Δελφίνια

Τις μπλεγμένες ιστορίες μου από τις διακοπές θα σου διηγηθώ, αγαπημένε μου Πιτσιρίκο, των οποίων τη συγγραφή διέκοψε η πύρινη λαίλαπα, όπως σου είχα γράψει.

Σφήκες και μέλισσες παντού, Σποράδες γαρ.

Σε παραλία που χρεώνουν 10 ευρώ την ξαπλώστρα -την μια, όχι το σετ- και 15 ευρώ το κλαμπ σάντουιτς, τους έχουν πιάσει οι οικολογικές ανησυχίες και έχουν απαγορεύσει τον ψεκασμό, με αποτέλεσμα να επιτίθεται όλο το σμήνος από υμενόπτερα με το πού ζυγώνει άνθρωπος.

Οι υπάλληλοι μου δείχνουν τα δάχτυλά τους. Ούτε του πεθερού μου που έχει 150 μελίσσια δεν είναι τόσο σακατεμένα από τα κεντριά.

Ο ένας προσπαθεί να το φιλοσοφήσει:

-Αν το καλοσκεφτείς, εμείς ήρθαμε στο μέρος τους.
-Ναι, αλλά εγώ πρέπει να πληρώσω 10 ευρώ, όχι αυτές.

Ιστορία 1η: (Cabin in the woods)

Σκηνικό παραγκοκαντινοταβέρνα μισή δάσος και μισή παραλία.

Πρόσωπα: Αφεντικό θεόρατο που δεν απομακρύνεται πάνω από μισό μέτρο από το κουτί των εισπράξεων. Γιαγιά, μάλλον σύζυγος, που δεν απομακρύνεται πάνω από μισό μέτρο από το αφεντικό. Σερβιτόρος, μάλλον γιος, που ένας θεός ξέρει από τι θα ήθελε να απομακρυνθεί και να μην γυρίσει ποτέ. Μυστήριο τρένο και αυτός. Προσωπικό δύο αλλοδαποί, Βαλκάνια και Ασία.

Διάλογοι, ή καλύτερα ένας μονόλογος του αφεντικού σε ένταση που να ακούγεται καθαρά από οποιοδήποτε σημείο του μαγαζιού: πού είναι γ@μω το Χριστό του το μoυνόπανο; Θα του γ@μήσω την Παναγία. Έλα και πάρε παραγγελία ρε κ@ριολη, θα φύγουν και δεν θα πληρώσουν παλιοξεκ*λιάρη. Θα σου σκίσω τον πάτο ρε αρxίδι, θα δεις τι θα πάθεις αν σε πιάσω. Κοίτα τον παλιοπoύστη, γ@μώ τον Θεό του… Κάτσε να έρθει χειμώνας να δω πού θα πας σκατομ@λακισμένο.

Αποδέκτης ο γιος. Σαράντα λεπτά καθίσαμε, τα καριολίκια να μην τελειώνουν.

Το φαγητό μια χαρά, το σάουντρακ όμως ήταν παθολογικό. Έρχονται μετά διάφοροι και μου λένε γιατί και καλά αρρωσταίνουν οι Σκανδιναβοί.

Εδώ οι Έλληνες είναι όλοι υγιείς.

Ιστορία 2η: (ανωμαλίες)

Παντού ξένοι, ελάχιστοι Έλληνες. Κατηφορίζοντας προς το κέντρο το βραδάκι, πίσω μας περπατάνε δυο κοριτσάκια. Δεν γύρισα να κοιτάξω αλλά, από χροιά φωνής και στιλ ομιλίας, θα έλεγα 17-18 χρόνων.

Η μία μιλάει δυνατά στο κινητό. Περιεχόμενο ακατάλληλο δια ανηλίκους, τα σχόλια δικά μου φυσικά.

“Το κάνατε; Ναι;”

Καλά, δεν χρειάζεται καμία ειδική εκπαίδευση. Αυτόματος πιλότος δουλεύει.

“Πόση ώρα;”

Είδες; Το μέγεθος ούτε που αναφέρεται, η διάρκεια είναι το παν. Μεροκάματο. Ένσημα κολλάμε τόσα χρόνια και κομπλάρουμε από μύθους και στερεότυπα.

“Είκοσι λεπτά; Τι λες ρε, τι σου φαίνεται λίγο…”

Με τα προκαταρκτικά; Κοίταξες ρολόι ή πάτησες το σταρτ στο μπάσιμο; Προσοχή στους κουνελογάμηδες κορίτσια, η βάφλα τελειώνει σε δύο μπουκιές. Μόνο γεύση παίρνεις.

“Και εγώ θέλω κανέναν έμπειρο γιατί θα αρχίσω τα δικά μου και θα ξενερώσει μάλλον.”

Σαν να λέμε; Μιλάς για ζώδια και για τη γιαγιά σου πχ;

“…… έκανες”

Ακατανόητο αλλά, αν πρέπει να μαντέψω, άρχιζε από π. και τελείωνε σε -ίπα. Αμ πώς, τρως βάφλα χωρίς το παγωτό;

“Ε, άμα είναι να γίνει ας γίνει. Εγώ δεν τρελαίνομαι και δεν ξέρω και καμία που γουστάρει, ανωμαλία είναι”

Ώπα, τι συντηρητισμός είναι αυτός; Άσε που δεν μου αρέσουν οι γενικεύσεις. Μα καμία;

Παρέμβαση της φίλης που περπατά δίπλα και που μέχρι τώρα είχε απλά πει στην ομιλούσα να χαμηλώσει τη φωνή, μπας και είμαστε Έλληνες, αλλά δεν εισακούστηκε:

“Όλη η φάση ανωμαλία είναι μωρέ”

Μοναστήρι κορίτσια, για όλες έχει ο Θεός.

Οι δρόμοι μας χώρισαν κάπου εκεί, οπότε μας έκοψαν στο καλύτερο, στις ανωμαλίες δηλαδή.

Ιστορία 3η: (Ούνα φάτσα, ούνα ράτσα)

Παραλία. Η γυναίκα μου: κορμάρες τα κορίτσια δίπλα ε;

Δύο νεαρές και πολύ όμορφες Ιταλίδες έχουν ξαπλώσει δίπλα μας. Πού και πού τις κάνει τέτοιες παρατηρήσεις η γυναίκα μου, ακούγεται σαν εισαγωγή για σουίνγκερς πάρτυ, αλλά μην πάει εκεί το βρώμικο μυαλό του αναγνώστη. Είμαστε ένα παραδοσιακό ζευγάρι.

– Ναι, τις είδα πριν που πέρασαν.
– Είσαι καλός, δεν γύρισες καν το κεφάλι!

Μου το λέει με γλύκα η γυναίκα μου αυτό το “είσαι καλός”, όχι ειρωνικά ή περιπαιχτικά.

Διαβαζω το Tao te Ching αραχτός στην ξαπλώστρα, και ακόμα και ο ίδιος δεν μπορώ να πιστέψω πώς είναι δυνατόν η αρχαία κινεζική σοφία να είναι πιο ενδιαφέρουσα από δύο όμορφες κοπέλες.

Η γυναίκα μου βέβαια είναι δέκα χρόνια νεότερη μου και δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει πως οι περισσότερες γυναίκες στις οποίες αναφέρεται σαν “κορίτσια”, συνήθως καμία δεκαετία μικρότερες από την ίδια, θα μπορούσαν να είναι κόρες μου (σε κάποιο εφιαλτικό σενάριο που είχα κάνει παιδιά σχετικά νέος).

Με αιχμαλωτίζει, όμως, η συζήτησή τους, ο ήλιος με έχει ζαβλακώσει και οι σοφές λέξεις του Λάο Τσε δεν βρίσκουν από πού να πιαστούν.

Μεταφράζω από τα ιταλικά.

– Είδες που είχαν κατέβει οι Ισραηλινοί από το γιότ, τι τραπέζι ήταν αυτό! Αστακοί…
– Μιας και λέμε για γιότ, είδα την (κάποια Ιταλίδα σελεμπριτι) με το γιότ, κατέβηκε με τους σωματοφύλακες!

Είχε και ο Κέννεντυ γιότ και σωματοφύλακες, τους καλύτερους. Τέλος πάντων. Βουτάνε και βγαίνουν.

– Δεν χρειάζεται να είναι πανέμορφος, γλυκούλης να είναι.

Η άλλη στέλνει μηνύματα στο κινητό.

– Η τάδε ξέρει έναν γιατρό, καρδιολόγο λέει, με πράσινα μάτια.
– Πράσινα μάτια;
– Ναι, τον θες ειδικευμένο ή επιμελητή;

Εξαρτάται την πάθηση. Η αγαμία περνάει και με φοιτητή, μη σου πω με μαθητή λυκείου.

Ρώτα και την άλλη από την 2η ιστορία να σου τα πει τα πράγματα, είκοσι λεπτά θεραπεία. Της ανωμαλίας έγινε.

Γ@μα τους γιατρούς ρε κοπελιά, μέσα στην μουρμούρα είναι όλη την ώρα.

Άσε που κουτουπωνονται στις εφημερίες μεταξύ των και με το υπόλοιπο προσωπικό, τις κόρες και γιους των ασθενών, την κοπέλα στην καντίνα και, γενικά, όποιον και όποια κάτσει, και το παίζουν ανόρεχτοι και ξεθεώμενοι μετά.

Συνεχίζεται η συζήτηση με ένα ντημπέιτ πάνω στην απιστία -και αν τελικά αξίζει να την υποστείς- αν ζεις καλά (πλούσια) κατά τ’ άλλα, γιατί η μία έχει μία ξαδέρφη.

Η υπόθεση κλείνει με την μία να παραπονιέται πως έχει ψηθεί και η άλλη να της επισημαίνει πως εγώ είμαι ξαπλωμένος στη σκιά της ομπρελας τους, χωρίς η ίδια να παρατηρεί πως αυτή είναι στη σκιά του παραδίπλα.

Όπου γυρνάω και λέω ευγενικά στην “ψημένη” πως δεν έχω κανένα πρόβλημα να μετακινηθώ από τη σκιά της, και αυτή απαντά επίσης ευγενικά πως θα πέσει για βουτιά.

Η φίλη της πικαρισμένη σχηματίζει με το στόμα “τι σου είπε, μιλάει ιταλικά;”.

Ναι, και διαβάζω και τα χείλη, δεν χρειάζεται να ακούω.

Ιστορία 4η (τα δελφίνια):

Εκδρομή με το καραβάκι στις Σποράδες, μπορεί να δούμε και δελφίνια λέει. Πάμε δώθε, πάμε κείθε, πουθενά τα δελφίνια. Προσπαθώ να θυμηθώ αν είχα δει ποτέ, δεν μου έρχεται καμία εικόνα και προσπαθώ να μην το ζορίσω περισσότερο γιατί ήδη νιώθω αρκετά απογοητευμένος.

Στην επιστροφή, λέω στη γυναίκα μου πως δεν πειράζει, με είδαν τα δελφίνια ίσως, και ας μην τα είδα εγώ. Κάτι είναι και αυτό. Μπορεί πάντα να ήθελαν να δουν έναν μ@λακα σαν και του λόγου μου.

Ξαφνικά, το πλοίο κόβει ταχύτητα και ο καπετάνιος ανακοινώνει πως βλέπουμε δελφίνια!

Πλησιάζω στην κουπαστή, στην αρχή δυο πτερύγια, μετά τρία και μετά τέσσερα. Ένα πλησιάζει σαν τορπίλη το καραβάκι και μετά βυθίζεται και χάνεται.

Αν κάποιος με έβγαζε φωτογραφία εκείνη τη στιγμή θα χρειαζόταν πανοραμική λήψη για να χωρέσει το χαμόγελο μου.

Τα πόδια μου έχουν μουδιάσει και κοιτάω τα δελφίνια να κολυμπάνε καθώς απομακρυνόμαστε.

Δεν μπορώ να στρέψω αλλού το βλέμμα μου, και τα δελφίνια, ενώ είμαστε αρκετά μακριά, αρχίζουν το ένα μετά το άλλο και πηδάνε ολόκληρα έξω από την επιφάνεια!

Εδώ κάποιος πολύ καμένος θα νόμιζε πως μας χαιρετάνε, εγώ είμαι σίγουρος πως μας έλεγαν να πάμε να γ@μηθούμε κάπου άλλου, γιατί τα έχουμε ζαλίσει με τις μηχανές μας και τις φωνές μας.

Προσωπικά δηλαδή, αν ήμουν δελφίνι, έτσι θα το σκεφτόμουν: Άντε πάλι, στην πίκρα σας για τον άρτο τον επιούσιο μ@λάκες. Και πού είστε, πείτε στους άλλους τους παπάρες να ρεγουλάρουν τα δίχτυα, μην φωνάξουμε τα ξαδέρφια μας τις όρκες και σας τα κάνουν λαμπόγυαλο εδώ μέσα.

Γύρισα στη γυναίκα μου και της είπα απλά «έγινα πέντε χρονών, για δυο λεπτά έγινα πέντε χρονών ξανά».

Είδα κάτι τόσο όμορφο που απλά παλινδρόμησα Πιτσιρίκο μου, ξέχασα κυριολεκτικά τα πάντα και όλος ο κόσμος μου ήταν τέσσερα δελφίνια.

Ούτε Σουηδία, ούτε δουλειά, ούτε πυρκαγιές, ούτε σεισμοί και καταστροφές. Μόνο τέσσερα δελφίνια.

Ιστορία 5η: (τι παίζει με τον κόσμο εδώ; )

Τελευταία ημέρα, κουρασμένοι, αποφασίζουμε να μην βγούμε το βράδυ. Τηλέφωνο στον ντελιβερά, κατεβαίνω και περιμένω με τα φράγκα στην τσέπη και το κινητό στο χέρι. Κάθομαι μπροστά στην καγκελόπορτα και δυο από τις γάτες της ιδιοκτήτριας με πλησιάζουν.

Τις έχουμε κατσιάσει αυτές τις μέρες, μπαίνουμε και βγαίνουμε από το δωμάτιο, ένα τέταρτο καθόμαστε και ζουλάμε τις γάτες, οι οποίες είναι χοντρές και φιλικές.

Καθώς οι γάτες μπλέκονται στα πόδια μου, μια κυρία ανεβαίνει από την αυλή στο σκοτάδι. Τα γατιά σημαίνουν υποχώρηση. Κάτι θα ξέρουν.

– Γκρικ;
– Ναι…
– Είδες, τέτοια ώρα τα κουριτσα, θενε να μενε στα βρουμκα. Κατάλαβης, τέτοιοι ειμαστ´. Αλλά τα ληφτά μπρουστά αλλ´ φουρά, μ´κρά κουρίτσα, 5 μηρ´ς στα βρούμ´κα, τήτοια ούρα να ση φέρ´νε. Κάρτα την ηπούμηνη, μπρουστά, τι νουμιζ´ς; Ητσ´ δεν είν´; Καλά δή λέου;
-Τι να πω, δίκιο έχετε και εσείς…

Με παίζει άλλον έναν γύρο από τα ίδια, κουνάω το κεφάλι λέγοντας πως έτσι είναι και τι να πει κανείς.

Ανεβαίνει σε ένα ποδήλατο και την ακούω να μονολογεί ενώ έχει στρίψει τη γωνία, καμία εικοσαριά μέτρα απόσταση.

Πολλοί λένε πως, αν γυρνούσαμε στη Ελλάδα, θα είχαμε πολλή δουλειά σαν ψυχίατροι.

Αυτό γιατί βλέπουν πολύ κόσμο με εμφανές πρόβλημα ψυχικής υγείας να κυκλοφορεί, πράγμα που διαπιστώνω και εγώ.

Το λάθος έγκειται στο ότι κάποιος πιστεύει πως αυτοί οι άνθρωποι πάνε στον ψυχίατρο, άρα θα έρχονταν και σε εμένα.

Λάθος: αν πήγαιναν, δεν θα τους έβλεπες έτσι στον δρόμο.

Ούτε θα βγαίνω περίπολο να μαζέψω ασθενείς ενάντια στην θέλησή τους.

Έχετε δει κανέναν ενδοκρινολόγο να μαντρώνει παχύσαρκους ή κανέναν πνευμονολόγο να κυνηγάει καπνιστές στην πιάτσα;

Με την εξαίρεση άλλου ενός δελφινιού στον γυρισμό, που είδα κλεφτά για λίγα δευτερόλεπτα, το μοναδικό άλλο που μπορώ να σκεφτώ άξιο αναφοράς είναι πως ούτε στο Λος Αντζελες δεν είδα τόσες νέες κοπέλες με σιλικόνη στο στήθος.

Θα είναι κάποιου είδους σίγουρη επένδυση σε έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητα.

Πώς κάποτε έπαιρνες το λόουερ στα αγγλικά ένα πράμα…

Αυτές ήταν οι διακοπές μου για φέτος, Πιτσιρίκο μου. Και του χρόνου να είμαστε καλά να σου στείλω άλλη μια ή άλλες δέκα ιστορίες.

Κλείνω με ένα σχόλιο για την καταστροφή, για να διορθώσω λίγο το προηγούμενο κείμενό μου.

Έφυγα απο την Ελλάδα έξ αρχής γιατί ήμουν σίγουρος πως, αργά ή γρήγορα, θα πιανόμουν με κάποιον στα χέρια σε ώρα υπηρεσίας.

Όταν λοιπόν αυτή τη φορά σκέφτηκα πως ίσως θα ήταν καλό να κατέβω στην Αθήνα να βάλω ένα χεράκι εθελοντικά, σκέφτηκα πως απλά θα πήγαινα με το αυτοκίνητο του πατέρα μου να βοηθήσω στη διανομή του υλικού, μιας και ολοι έλεγαν πως λειπουν χέρια, πράγματα υπάρχουν.

Τι συνέβη όμως και σκέφτηκα πως καλό θα ήταν να αποφύγω μια τέτοια ενέργεια τελικά;

Ο φόβος πως θα δω κάποιον να κάθεται στον κώλo του και να το παίζει κουμανταδόρος, πως κάποιοι θα αγκαλιάζονται μπροστά στα πράγματα για σέλφι… Όλα αυτά που επισημαίνεις στο ποντκαστ.

Επειδή λοιπόν δεν δουλεύω ούτε ζω πλέον εδώ, και το άγχος πως θα περάσω πειθαρχικό, θα με απολύσουν, θα με αποπέμψουν και θα πάρουν τηλέφωνο κάποιον θείο τους Περιφερειάρχη\ξάδερφο διευθυντή να με μαλώσει επειδή δεν ήμουν καλό σκλαβακι (έχει συμβεί) δεν υφίσταται, πολλαπλασιάζεται αυτόματα και το ρίσκο να πιάσω κάποιον κ@ριόλη από τον λαιμό και να τον φυτέψω στην πρώτη μ@λακία που θα ακούσω.

Εκτός αυτού, ακούγοντας περιστασιακά διάφορες δηλώσεις στην τηλεόραση, δεν άκουσα έναν από τους πληγέντες να αναφωνήσει «καήκαμε με τα ίδια μας τα χέρια και κάψαμε και τα παιδιά των άλλων», πράγμα που με έκανε να φοβάμαι ακόμα περισσότερο το ότι θα βρεθώ μπροστά σε κάποιο περιστατικό ή θα ακούσω κάτι που θα πυροδοτήσει τα άγρια ένστικτά μου.

Δεν είμαι νταής, ούτε και τραμπούκος, έχω να σηκώσω χέρι 25 χρόνια. Ήμουν δε σε αυτοάμυνα, και σκοπεύω να μην ξανασηκώσω χερι ποτέ στη ζωή μου.

Αλλά κάτι με πνίγει με το πού πατάω σε αυτή τη χώρα, τσιτωνομαι άσχημα και αισθάνομαι να γίνομαι χειρότερος άνθρωπος. Έτοιμος να τσακωθώ, πιο χυδαίος, στην κόψη με τα νεύρα μου.

Ο μεσογειακός αέρας με επηρεάζει αρνητικά, αντί να ηρεμώ και να χαλαρώνω, είμαι σε επιφυλακή όλη την ώρα.

Εξαιτίας αυτής της διάθεσης λοιπόν, προτίμησα να μην πάω για καλό και βγει σε κακό τελικά, για εμένα και για άλλους.

Σιγά σιγά, λέω να έρχομαι όλο και λιγότερο.

Δεν είναι τέλεια στη Σουηδία, αλλά δεν μου κάνει καλό η Ελλάδα.

Την αγάπη μου από την Ελλάδα, ευτυχώς για λίγο ακόμα.

Βασίλης

(Αγαπητέ Βασίλη, να είσαι καλά. Με έκανες και γέλασα. Και το είχα ανάγκη. Βασίλη, τα νησιά μας είναι ο τέλειος γαμιστρώvας. Όλοι ψάχνουν τρύπα να τον χώσουν, όλες ψάχνουν να φασωθούν. Τους καίει ο ήλιος και καβλώvουν όλοι. Το βλέπουν και λίγο σαν σπορ. Αυτό που έκανε το κορίτσι και δεν το άκουσες καλά, μάλλον ήταν κάτι άλλο που αφορά την ένατη πύλη του κορμιού τους, όπως θα έλεγε και ο Απολινέρ. Βασίλη, τα δελφίνια είναι τέλεια πλάσματα. Μια φορά στη ζωή μου κολύμπησα με ένα δελφίνι στη Νάξο, και δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Οπότε, σε καταλαβαίνω απόλυτα. Βασίλη, του χρόνου να σου πω εγώ πού θα πάτε διακοπές. Μόνο να είναι Ιούνιος ή Σεπτέμβριος. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, έχω καβάτζες και κρύβομαι, μέχρι να φύγουν οι ορδές των τουριστών. Να είσαι πάντα καλά, Βασίλη. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.