Τι νόημα έχει η ζωή, όταν χάνει την χαρά και την απόλαυση και γίνεται καταναγκαστική;

Πιτσιρίκο γειά σου !
Όλο θέλω να σου γράψω και δεν σου γράφω τελικά. Βασικά, ήθελα να σου γράψω εδώ και καιρό, από τότε που πρωτομετανάστευσα στα τέλη Αυγούστου, αλλά τώρα μόλις έβαλα τα πράγματα σε μια σειρά και το τρελό άγχος μου ηρέμησε για να μπορέσω να σου γράψω ένα κείμενο που δεν είναι σαν παραλήρημα.

Αφορμή για να σου γράψω ήταν τα τελευταία κείμενα αναγνωστών για τα ρίσκα και τη ζωή που θέλουμε να ζούμε.

Έκανα αίτηση για να έρθω εδώ στη Σκανδιναβία σαν φοιτήτρια, με δέχτηκε το πανεπιστήμιο, ήρθα, έμεινα προσωρινά σε ένα δωμάτιο ενός σπιτιού, βρήκα δουλειά, τα έβγαλα πέρα με τους πρώτους μήνες των σπουδών και τώρα μπορώ να ηρεμήσω λίγο.

Διάφορα ευτράπελα συνέβησαν και, φυσικά, περνάω ένα ωραιότατο πολιτισμικό σοκ όπως και ο κάθε νεομετανάστης, αλλά τώρα τα πιο σοβαρά του συμπτώματα ηρέμησαν.

Ξέρεις, στην αρχή, δεν ήξερα τι μου συνέβαινε. Αγχωνόμουν σε παράλογο βαθμό, με έπιαναν τα κλάματα πολλές φορές τη μέρα, με όχι μόνο σοβαρές αφορμές αλλά και εντελώς ασήμαντες, πάθαινα κρίσεις πανικού, κανονικές, κάθε μέρα για κάνα μήνα περίπου, καμμιά φορά και περισσότερες από μία φορές τη μέρα.

Κάθε πράγμα που είχα να κάνω μου φαινόταν τρομερά δύσκολο, ακόμα κι αν ήταν εύκολο.

Κάθε βράδυ σκεφτόμουν ότι δεν θα καταφέρω να βγάλω την επόμενη μέρα.

Ένιωθα χαζή και άχρηστη, κυρίως άχρηστη.

Η αυτοκριτική που έκανα στον εαυτό μου δεν ήταν αυτοκριτική αλλά αυτομαστίγωμα, το μυαλό μου μού επιτιθόταν με ύπουλους τρόπους, λέγοντάς μου τα χειρότερα πράγματα που θα μπορούσα να σκεφτώ σε κάθε δεδομένη στιγμή.

Σκεφτόμουν να πάω να δω κανένα ψυχολόγο και πως αυτά τα πράγματα δεν είναι φυσιολογικά.

Κατάφερνα να σηκώνομαι και να κάνω αυτά που έπρεπε να κάνω κάθε μέρα, μόνο και μόνο επειδή σηκωνόμουν το πρωί, έφτιαχνα καφέ, έβρισκα τις διαδρομές για να πάω στις διευθύνσεις που έψαχνα στο ίντερνετ και, με το πού άρχισαν αυτές οι σκέψεις, σκεφτόμουν:

«ΟΚ μυαλό, δεν είναι τώρα ώρα για αυτά. Και άχρηστη να είμαι, θα σηκωθώ, θα πάω εκεί που πρέπει να πάω, θα κάνω αυτά που έχω σκεφτεί να κάνω και, στην τελική, αν είμαι άχρηστη θα μου το αποδείξω ότι είμαι επειδή θα αποτύχω. Αλλά πρώτα θα προσπαθήσω ΤΑ ΠΑΝΤΑ και θα ρωτησω ΤΟΥΣ ΠΑΝΤΕΣ, θα πάω σε όποια οργάνωση για μετανάστες υπάρχει σ’ αυτή την πόλη, σε κάθε ελληνικό σύλλογο, θα φτιάξω βιογραφικά και θα μπω ζητώντας δουλειά σε κάθε μαγαζί που υπάρχει σε αυτή την πόλη, θα κάνω λογαριασμό σε κάθε σάιτ που μπορώ να βρω και θα στείλω βιογραφικά, θα ρωτήσω κάθε ντόπιο που έχω πει καλημέρα ή συμφοιτητή για ότι πρόβλημα έχω, θα τα κάνω όλα αυτά και μάλιστα όσο γρηγορότερα είναι ανθρωπίνως δυνατό και μετά θα δούμε αν είμαι άχρηστη ή όχι. Οπότε σκάσε και κολύμπα.»

Και σηκωνόμουν και έκανα.

Και τις Κυριακές με ανάγκαζα να μην κάνω τίποτα και να ξεκουραστώ μην πάθω καμμιά υπερκόπωση.

Εν ολίγοις, έβαζα το μυαλό μου να μου μιλήσει σαν να ήμουν η μαμά μου.

Ο κυριότερος λόγος που δεν εγκατέλειπα είναι γιατί έχω ανθρώπους στην Ελλάδα, που μου έλεγαν «χαλάρωσε, ακόμα και αν δεν τα καταφέρεις και σου τελειώσουν τα χρήματα, το πολύ πολύ θα ξαναγυρίσεις κι εμείς είμαστε εδώ, σπίτι και φαγητό θα έχεις και θα σε βοηθήσουμε μέχρι να ξανασταθείς στα πόδια σου. Και θα σ’ αγαπάμε το ίδιο. Δεν είναι εύκολο αυτό που πας να κάνεις ούτε σίγουρο».

Πιστεύω ότι αυτό ήταν το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσε να έχω στη ζωή μου.

Μου έλεγαν και ότι πιστεύουν σ’ εμένα και ότι μπορώ να τα καταφέρω, αλλά για μένα τα παραπάνω ήταν τα λόγια που μου έδιναν δύναμη να παλέψω με ό,τι έχω και να μην τα παρατήσω.

Και φυσικά, δύναμη μου έδινε και το ότι ήταν δική μου απόφαση να σηκωθώ και να έρθω εδώ.

Δεν την πήρα για πλάκα. Όντως το ήθελα.

Επειδή, παραφράζοντας αυτό που έγραψε κάποιος άλλος στο μπλογκ, ποτέ δεν ήθελα να κάνω πράγματα που θα με κάνουν να μην συμπαθώ τον άνθρωπο που βλέπω στον καθρέφτη και αυτό ακριβώς είχε αρχίσει να μου συμβαίνει.

Έπεφτα και στην παγίδα να σκέφτομαι απελπισμένα να κάνω κινήσεις που πραγματικά δεν μου άρεσαν, να επιτρέπω σε άλλους «να περπατάνε επάνω μου», λόγω του φόβου. Κάποια στιγμή, θα τις έκανα και δεν ήθελα να ξεκινήσω να μην με συμπαθώ.

Έκανα αυτό το βήμα για να μπορώ να βγάζω κάποια χρήματα να περνάω, χωρίς να πρέπει να εργάζομαι τα εξαντλητικά ωράρια της Ελλάδας, που στην τελική και η υγεία μου δεν τα σηκώνει, ώστε να μην καταστρέφεται το σώμα και το μυαλό μου για μια αμφίβολη επιβίωση.

Το σημαντικότερο, για να έχω χρόνο και ενέργεια να ψάξω και να βρω τη θέση μου σ αυτό τον κόσμο, να δοκιμάσω πράγματα διαφορετικά και να δω, στην πράξη, τι είναι αυτό που μπορεί να με κάνει να σηκώνομαι το πρωί με όρεξη για να το κάνω.

Στην τελική, έχω ένα ταλέντο διάβολε, και το ξέρω.

Και ποτέ δεν έκανα τίποτα γι’ αυτό, πέρα από το να το κρατάω για τον εαυτό μου.

Μπορεί τώρα να βρω τρόπους να το κάνω κάτι και να με κάνει να χαίρομαι.

Επίσης, από κινήσεις που έκανα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, είδα ότι μου λείπει η ικανότητα να οργανώσω καλές στρατηγικές για να αντιμετωπίσω προκλήσεις, να πάρω ρίσκα και πως το άγχος και η απογοήτευση μου στέκονται εμπόδιο.

Ε, μετά από αυτή την ψυχρολουσία που με υπέβαλα θα μάθω, πού θα πάει;

Ήδη ηρεμώ και ξεθολώνει το μυαλό μου από την απελπισία της Ελλάδας.

Και τώρα να ξαναγυρίσω, έχω κάποια δύναμη να πάρω με καλύτερο τρόπο κάποια ρίσκα.

Αλλά με βλέπω να τα καταφέρνω εδώ, όσο χρειάζομαι για να πάρω αυτά που θέλω.

Είναι η ώρα να βρω τι αγαπώ να κάνω σ αυτή τη ζωή.

Γιατί τον πρώτο μου στόχο στη ζωή μου, βλέπω ότι μάλλον τον έχω καταφέρει: Έχω ανθρώπους που με αγαπάνε, με τον δικό τους τρόπο, και που τους αγαπώ κι εγώ. Τώρα μπορώ να ασχοληθώ και με πιο δευτερεύοντα πράγματα.

Δεν θα ασχοληθώ, τουλάχιστον όχι τώρα, με κριτικές για την καινούρια χώρα και τους ανθρώπους της. Δική τους είναι η ζωή, ας την κάνουν ότι θέλουν.

Θέλω, όμως, να βρω πώς θέλω να ζήσω τη δική μου όπως πάντα ήθελα: ελεύθερη.

Η ελευθερία είναι ζόρικη και αχαρτογράφητη και χρειάζομαι λίγο χρόνο και δοκιμές για να την καταλάβω.

Μακριά από τη χώρα μου που με γεμίζει με τόσα συναισθήματα που με τυφλώνουν.

Είναι ώρα να κάνω ένα διάλειμμα.

Είναι ώρα για ρίσκα, γιατί τον τελευταίο χρόνο στην Ελλάδα ένωθα σαν να πεθαίνω σιγά σιγά ενώ ήμουν ζωντανή, παραλυμένη από τον φόβο.

Και η Ελλάδα είναι ο τόπος μου, ο τόπος που μεγάλωσα και έμαθα να αγαπώ το χώμα, τις πέτρες, το νερό, τον αέρα, τα ζώα και τους ανθρώπους.

Που έμαθα να αγαπώ γενικά.

Και η αγάπη πάει χαμένη αν σε παραλύει ο φόβος, είναι σαν να γίνεται κάτι καταναγκαστικό.

Δεν μου αρέσουν οι καταναγκαστικές και εργαλειακές σχέσεις.

Τι νόημα έχει η ζωή, όταν χάνει την χαρά και την απόλαυση και γίνεται καταναγκαστική;

Δεν έχει νόημα έτσι για μένα. Καλύτερα να μην ζω.

Και επειδή μία την έχουμε τη ζωή μας, σκοπεύω να συνεχίσω να την χαίρομαι.

Έτσι κι αλλιώς, το μόνο σίγουρο πράγμα είναι ο θάνατος. Γιατί να προσποιούμαι ότι υπάρχουν σιγουριές εκεί που δεν υπάρχουν;

Στεφανία

(Αγαπητή φίλη, είστε ποταμός. Και ουσιαστική. Τα γράψατε όλα. Όλη την πορεία προς την ενηλικίωση, που ακολούθησε τη μετανάστευση στο εξωτερικό. Το κείμενό σας μου θύμισε ότι τον περασμένο Μάιο έκανα ένα κάλεσμα στους φίλους αναγνώστες που έχουν φύγει στο εξωτερικό να γράψουν ένα κείμενο για την εμπειρία τους. Εγώ είχα την εντύπωση πως θα γράψουν δέκα, είκοσι, τριάντα άνθρωποι, και, ξαφνικά, έγινε ο χαμός από κείμενα. Λες και περίμεναν όλοι το σήμα, για να γράψουν ένα κείμενο. Θυμάμαι πως ήμουν στο νησί, η θάλασσα ήταν απέναντι και εγώ ανέβαζα κείμενα αναγνωστών στο μπλογκ σαν πολυβόλο. Μια μέρα είχα ανεβάσει καμιά εικοσαριά κείμενα. Τώρα θα είχε ενδιαφέρον να το κάνω αυτό, που πλακώνει χειμώνας στη Βόρεια Ευρώπη. Γιατί τότε ήταν άνοιξη. Επίσης, από τον περασμένο Μάιο, έχουν μεταναστεύσει κι άλλοι Έλληνες στο εξωτερικό. Και το καραβάνι συνεχίζει. Να είστε καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.