα, δεν ασχολείται κανένας με την ύπαρξή μου και η μέρα κυλάει χωρίς πονοκεφάλους.

Αντίθετα με την Ελλάδα, που είχα μάθει απέξω όλη την δισκογραφία της Νατάσας Θεοδωρίδου, που άκουγε όλη μέρα η προϊσταμένη μου και απορούσε που δεν ήταν του γούστου μου.

Και μια φορά γύρισε και μου είπε αυτή η προϊσταμένη -τώρα σε πολυεθνική οικονομολόγος- “Πάρε αυτές τις κούτες και πήγαινε τες στο υπόγειο, μην είναι μες στη μέση”.

Από άποψη λειτουργίας κράτους, εδώ είναι υποδειγματικά.

Ένας απρόσωπος κρατικός μηχανισμός, απέναντι σε έναν κυρίαρχο πολίτη.

Οι παρέες είναι αυστηρά διεθνείς και δεν έχω αποδεχτεί καμία πρόσκληση από την εδώ ελληνική κοινότητα.

Δύο φίλους Έλληνες έχω, ίσα-ίσα να λέμε καμιά αρλούμπα, να γελάμε και να εξυμνούμε την ομορφιά των τοπίων της Ελλάδας.

Κατά τ’ άλλα, Ευρώπη, όπως τα ξέρεις.

Όλα ιδανικά, λοιπόν.

Εμμ, όχι ακριβώς.

Νομίζω το χειρότερο λάθος που έκανα ήταν να σπουδάσω στην Ελλάδα.

Διότι, ως φοιτητής, μίσησα αλλά, κυρίως, αγάπησα την Ελλάδα.

Και την αγάπησα βαθιά και χωρίς γυρισμό.

Και όπως συνηθίζω να λέω περιπαικτικά στους φίλους μου στην Ελλάδα, “Δεν είμαι στην ξενιτιά, είμαι εξορία”.

Αν έγινα καλύτερος άνθρωπος.

Δε μπορώ να το απαντήσω αυτό.

Σίγουρα έγινα σκληρότερος.

Λίγο η μοναξιά και λίγο το ό,τι κάνεις, είναι καθαρή συνισταμένη των προσπάθειών σου.

Να αποκτήσεις ανθρώπους που θα σε αγαπούν και θα τους αγαπάς φαντάζει μάταιο, καθώς όλοι εδώ είναι περαστικοί, και για τους ντόπιους εσύ είσαι ο περαστικός.

Εκτός, βέβαια, αν ενσωματωθείς (το οποίο δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό).

Περνώντας τα πρώτα δύο χρόνια του επαναπροσδιορισμού μου ως
α) ανεξάρτητο από τη μαμά πλέον άτομου
β) σοβαρού επαγγελματία, και εσχάτως
γ) καρδιοκατακτητή, βαρέθηκα.

Πήρα αυτά που ήθελα και κατάλαβα ότι η Γη της Επαγγελίας δεν είναι εδώ.

Και πού είναι σύμφωνα με το ένστικτό μου;

Μα φυσικά, στην χιλιοτραγουδισμένη Αθήνα (μπράβο ρε μάγκα, αυτό είναι!).

Τον τελευταίο χρόνο, έψαχνα διστακτικά για δουλειά στην Ελλάδα, μα το τελευταίο δίμηνο τα έδωσα όλα.

Πήγα Ελλάδα, και πέρασα συνέντευξη και έλαβα μια πολύ καλή -για τα ελληνικά δεδομένα- πρόταση.

Και σε δυο μέρες πρέπει να πάρω την απόφαση.

Και δεν ξέρω, και δεν θέλω, και θέλω πάρα πολύ, και το ξέρω ότι θα απογοητευτώ.

Αλλά γνωρίζω, πως, όταν γυρίσω πίσω, οι πρώτες στιγμές θα είναι οι πιο ευτυχισμένες στιγμές της μέχρι τώρα ζωής μου.

Μετά, βέβαια, ξέρουμε όλοι.

Σαν αυτή τη κοπέλα που την χώρισες επειδή δεν είχατε μέλλον και μετά βρήκες μια ιδανική κοπέλα.

Αλλά το μυαλό σου, σου έλεγε ότι την θέλεις πίσω.

Και χωρίζεις την ιδανική κοπέλα και γυρνάς πίσω σε μια σχέση, που ξέρεις ότι είναι καταδικασμένη να αποτύχει γιατί είναι καριόλα και δεν θα αλλάξει ποτέ.

Ή μήπως θα αλλάξει;

Η ελπίδα μου και τα όνειρά μου είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την πεποίθηση ότι θα αλλάξει.

Αν και όπως δήλωσε ο Ζάεφ: “Παραμένω αισιόδοξος, αν και δεν είναι εύκολο”.

ΜΦΧ,

ένας φίλος

Υ.Γ. Παραθέτω Κορνήλιο Καστοριάδη:
“Εγώ θα διορθώσω το Ρωμέικο;”
“Ναι κύριε, εσύ θα το διορθώσεις, στο χώρο και στον τομέα που βρίσκεσαι.”

Καλή αντάμωση στα Γουναράδικα!

(Αγαπητέ φίλε, μπορεί να είναι καλά στην Αθήνα. Μην το δένετε πως δεν θα είναι. Καλά, εγώ κάνω ό,τι μπορώ, για να επιστρέψει και κάνας άνθρωπος στην Ελλάδα. Τα δίνω όλα. Σύντομα θα ξεκινήσω περιοδεία στο εξωτερικό, για να φέρνω Έλληνες πίσω. Άντε, καλή πατρίδα. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.