Μίσος

Γεια σου, φίλε μου Πιτσιρίκο. Άκουσα το τελευταίο podcast του Βασίλη με αφορμή τον φόνο του Ζακ Κωστόπουλου από τους ημιάγριους νοικοκυραίους.

Ένας φόνος που, αν δεν υπήρχε το βίντεο που δεν αντέχουμε να βλέπουμε, θα ήταν ένα …ατύχημα κατά την απόπειρα κλοπής της «ιερής» για τους νεο-Έλληνες περιουσίας και ιδιοκτησίας.

Ο Βασίλης είπε αρκετά σωστά πράγματα όμως το «άρωμα» και η «γεύση» που μου άφησε το podcast, η «κεντρική ιδέα» κατά κάποιον τρόπο της τοποθέτησής του με έκανε λιγάκι να ανατριχιάσω.

Δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο. Όχι πως αυτό βέβαια έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία. Όμως, νομίζω ότι τα όρια μεταξύ της «αποδοχής» και της «αποστασιοποίησης» συχνά είναι δυσδιάκριτα.

Κατ’ αρχάς, να ξεκινήσω λέγοντας ότι, παρά το γεγονός πως δεν είναι κανείς από μας αθώος, δεν είμαστε όλοι ίδιοι ούτε κουβαλάμε πάνω μας τον ίδιο βαθμό ενοχής.

Υπάρχουν διάφοροι βαθμοί ενοχής και ευθύνης για την κατάντια αυτής -και όχι φυσικά μόνο αυτής- της κοινωνίας.

Ούτε πιστεύω ότι το πρόβλημα μας είναι ο τρόπος που βλέπουμε τους άλλους ή ο τρόπος που οι άλλοι βλέπουν εμάς.

Για να το πω διαφορετικά, δεν είναι το πρόβλημα μας, πρόβλημα κατανόησης.

Μάλλον το αντίθετο θα έλεγα.

Το ότι κάποιοι δολοφόνησαν δύο μέλη της Χρυσής Αυγής πυροβολώντας τους με ένα καλάσνικοφ έξω από τα γραφεία της εγκληματικής τους οργάνωσης και δεν προκάλεσε σε εμάς την ίδια φρίκη που μας προκάλεσε η δολοφονία του Φύσσα, δεν αποτελεί απόδειξη ότι στο παιγνίδι της βίας νικάει η βία.

Όταν κάποιοι από εμάς δεν δίνουν δεκάρα στο άκουσμα της δολοφονίας ενός φασίστα και την ίδια ώρα κάποιοι νοικοκυραίοι χαίρονται με το λιντσάρισμα ενός φτιαγμένου οροθετικού επίδοξου ληστή στο κέντρο της Αθήνας, δεν αποτελεί απόδειξη ότι στο παιγνίδι του μίσους πάντα νικάει το μίσος.

Το μίσος και η βία υπάρχουν όχι μονάχα επειδή αποτελούν συστατικά της ανθρώπινης φύσης.

Και σε άλλα ζώα συναντάς την βία και ίσως το μίσος που μπερδεύεται συχνά με την οργή και τον θυμό, ομώς ποτέ δεν θα βρεθείς μπροστά σε βία και μίσος που αγγίζει τα όρια της γενοκτονίας.

Η βία και το «μίσος» μέσα στην φύση έχει ένα όριο, το όριο της επιβίωσης.

Στις κοινωνίες των ανθρώπων η βία και το μίσος είναι επίσης ζήτημα ταξικό και ιδεολογικοποιείται, συχνά μάλιστα με όχι τόσο ξεκάθαρο και φανερό τρόπο.

Το να μισείς λοιπόν κάποιον από τους διπλανούς σου γιατί σου πήδηξε την γυναίκα, σου γρατζούνισε το αυτοκίνητο ή επειδή κλάνει με θόρυβο όποτε περνάς από δίπλα του είναι διαφορετικό πράγμα από το να μισείς κάποιον επειδή είναι μαύρος, ομοφιλόφυλος, πρόσφυγας, Άραβας, Τσιγγάνος ή οροθετικός.

Και είναι ακόμα πιο διαφορετικό αν θέλεις να τον εξοντώσεις επειδή είναι μαύρος, ομοφυλόφιλος, πρόσφυγας, Άραβας, Τσιγγάνος ή οροθετικός.

Ο φασίστας κι ο ρατσιστής κουβαλούν μέσα τους διαφορετικό μίσος από το δικό μας.

Δεν θα βρεις λοιπόν εύκολα συμμορίες αντιφασιστών ή συμμορίες μεταναστών να κυνηγούν τις νύχτες φασίστες –γυναίκες και παιδιά– για να τους εξοντώσουν.

Δεν σημαίνει, βέβαια, αυτό πως η αγάπη και η συγγνώμη πλημμυρίζει τις ψυχές τους, όμως το δικό τους μίσος είναι δεν είναι το ίδιο με εκείνο που έχουν οι φασίστες.

Δεν είναι αγνός, παρθένος …ρατσισμός.

Ούτε είναι δυνατό να συνομιλήσεις και να συνεννοηθείς με κάποιον φασίστα.

Οι ίδιοι οι ναζί φαντάροι που έβλεπαν τα παιδιά στην Ελλάδα ή στα στρατόπεδα συγκέντρωσης να πεθαίνουν σκελετωμένα από την πείνα, μόλις δέκα χρόνια νωρίτερα έτρωγαν βραστές πατάτες ανακατεμένες με πέτρες τα χρόνια της μεγάλης ύφεσης και της οικονομικής καταστροφής στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Δεν ένιωθαν οίκτο αυτοί οι άνθρωποι, ούτε υπήρχαν περιθώρια να συνεννοηθείς μαζί τους για έναν πολύ βασικό λόγο:

Δεν σε θεωρούσαν κι εσένα ισότιμο άνθρωπο.

Ήσουν Εβραίος, νέγρος, πούστης, ανάπηρος, γύφτος, Σλάβος, υπάνθρωπος.

Σου άξιζε γι αυτό να πεθάνεις.

Το μίσος του φασίστα δεν σχετίζεται με την συμπεριφορά του συνανθρώπου του απέναντι του, αλλά με τα χαρακτηρίστικά του.

Ο Ζακ Κωστόπουλος άξιζε να πεθάνει –κι ένας λιγότερος όπως λένε– επειδή ήταν ομοφυλόφιλος, χρήστης και οροθετικός.

Την ώρα που σερνόταν στα τέσσερα προσπαθώντας να δραπετεύσει από το μαγαζί στο οποίο είχε εγκλωβιστεί τον χτυπούσαν με μανία στο κεφάλι όχι επειδή απειλούταν η ζωή τους αλλά επειδή ήταν ένας ακόμα πρεζάκιας που τόλμησε να αγγίξει την περιουσία τους.

Κι αν στον αυτουργό – τον καταστηματάρχη δηλαδή – μπορεί να βρεις έναν λόγο για την ολότελα παράλογη και δολοφονική συμπεριφορά του, στους υπόλοιπους που πανηγυρίζουν με τον θάνατο ενός ανθρώπου που δεν τους έβλαψε ποιον άλλο λόγο μπορείς να βρεις εκτός από την ίδια την υπαρξή του που ήταν προκλητική για αυτούς και ανάρμοστο παράδειγμα για τα παιδιά τους;

Αν λοιπόν κάποιος πλακώσει στις κλωτσιές τον Ρουπακιά και τον σκοτώσει, για όλους εμάς που θα χαρούμε με τον θάνατό του, θα έχει απλά νικήσει το μίσος μέσα στις καρδιές μας;

Είναι το ίδιο αν πούμε κι εμείς «ένας λιγότερος»;

Είναι το ίδιο αν πουν το ίδιο πράγμα οι Αλβανοί, οι Πακιστανοί, και οι Αφρικανοί που κυνηγούσε τα βράδια ο Ρουπακιάς και η παρέα του;

Δεν είναι το ίδιο μίσος.

Ούτε είναι ίδια η βία από όπου κι αν προέρχεται.

Ούτε φυσικά η αγάπη θα είναι αυτή που θα μας σώσει.

Αν αυτό ήταν αλήθεια, τότε ο Χριστιανισμός θα είχε συντρίψει τον καπιταλισμό, όπως έγραψε παλαιότερα κι ο Πιτσιρίκος.

Όμως, αυτό δεν έγινε. Ούτε φυσικά πρόκειται να συμβεί στο μέλλον.

Κλείνω με τους νοικοκυραίους και το ζήτημα της χώρας που «μας πήρανε» ή καλύτερα που «αφήσαμε να μας πάρουνε».

Νοικοκυραίοι υπάρχουν και σήμερα, δέκα σχεδόν χρόνια μετά την χρεοκοπία της χώρας.

Όπως υπήρχαν και κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας ή της γερμανικής κατοχής.

Όπως υπάρχουν επίσης στην οικονομικά κατεστραμένη Ζιμπάμπουε και στο φτωχικό Μαλάουι.

Όπως θα υπάρχουν και στην Ελλάδα και το 2060, είτε τρέχει για τα επόμενα πολλά χρόνια ο ρυθμός ανάπτυξης με 3,5% που προβλέπει το Ταμείο, είτε όχι.

Και την χώρα –αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς– δεν μας την πήρανε ποτέ, γιατί ποτέ δεν την είχαμε.

Μεταβίβαση ιδιοκτησίας έγινε.

Απλά, ο καινούργιος ιδιοκτήτης της χώρας είναι πιο ζόρικος από τον προηγούμενο.

Και ασελγεί πάνω μας, επειδή έτσι γουστάρει, χωρίς αντίδραση ή περιορισμούς.

Κι ας το παραδεχτούμε.

Την στιγμή που είχαμε την ευκαιρία να συγκρουστούμε μαζί του καθώς και με τους νοικοκυραίους που παραδοσιακά υπηρετούν πιστά τους εκάστοτε ιδιοκτήτες της χώρας, μας έλειπε το μίσος που χρειαζόμασταν όσο ποτέ άλλοτε.

Μονάχα οι αυταπάτες δεν μας έλειπαν ότι τάχα μου θα μπορούσαμε να συζητήσουμε και να συνεννοηθούμε μαζί τους.

Φιλιά από την Εσπερία

Ηλίας

(Φίλε Ηλία, καταλαβαίνω τι λες. Εγώ συμφωνώ περισσότερο με τον Βασίλη. Όχι επειδή είναι ψυχίατρος αλλά επειδή αυτό που λέει ο Βασίλης -αν δεν κάνω λάθος- είναι ότι, αν αρχίσουμε να ξεχωρίζουμε το μίσος και τη βία σε φασιστική και αντιφασιστική, παίζουμε το παιχνίδι των φασιστών. Στο παιχνίδι του αντιφασισμού, νικάει ο φασισμός. Δημοκράτες πρέπει να είμαστε, όχι αντιφασίστες. Και εννοείται πως ο δημοκράτης είναι απέναντι στον φασισμό. Δεν χρειάζεται να το δηλώνει ως ..τίτλο. Ηλία, έχω δει πολλούς συντρόφους τα τελευταία χρόνια -αναρχικούς και αριστερούς- να συμπεριφέρονται σαν φασίστες. Όταν τους λες πως η συμπεριφορά τους αποδεικνύει πως θα μπορούσαν να είναι με τους απέναντι, εξαγριώνονται. Για τους φιλελέδες δεν το συζητάω. Με ελάχιστες εξαιρέσεις -γιατί υπάρχουν και κάποιοι συνεπείς φιλελέδες-, είναι μεταμφιεσμένοι φασίστες. Ηλία, η ισχυρότερη βία σήμερα είναι η βία της αδιαφορίας. Αυτή η βία της αδιαφορίας είναι που δεν παλεύεται με τίποτα. Ο φασίστας που μισεί τον μετανάστη, αναγνωρίζει τουλάχιστον στον μετανάστη πως υπάρχει. Το ότι τον ενοχλεί ο μετανάστης, σημαίνει πως, για αυτόν, ο μετανάστης υπάρχει. Όλοι αυτοί που, θεωρητικά, είναι με τους μετανάστες και τους αδύναμους αλλά ποτέ δεν θα καθίσουν στο ίδιο τραπέζι με αυτούς -τους αγαπάνε από …απόσταση-, δεν τους βλέπουν καν. Συμφωνώ με τον Βασίλη πως στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πραγματικά νοικοκυραίοι. Άλλωστε, ο όρος «νοικοκυραίος» είναι ειρωνικός και εννοεί τον ιδιώτη. Αυτόν που νοιάζεται μόνο για την πάρτη του. Τον ηλίθιο, δηλαδή. Ηλία, μπορεί η Ελλάδα να ήταν πάντα προτεκτοράτο αλλά πρώτη φορά μάθαμε πως είναι και επίσημα προτεκτοράτο και πως θα είναι μάλιστα και για τα επόμενα εκατό χρόνια. Επίσης, με το δημοψήφισμα μάθαμε -χωρίς προσχήματα πια- πως δεν έχει καμία απολύτως σημασία η άποψη των ιθαγενών. Ηλία, δεν χρειαζόμαστε μίσος. Χρειαζόμαστε αξιοπρέπεια. Αλλά αυτή η λέξη είναι άγνωστη για τους περισσότερους Έλληνες. Και όσοι θέλουν να είναι αξιοπρεπείς, φεύγουν από την Ελλάδα. Να είσαι καλά, Ηλία. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.