Τραγικές ζωές, κιτς επαύλεις

Πιτσιρίκο, θέλω να σου διηγηθώ μιά ιστορία που με στοιχειώνει εδώ και χρόνια.
Πριν ξεκινήσω, όμως, θέλω πρώτα να εξομολογηθώ.
Να πω ότι στα πρώτα χρόνια της ζωής στην Αυστραλία, δεν ήθελα καμμία σχέση με την ελληνική κοινότητα εδώ, γιατί το μόνο που αισθανόμουν για αυτούς ήταν περιφρόνηση.

Περιφρόνηση για την αμορφωσιά τους, τους κακούς τους τρόπους, τον νεοπλουτισμό και την επιδειξιομανία τους, το ντύσιμό τους, την ξινίλα τους, τα αγγλικά τους, τα ελληνικά τους· εν ολίγοις, για όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της ράτσας μας που μ’ έκαναν να φύγω απ’ την Ελλάδα και που η εδώ κοινότητα φαινόταν να έχει ανεπτυγμένα στον υπέρτατο βαθμό.

Δούλεψα και για κάτι Ελληνάρες που ήταν οι μεγαλύτεροι εκμεταλλευτές που γνώρισα ποτέ, πήγα και στις καρακίτς επαύλεις αυτών που ξεράναν το σκατό τους μια ζωή για να τις χτίσουν και να μπουν στο μάτι των άλλων Ελλήνων, είδα και τους απογόνους τους που ήταν χυδαία επιφανειακοί και φιλοχρήματοι, και παγιώθηκε η άποψή μου ότι η πλειοψηφία είναι υπάνθρωποι με τους οποίους δεν έχω τίποτα να μοιραστώ.

Τα αισθήματα, φυσικά, ήταν αμοιβαία, καθώς δεν είμαι τυπική Ελληνίδα, ούτε εμφανισιακά ούτε στη νοοτροπία, και συνήθως με αντιμετώπιζαν με ανάλογη δυσπιστία και περιφρόνηση, φτύνει ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη.

Όταν με ρωτούσαν αν έχω φίλους Έλληνες εδώ, απαντούσα με στόμφο ότι, αν ήθελα να συναναστραφώ Έλληνες, θα είχα μείνει στην Ελλάδα που είναι και καλύτεροι οι Έλληνες.

Πες με σνομπ. Το αξίζω.

Ώσπου μιά μέρα, χρόνια αργότερα, περιμένω στη στάση το λεωφορείο κι έρχεται και κάθεται δίπλα μου μια γυναίκα που κάνει μπαμ ότι είναι Έλληνίδα, φτωχή και κακοντυμένη, το πρόσωπό της χαραγμένο απ’ τις ρυτίδες, την πίκρα και τη δουλειά.

Μέχρι εκείνη τη μέρα, κάθε φορά που έβλεπα Έλληνες παλιούς μετανάστες, έκανα την πάπια για να μη φανερωθώ κι αρχίσουν οι ενοχλητικές ερωτήσεις.

Εκείνη τη μέρα, όμως, κάτι μ’ έκανε να της μιλήσω στα ελληνικά.

«Ελληνίδα είσαι;!» με ρώτησε με έκπληξη και με κοίταξε καλά καλά πατόκορφα με δυσπιστία, το σύνηθες δηλαδή.

Κι άρχισαν οι ερωτήσεις, από πού είμαι, γιατί ήρθα, έχω οικογένεια εδώ, γιατί ήρθα μόνη μου, τι δουλειά κάνω, τι λεφτά παίρνω, πού μένω, είμαι παντρεμένη, έχω παιδιά, γιατί δε θέλω να κάνω, κλπ, κλπ.

Απάντησα σε όλα, κι όταν της είπα πόσο πληρώνομαι, φάνηκε να σοκάρεται, της φάνηκαν πολλά τα λεφτά, κι ας πληρωνόμουνα τότε πενταροδεκάρες συγκριτικά με τους κανονικούς μισθούς εδώ.

Αναρρωτήθηκα, στα τόσα χρόνια δουλειάς, πόσο μικρός μπορεί να είναι ο μισθός αυτής της ταλαιπωρημένης γυναίκας για να της φανεί μεγάλος ο δικός μου ψωρομισθός, αλλά δεν τη ρώτησα για να μην την φέρω σε δύσκολη θέση.

«Εσείς γιατί ήρθατε εδώ;» ρώτησα όταν τέλειωσε η ανάκριση.

Απέστρεψε το βλέμμα, ξεροκατάπιε, κοίταξε τα γδαρμένα χέρια της, και δεν απάντησε αμέσως.

Κι αυτή είναι η ιστορία της.

Γεννήθηκε σ΄ ένα μικρό ελληνικό νησί μετά τον πόλεμο. Πολυμελής φτωχή οικογένεια, χωρίς γη, χωρίς παρόν και χωρίς μέλλον.

Από μωρό άρχισε να τη βιάζει ο πατέρας της.

«Με πείραζε» είπε και κατέβασε το κεφάλι, κι έκτοτε και καθ΄ όλη τη διάρκεια της συζήτησης δεν με ξανακοίταξε στα μάτια ούτε μιά φορά.

Όταν άρχισε να μεγαλώνει επικίνδυνα και φοβήθηκε ο πατέρας της ότι μπορεί να γίνει σούσουρο στο χωριό, της βρήκε γαμπρό στην Αυστραλία και την ανέβασε με το ζόρι στο πλοίο.

Μόνη της, φοβισμένη, έκανε τρεις μήνες ταξίδι, για να ‘ρθει σε μια χώρα όπου δεν ήξερε κανέναν και δεν μιλούσε τη γλώσσα, αγχωμένη ότι δεν θα την περιμένει κανείς στο λιμάνι, ότι ο γαμπρός θα λακίσει και δεν θα εμφανιστεί.

Προς μεγάλη της ανακούφιση, ο γαμπρός την περίμενε, όντως, και την παντρεύτηκε κατευθείαν.

Αλλά δεν της συγχώρησε ποτέ ότι ήταν «πειραγμένη», κι άρχισε να την δέρνει από την πρώτη μέρα.

Το δέχτηκε γιατί τον εαυτό της είχε μάθει να τον θεωρεί υποτακτικό και ανάξιο, γιατί η βία ήταν η μόνη μορφή αγάπης που είχε γνωρίσει.

Έμεινε κατευθείαν έγκυος, και στους τρεις μήνες ο άντρας της έφερε την πρώτη γκόμενα στο σπίτι.

Το δέχτηκε κι αυτό.

Σύντομα ανακάλυψε ότι ο άντρας της δεν ήταν μόνο βίαιος και γυναικάς. Ήταν χαρτοπαίχτης, αλκοολικός, και τεμπέλης.

Την έχωσε στη δουλειά, καθαρίστρια, η μόνη δουλειά που έκανε ποτέ, απ’ τα χαράματα ως το βράδυ, κι αυτός σταμάτησε να δουλεύει και την έπεσε στο σπίτι με το χαρέμι του.

Και το ξύλο ανελλιπές και ανελέητο.

Έκαναν τρία παιδιά, δυό αγόρια κι ένα κορίτσι, που δεν έβλεπαν τη μάνα τους γιατί έλειπε στη δουλειά όλη μέρα, κι απ’ τον πατέρα τους δεν γνώρισαν τίποτ’ άλλο εκτός από βία και αδιαφορία.

Ο ένας γιός της έγινε πρεζάκι και μπαινόβγαινε στη φυλακή -όπου και ήταν όταν μου μίλησε- αλλά θα έβγαινε σύντομα και φοβόταν η καψερή τα προβλήματα που θα ξανάρχιζαν με το πού θα ξαναεμφανιζόταν στο σπίτι.

Ο άλλος έγινε σαν τον πατέρα του, και στρώθηκε κι αυτός να τον ταϊζει η μάνα του.

Η κόρη ήταν η μόνη που νοιαζόταν για τη μάνα και την βοηθούσε, αλλά είχε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα κι έφυγε απ’ το σπίτι («τι να κάνει και το καημένο το κορίτσι, δεν αντέχει κι αυτό, προσπαθεί, αλλά δεν είναι καλά, δεν μπορεί»).

«Ο άντρας σας ακόμη σας δέρνει;» τη ρώτησα δειλά.

Ναι, μου απάντησε, και κατέβασε ξανά το κεφάλι.

«Γιατί δεν φεύγετε, γιατί δεν φύγατε τόσα χρόνια;»

Γιατί δεν έχω κανέναν άλλο, μου απάντησε, γιατί δεν έχω πού να πάω.

Στην Ελλάδα δεν ξαναγύρισε ποτέ.

Ούτε την έπαιρνε οικονομικά, αλλά ούτε και το θέλησε ποτέ, ποιόν να δει και τι να τους πει για τη ζωή της.

Αποδέχτηκε τη μοίρα της με κατεβασμένο το κεφάλι.

Γιατί μόνο αυτό είχε μάθει να κάνει.

Δεν ξέρω τι την ώθησε να μου πει την ιστορία της εκείνη τη μέρα.

Όσο την άκουγα η καρδιά μου είχε βουλιάξει, κι απέφευγα να την κοιτάζω για να μην την προσβάλω με τα δάκρυα που είχαν μαζευτεί στα μάτια μου και προσπαθούσα απεγνωσμένα να καταπιώ.

Κάποια στιγμή φτάσαμε στη στάση που κατέβαινε, και με αποχαιρέτησε.

Ευχηθήκαμε η μιά στην άλλη καλή τύχη, αλλά δεν συστηθήκαμε.

Από τότε, την βλέπω συχνά στη στάση του λεωφορείου αλλά πάντα με αποφεύγει, δεν μου ξαναμίλησε ποτέ, κάνει ότι δεν με γνωρίζει, κι εγώ το σέβομαι και παριστάνω κι εγώ την άγνωστη, δεν την χαιρετάω.

Αλλά η ιστορία της με στοίχειωσε, και μ’ έκανε να αισθανθώ βαθιά ντροπή για τον σνομπισμό μου, για την αποτυχία μου να δω πέρα απ’ την επιφάνεια, να αναγνωρίσω τον πόνο που κρύβεται συχνά στις κιτς επαύλεις, στην ξινίλα και στη δισπιστία.

Η γυναίκα αυτή μου άνοιξε τα μάτια σε μια γενιά ανθρώπων που γνώρισαν μόνο σκληρότητα -γι’ αυτό έγιναν σκληροί- που πέσαν με τα μούτρα στη δουλειά για να ξεχάσουν τη μοναξιά τους και να βγάλουν λεφτά, μπας κι αποκτήσει επιτέλους η ζωή τους αξία, που δεν γνώρισαν ποτέ σεβασμό, ούτε στη γη που άφησαν ούτε στη γη που βρήκαν, και που τον μεγαλύτερο ρατσισμό τον δέχτηκαν απ’ τα ίδια τους τα παιδιά που έκρυβαν τους γονείς απ’ τους φίλους τους γιατι ντρέπονταν για δαύτους, που απαντούσαν στα αγγλικά όταν οι γονείς ρωτούσαν στα ελληνικά, και που απέταξαν την οικογένεια και την καταγωγή τους με μένος, για να μπορέσουν να ανήκουν στη γη που είχαν γεννηθεί.

Τραγικές ιστορίες, Πιτσιρίκο, μιλιούνια τραγικές ιστορίες πίσω απ’ τα success story των μεταναστών.

Κι επειδή διαβάζω τις ιστορίες που σου στέλνουν οι φρέσκοι μετανάστες, και η αποτροπή για την εκάστοτε ελληνική κοινότητα φαίνεται να είναι κοινή, είπα να σου διηγηθώ αυτή την ιστορία, μπας και την διαβάσει κανείς και δει τα πράματα αλλιώς, με περισσότερη κατανόηση, με πιό ανοιχτό μυαλό, με λίγη αγάπη για τους ξεχασμένους ταλαίπωρους που περάσαν μια ζωή επί ξύλου κρεμάμενοι, φτυσμένοι απ’ τη μοίρα και την απανταχού κοινωνία.

Ευχαριστώ, Πιτσιρίκο, για την ευκαιρία να αδειάσω την ψυχή μου, ανεκτίμητη ευκαιρία, να μοιραστούμε τις ιστορίες μας, να μη νιώθουμε μόνοι.

Κάτι καλό θα βγει απ’ αυτό, να το θυμάσαι.

Κι όταν αρχίσει η επανάσταση στα πάτρια, να με ειδοποιήσεις, θα είμαι εκεί.

Φιλιά απ’ το υπερπέραν

Β.

Υ.Γ. Εξακολουθώ να μην έχω σχέση με την κοινότητα, αλλά όχι πια γιατι τους σνομπάρω, απλά δεν έχουμε κοινά ενδιαφέροντα.
Έχω φιλους Έλληνες, αλλά είναι όλοι μετανάστες σαν κι εμένα, των τελευταίων τριών δεκαετιών.
Και για τους φίλους ρατσιστές στα πάτρια, δηλώνω απερίφραστα και με το χέρι στην καρδιά, ότι οι καλύτεροι άνθρωποι που γνώρισα εδώ, πραγματικά ζεστοί και γενναιόδωροι, είναι Τούρκοι, Μεσανατολίτες, Μπαγκλαντεσιανοί, Αφγανοί, Βιετναμέζοι, Φιλιππινέζοι, Μαορί, Νοτιοαμερικάνοι, Αφρικανοί, σπανίως Ευρωπαίοι, κι ακόμα πιό σπάνια Έλληνες.

(Αγαπητή φίλη, έχουν περάσει πολλά οι κάτοικοι αυτής της χώρας στο πέρασμα του χρόνου. Άπειρες οι τραγικές ιστορίες, όπως η ιστορία της γυναίκας που γράψατε. Κι όμως, υπάρχουν πολλοί Έλληνες που νομίζουν πως «παλιά ήταν καλά». Νομίζουν πως η ζωή στην Ελλάδα ήταν σαν τις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Καμία σχέση. Γι’ αυτό καταλαβαίνω την ανάγκη που ένιωσαν πολλοί Έλληνες να προσποιηθούν πως είναι κάτι άλλο από αυτό που ήταν και να ζήσουν μια λουσάτη ζωή. Το πώς αντιμετώπιζαν, δε, τις κόρες τους και τις γυναίκες τους πολλοί παλιοί «καλοί» Έλληνες, είναι πέρα από κάθε περιγραφή. Σας ευχαριστώ. Καλή ζωή. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.